Κυριακή 12 Μαρτίου 2006

Καρλόβασι και Πάλι [ΝΚ]


31 Μάη 81 à 649 ΤΕ (1ος Λόχος)

Προσπαθώ να ξεκινήσω ένα γράμμα. Αποτυγχάνω. Σήμερα μεσημεράκι δυο φωτογραφίες σου. Με βασανίζουν. [Πονοκέφαλος. Τα μάτια πονούν. Κάψουλες από χθες]

Γνωρίζω σε τι χώρους κινείσαι. Τι μαντεύεις για τους εδώ δικούς μου; Δεν έχω ανθρώπους να συνεννοηθώ. Απέναντί τους εκτιμώ τον εαυτό μου υπερβολικά. Δε θέλω. Διαβάζω πολύ. Κοιτάζω τις γραμμές των βουνών. Τις ρυτίδες της θάλασσας. Είμαι.

Σε πενήντα μέρες Αθήνα. Έχω φίλους. Η ζωή μου απ’ την αρχή. Θα προσπαθήσω.
Θέλω να σου τηλεφωνώ. Το αφήνω. Με οργίζει η σκέψη ότι θα γίνω αποδεκτός. Μετά;
Τηλεφώνημα. Αποτυχία. Δε ξαφνίστηκα. Λυπήθηκα.
- Και γιατί να στεναχωριέμαι;
Έχω το “χρόνο” που δεν έχει. Θα της γράψω. Θα τηλεφωνήσω. Το πρόβλημα ο χώρος. Η συνύπαρξη.

Προχώρησα:
- Και τι έχω κάνει γι’ αυτήν; Τι έχω δώσει;
Τίποτα. Οκτώ χρόνια τώρα. Μια πηγή έμπνευσης. Στον πνευματικό μου Γολγοθά ένα αστέρι. Ποιήματα, εικόνες, ατέλειωτοι μονόλογοι, πλάτεμα της νόησης. Όρια που μετατοπίζονται. Αυτογνωσία. Σκέψεις. Σκέψεις. Σκέψεις. Πάντοτε παρούσα.

Προερωτευμένος. Αόριστα. Δεν ήξερα να ζητήσω. Δε σκέφτηκα να διεκδικήσω. Δύναμη στις φλέβες που αρκούσε. Μάθαινα. Βυθιζόμουνα. Πονούσα. Ο ποιητής διαλέγει να χάνει. Στάθηκες η αφορμή. Και η αιτία;

Έφτιαξα μια εικόνα. Δεν τη ξεπέρασα. Στον “Απότσο” ράγισε. Είδα τον άνθρωπο. Γοητεύτηκα.
(Ιδρώνω. Ρίγη. Ίσως πυρετός.)
Φωτογραφία. Αυτό το δέρμα του προσώπου. “Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά.”

Δεν είχα να ζητήσω. Ήταν απάνθρωπο. Και τώρα. Δεν ξέρω. Δε μ’ ενδιαφέρει. Φτάνει που υπάρχουμε. Ζυμωμένη με τη σκέψη μου. Ένα κομματάκι του εαυτού μου.

Δε διάλεξα. Σε συνάντησα.

Θα ξαναγυρίσω

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2006

Κείμενο [ΝΚ]

Καταπιάνομαι να γράψω δυο-τρεις φράσεις. Δε γνωρίζω πως γίνηκε και μετά το βραδινό τηλεφώνημά σου η καρδιά μου βάρυνε. Σαν κάτι να χάλασε στην αρμονία του κόσμου. Άκουσα πάλι τη φωνή σου να σκληραίνει και τέλος να σπάζει. Δε μιλώ για να σε τρομάζω, δε γράφω για να σε τρομάζω. Πάλι και πάλι αισθάνομαι την ανάγκη να ζητώ τη συμπάθεια σου γι’ αυτό που είμαι και για τον τρόπο που παρουσιάζομαι να είμαι. Πάλι και πάλι αρχή και τέλος. Γράφω μονάχα για να σκορπίσω το χρόνο που περνά μέσα μου, να τον απαλύνω. Γράφω κάνοντας μια προσπάθεια όμοια μ’ αυτή που συμβούλεψες την Ξένη. Θυμάσαι;
Τώρα ζητώ πάλι τη συμπάθεια σου που αυτή η γραφή θα φτάσει στα χέρια σου. Κάθε ζωή έχει μια υπέροχη μοναδικότητα κι εμείς πρέπει να την ανακαλύψουμε με κάθε κόπο και κάθε μόχθο που από μέσα μας μπορούμε να προσφέρουμε. Κάθε κομματάκι ζωής με τη μοναδικότητα των δυνατοτήτων και την αρμονία του, κάθε κομματάκι με τη δικαιοσύνη του. Σου έχω μιλήσει για το πόσο είμαι ανυπόμονος. Φορές που αισθάνομαι μια εξακοντισμένη βούληση μια εξακοντισμένη ανάγκη. Έτσι και τώρα. Και δε γνωρίζω προς τα που. Αισθάνομαι μονάχα ότι είμαι εξακοντισμένος, ότι κάπου τείνω. Καιρό τώρα βλέπω τη ζωή τη γύρω μου σαν μια σκηνή τεράστιου θεάτρου. Μ’ όλη μου τη προσοχή παρακολουθώ το έργο που παίζεται και που εγώ ο ίδιος παίζω.
Προσπαθώ να εκτιμήσω τις αποστάσεις ανάμεσα στις καρδιές, ανάμεσα στα σώματα των ανθρώπων. Προσπαθώ να μαντέψω το αντίκρισμα των λόγων και των κινήσεων τους. Προσπαθώ κι όσο περισσότερο τόσο θαρρώ πως αστοχώ. Όπως είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε την πραγματική απόσταση των άστρων όμοια είναι αδύνατο να υπολογίσουμε αυτά που σου μιλώ.
Οι ψυχές μας βγάζουν κάτι χεράκια ροζ να κρατηθούν. Κλαίνε και κανείς δε φαίνεται να τις προσέχει. Η χαμένη τελειότητα πάλι και πάλι φαίνεται να περνά στο βάθος ανίκανη πια να μας κάνει ν’ ανακαλέσουμε τους χαμένους παράδεισους στη μνήμη μας. Όμως τα πάντα τη δικαιοσύνη τους. Και η ζωή μας. Η δική σου και η δική μου. Αυτές που πάμε να τις καταστήσουμε παράλληλες σε μία ύστατη προσπάθεια να τις ταυτίσουμε. Το παραμικρότερο κάθε τι που ζητά την αγάπη μας, τη συμπόνια μας, την κατανόησή μας, τέλος. Κι εμείς βιαστικοί και αδιάφοροι που προσπερνάμε φεύγοντας. Οι ζωές οι άλλες που μας ξεφεύγουν. Αυτές που ανασαίνουν γύρω μας χωρίς ποτέ να στυλώσουμε πάνω τους ένα μάτι αγρύπνιας. Γιατί όχι; Οι ζωές των γονιών και των αδελφών μας. Πόσο πλησιάζετε μια ζωή, πόσο ταυτίζεται μ’ ένα κομμάτι λόγου, μ’ ένα πίνακα ζωγραφικής, μ’ ένα άγαλμα;
Ανάγκη πάλι να ζητώ την καλή σου προαίρεση για τις βραδινές μου τούτες γραφές. Γι’ αυτή την πνευματική μου κατάσταση που αποκαλύπτεται. Για το αβέβαιο, τέλος, που μέσα μου σαλεύει. Ο ποιητής που έγραψε:
- Κάθε ζωή ρωτά. Κάθε ζωή ρωτιέται.
Δεν προσπαθώ να περάσω τη δική μου προβληματική μέσα στη δική σου. Μονάχα να μιλήσω θέλω. Αυτή η βασική ανθρώπινη ανάγκη που μέσα μου βρίσκεται τόσο θεριεμένη. Μήτε, για τ’ όνομα των Θεών, θέλω να σε τρομάζω. Μονάχα να σου αχνοφωτίζω κάτι δρόμους που πέρασα και περνώ.
Το κείμενο αυτό απέχει από το να είναι ένα γράμμα μα πλησιάζει να είναι κάτι σαν “Άσκηση Γραφής” ή “Πέρασμα” μια και ανάγκη να το βαφτίσω. Καληνύχτα. Συμπάθεια.

27 Φλεβάρη 1977

ΔενμουΑ [ΝΚ]



Δεν μου αρέσουν:

  1. Οι ασυγκίνητοι
  2. Αυτοί που έχουν την ομορφιά κάτω από την μύτη τους και στρέφουν αλλού το βλέμμα
  3. Αυτοί που δεν αναγνωρίζουν
  4. Αυτοί που αναγνωρίζουν αλλά δεν ενθαρρύνουν/επικροτούν
  5. Αυτοί που σιωπούν
  6. Αυτοί που δεν μπορούν να συντηρήσουν έναν ρυθμό σε μια σχέση
  7. Αυτοί που θέλουν αλλά δεν
  8. Αυτοί που τα γνωρίζουν όλα
  9. Αυτοί που δεν γνωρίζουν τίποτα
  10. Αυτοί που δεν θυμούνται τίποτα
  11. Αυτοί που τα θυμούνται όλα
  12. Αυτοί που είναι σήμερα έτσι και αύριο αλλιώς
Μα πάνω απ’ όλα και κυρίως, λοιπόν, δεν μου αρέσουν οι ασυγκίνητοι!

09/03/2006

Τρίτη 7 Μαρτίου 2006

Εν ΔΑΥΕ [ΝΚ]

Είναι μερικά πράγματα που έχεις κάνει και τα οποία, σε χρόνο ανύποπτο, επιστρέφουν. Απρίλιος του 2000, λοιπόν, και η ηχογράφηση μιας κασέτας ξεκινά. Δεν είναι μια απλή κασέτα. Είναι μια κασέτα με δυο γονείς [σαν τα παιδιά!].

Ένα τραγούδι εγώ. Ένα τραγούδι η απέναντι. Μια κασέτα νι. Μια κασέτα περισπωμένη. Σπίτι μου – γραφείο – σπίτι της. Σπίτι της – γραφείο – σπίτι μου. Μια κασέτα που ταξιδεύει, διανυκτερεύει, γράφεται. Τραγούδι το τραγούδι γεμίζει και αποκτά προσωπικότητα. Το θέμα ελεύθερο. Τραγούδια ελληνικά, ξένα, αργά, γρήγορα, λαϊκά, ροκ, ελαφρά, μπαλάντες. Ότι μπορείς να φανταστείς.

Ταξιδεύει. Διανυκτερεύει. Γράφεται. Παίρνει δυο μήνες. Ολοκληρώνεται. Αντιγράφεται. Αποδίδεται στους δημιουργούς της. Έχει ένα σωρό τεχνικά προβλήματα. Διαφορές στη στάθμη ηχογράφησης, διαφορές στην ποιότητα του ήχου. Θόρυβο. Ποιος νοιάζεται;

Ένα παιχνίδι του μυαλού και της καρδιάς. Να γράψεις τραγούδια που αγαπάς. Τραγούδια που ταιριάζουν στο κλίμα. Τραγούδια που απαντούν στα προηγούμενα. Σαν παιδάκι να περιμένεις την απάντηση. Να ψάξεις, να διαλέξεις, να πειραματιστείς, να ηχογραφήσεις.

Έμεινε η κασέτα. Έμεινε να θυμίζει μια εποχή. Την άκουσα αυτές τις μέρες και μου άρεσε. Ανακάλυψα πράγματα που μου είχαν ξεφύγει. Αναθυμήθηκα. Νοστάλγησα. Ήταν μια καλή προσπάθεια προσέγγισης. Μια προσπάθεια γνωριμίας. Οι σχέσεις φθίνουν. Τα πράγματα μένουν.

Μια κασέτα νι, λοιπόν, μια κασέτα περισπωμένη. . .

07/03/2006

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2006

Ενύπνια [ΝΚ]

Ζουν! Τα ενύπνια ζουν! Στην ψυχή, στην σάρκα, στις αισθήσεις μας. Στο μυαλό μας ζουν τα ενύπνια. Μας παραμονεύουν. Μας αναστατώνουν. Μας πληγώνουν. Δεν μπορούμε, τελικά, να ξεχάσουμε τίποτα. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τίποτα. Είναι όλα εκεί. Ζωντανά, πραγματικά, απαιτητικά. Υπάρχουν και το δείχνουν. Είναι δικά μας. Είναι παιδιά μας. Είναι γεννήματά μας. Σάρκα από την ψυχή μας. Το γλυκό της ζωής μας αλάτι.

Έτσι:

Είδα, μίλησα
Δεν άγγιξα
Δεν θέλω
Ν’ αντικρίσω
Κανέναν
Δεν θέλω
Να μιλήσω
Σε κανέναν
Δεν θέλω
Ν’ αγγίξω
Κανέναν
Απόψε
Στο ενύπνιο
Μ’ όλους
Της ψυχής
Τους πόρους
Ανοιχτούς. . .


12/05/94

Σάββατο 4 Μαρτίου 2006

Ίσως και να Είναι Έτσι

Ο Εραστής

Μιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε, άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.

Εγγονόπουλος Nίκος


04/03/2006

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2006

18.628 (=51*365+13) [ΝΚ]

ΑΛΛΟΗΧΟΣ

 
Ο χρόνος περνούσε κάποτε
Απ' τα χείλη του
Και χάνονταν
Τον φυλάκιζε για λίγο
Κι ύστερα τον σφεντόνιζε
Η μεγάλη του ευχαρίστηση
Να αρθρώνει τη σκέψη του
Μένοντας πάντοτε
Αναλλοίωτα αδιαίρετος
Κρατούσε μια
Θανάσιμη σοβαρότητα
Ήταν βασανισμένος από
Την μνήμη μιας
Χαμένης τελειότητας
Ανεξάρτητη της νόησης
Δυναστευμένος από τους
Τόπους της απουσίας του
Είχε τη συνήθεια των
Μοναχικών ανθρώπων
Ρωτούσε κι αποκρίνονταν
Μόνος στον εαυτό του
 
Ήταν βαφτισμένος
Και τ' όνομά του
Αλλόηχος
                                              

11.12.76

22.02.77
23.02.77

02/03/2006

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2006

0122. Noble Dame [NK]

Είναι μερικές φορές που κάποιοι στίχοι τραγουδιών κολλάνε στο μυαλό μας. Πιάνουμε τον εαυτό μας να τους επαναλαμβάνει, με τον ρυθμό του τραγουδιού, και να ξεκινούν από αυτούς σκέψεις δεύτερες γλυκές και ζορισμένες. Είναι εποχές που τέτοιοι στίχοι μπορούν να “κυριαρχήσουν” μέρες πολλές στο μυαλό μας [σε κάθε περίσταση και σε κάθε χώρο]. Την τελευταία φορά, λοιπόν, αυτό το διαπίστωσα με τους στίχους:

Don’t be afraid to smile and then go
And if you see her talking to herself all alone
Leave her alone, her heart is at home

των Χατζιδάκι και Rudnytsky από το έργο “Reflections”. [Προτιμώ την εκτέλεση των New York Rock And Roll Ensemble μιας και, θαρρώ, έχει περισσότερο όγκο, από πλευρά ενορχήστρωσης ίσως, από αυτή των Raining Pleasure].

Don’t be afraid to smile and then go”,

λοιπόν. Πόσοι το φοβούνται και πόσοι το πραγματοποιούν; Μη φοβάσαι να χαμογελάσεις και να φύγεις. Φύγε, αλλά πρώτα, άνθρωπε, χαμογέλασε! Ένα χαμόγελο δεν κοστίζει τίποτα και ομορφαίνει τη ζωή μας. Αν τώρα, πάλι, την δεις κλεισμένη στον εαυτό της άφησέ την στην ησυχία της. Η καρδιά της είναι δοσμένη στα “του οίκου” της.

Οι στίχοι από το πανέμορφο Noble Dame που δημιουργήθηκε τριάντα τόσα χρόνια πίσω. Για σήμερα, λοιπόν, Μάνος Χατζιδάκις, New York Rock And Roll Ensemble και Noble Dame.

Noble Dame

Μάνος ΧατζιδάκιςDirian Rudnytsky

She was a lady once of noble name, noble dame

She has a silver ring from her king
Give her a nickel, take her out to dine, give her wine
Comfort her if she sighs and then cries

Look for her by the fountain on the road, say hello

Don’t be afraid to smile and then go
And if you see her talking to herself all alone
Leave her alone, her heart is at home

She was a lady once without a care, golden hair

She was the only friend of the king
May be she’ll come back and ask you for your name, noble dame
We’ll give our love to her on her way


28/02/2006

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2006

C.P.E.B. [NK]


Hamburg Sinfonias Nos. 1 – 6, Naxos [8.553285] από τον μέγιστο Carl Philipp Emanuel Bach με Capella Istropolitana και Christian Benda.
Μουσική που σε παίρνει στις πλάτες τις και σε απογειώνει. Σου δείχνει τον κόσμο από ψηλά. Τον χρωματίζει με χρώματα χαράς, ευγένειας και αξιοπρέπειας και σε κάνει υψηλόφρονα και εκτεταμένο στα όρια του εαυτού σου. Ότι πρέπει για αποτοξίνωση από την τηλεόραση και τα βάρβαρα άσματα της μίας χρήσης. Άκουσμα – ύμνος στον άνθρωπο και την δύναμη της ψυχής του. Άκουσμα για στοχασμό, για ενδυνάμωση, για αναπτέρωση των ελπίδων, για να κλείσεις τα μάτια και να δεις.
Μια νύχτα με τέτοια μουσική είναι μια νύχτα όπου όλα μπορούν να συμβούν.

24/02/2006

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2006

Χαρτιά [ΝΚ]

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. Γράφω ονοματεπώνυμα. Με ένα x τα διαγράφω. Ένα, δύο, τρία . . .
 

Τα x της ζωής μου. Οι γνώριμοι που γίνονται άγνωστοι [x] πάλι. Δεν επιθυμώ, πλέον, να λύσω καμία εξίσωση. Με ένα x διαγράφω.
 

Είναι και ένα ονοματεπώνυμο. Το γράφω προσεκτικά. Το υπογραμμίζω. Με γοητεύουν τα α των συλλαβών του. Δεν με συνδέει τίποτα με το άτομο. Μου αρέσει, όμως, να γράφω, κυρίως, το επίθετό του. Το γράφω. Το πρώτο γράμμα καλλιγραφικό λίαν. Το κοιτώ. Το υπογραμμίζω.
 

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. . .

22/02/2006

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2006

Επιστολή [ΝΚ]

111283 - 1212183

. . .
Ταξίδεψα στους νυχτωμένους δρόμους της Αθήνας. Την Πέμπτη. Με τη λεπτή βροχή, την ομπρέλα μου και τους ανθρώπους. Ταξίδεψα. Όπως τότε που βίωνα τη μοναξιά μου. Τότε που ήμουν μία προς το άγνωστο εξακοντισμένη βούληση. Βασανισμένος από τη μνήμη μιας χαμένης τελειότητας κι απαρηγόρητος παρακολουθούσα την πορεία της ζωής μου. Ανάγευση μοναξιάς, πολυτέλεια της χαύνωσης του νου, του ταξιδιού μέσα στους άλλους.

Αγόρασα κάστανα. Σταμάτησα στις φωτισμένες προθήκες των βιβλιοπωλείων. Λαχτάρησα μερικά βιβλία. Παρατήρησα τις μορφές των ανθρώπων. Των ομοίων μου. Αδικαιολόγητα πικραμένος ταξίδεψα.
. . .
Τα βιβλία του Ευγενίδιου. Το βιβλιοπωλείο της Βαβέλ. Μπόρις Βιάν “Θα φτύσω στους τάφους σας”. Μνήμες παιδικής σεξουαλικότητας. Γνωριμίας των περιγραφών. Αθωότητα των χρόνων που έφυγαν.

Αισθήματα και συναισθήματα ένας κόμπος στο νου. Ανεβαίνω την Ιπποκράτους. Πείνα. Επιθυμία για σουβλάκι. Το μαγαζί μικρό και βρόμικο. Προηγούνται άλλοι. Περιμένω. Ένα κορίτσι με τη μητέρα του. Αγγίζουν το πόμολο. Μετανιώνουν. Φεύγουν. Κατευθύνονται σ’ ένα μαγαζί απέναντι που μόλις ανακαλύπτω. Είναι η στιγμή που ο σουβλατζής, τετραπέρατος και ταχύτατος, βουτά πίτες σ’ ένα λάδι κατάμαυρο. Ακολουθώ μάνα και κόρη απέναντι.

Μαρία. Δεκατέσσερα στα δεκαπέντε. Ένα κορίτσι. Ούτε πιο όμορφο ούτε πιο άσχημο από τα άλλα. Πεταχτά και ανυπόμονα τσιμπολογεί από την ανοικτή της μητέρας της παλάμη κέρματα. Συμπληρώνει 64 δραχμές για τα δυο της σουβλάκια. Πληρώνει. Φεύγουν. Η Ιπποκράτους γυαλίζει υγρή. Βαδίζουν. Η Μαρία είναι χωλή. Η καρδιά μου σφίγγεται. Σφίγγεται.
Ανεβαίνω. Γυρνώ. Φθάνω. Είσαι εκεί. . . . 

Ξημερώνει. Ταξίδι της αναχώρησης. Λάθος πληροφόρηση. Ολιγωρία ίσως. . .
Συνταξιδιώτες. Η χοντρή ανόητη Θεσσαλονικιά που δήλωσε δημοσιογράφος. Η διήγηση του πως εκπόρθησε το Πεντάγωνο με μόνη τη δημοσιογραφική της ταυτότητα. Τα ειρωνικά βλέμματα που μου απόσπασε. Ο τρόπος και το μηδενικό ειδικό της βάρος. Ο ευγενικός τυρέμπορος από τη Λάρισα που δήλωσε ευκατάστατος και σοσιαλιστής. Το συμπαθητικό ζευγάρι των ηλικιωμένων που πήγαινε στη Θεσσαλονίκη για τους αρραβώνες του γιου του. Ο Κωστάκης. Φαρμακοποιός και ΔΕΑ. Ναι! Η νύφη τους δεν καπνίζει, δε φορεί παντελόνια, δε δουλεύει. Τέλος η μεσόκοπη γυναίκα απέναντί μου. Τα παπούτσια βγαλμένα και τα πόδια γυμνά. Φωτογραφίες των πρόσφατα παντρεμένων κοριτσιών της. Η μία παντρεμένη και “λίγο” έγκυος.
 
Ταξιδεύουμε. Η σκέψη μου σε τυλίγει. Το τραίνο συνεχώς καθυστερεί. Οι ανόητες συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Οι βαθυστόχαστες κενές κουβέντες τους. Δε συμμετέχω. Σκέφτομαι τη ζωή μας. Κοιτώ έξω. Η χοντρή αγωνιά να μάθει ποιος είμαι και τι κάνω. Δεν της δίνω την ικανοποίηση. Κατεβαίνω στο Π. Έχω μάθει όλα σχεδόν τα οικογενειακά τους.

Δεν υπάρχει τραίνο για Κ. Υπάρχει ένα μέχρι Έ. Η κοπέλα του 145 με έχει γελάσει. Ταξί με τρεις φαντάρους. Α. Ρωτώ στα καφενεία. Άντρες που πίνουν, καπνίζουν, παίζουν χαρτιά. Πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν. Έχω για δέκα λεπτά χάσει το τελευταίο λεωφορείο Θ.-Κ. Οι σιδηρόδρομοι του Ελληνικού κράτους έχουν κάνει το θαύμα τους. Οργή.
Λεωφορείο. Β. Η πόλη κοιμάται. Είναι γύρω στις εννέα και μισή. Ταξί. Πρακτορείο Κ. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα φανάρια της πόλης ρυθμίζουν μια ανύπαρκτη κίνηση. Είμαι οικείος με το περιβάλλον. Ηρεμώ. ΟΤΕ. Γνώριμοι θάλαμοι. Τηλεφώνημα. Απουσία.

Πεινώ. Στο μαγαζί ξαναγίνομαι ο Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. Τρώω πολύ. Σου τηλεφωνώ. Κάνει κρύο. Δε φορώ την επένδυση του τζάκετ. Ξενοδοχείο “Β.”. Κούραση. Αφή των σεντονιών. Πρωινό ξύπνημα. Καφεδάκι στο καφενείο του πρακτορείου. Επιβίβαση στο λεωφορείο των 8 και 30. Η Κ. χιονισμένη. Ομίχλη. Αργή κίνηση. Στο βάθος μια πλαγιά γυμνή. Κ. Ψώνια. Γλυκά για τους συναδέλφους. Λεωφορείο για Π. Κατεβαίνω στο δρόμο για το Σ. Περνώ την πύλη στις 12 παρά 5. Σου τηλεφωνώ. Μουδιασμένη. Ψυχρή σχεδόν. Χαμογελώ. Κατανοώ. Δωμάτιο 105. Ρούχα της δουλειάς.
. . .
Εσύ εδώ - κι εγώ εκεί
Για μια στιγμή - απ’ την αρχή
Να φτιάξουμε - τον κόσμο…

21/02/2006

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2006

Μονομαχία στο Μπορντώ [ΝΚ]

Βρισκόμαστε στα 1282, λίγο μετά τον “Σικελικό Εσπερινό”. Ο Κάρολος Ι Κόμης του Ανζού και της Προβηγκίας, Βασιλιάς της Σικελίας, της Αλβανίας και της Ιερουσαλήμ έχει εμπλακεί σε πόλεμο με τον Πέτρο ΙΙΙ Βασιλιά της Αραγωνίας. Έχουν και οι δυο τα προβλήματά τους και, κυρίως, άδεια ταμεία. Και ο πόλεμος, ήδη από τότε, κοστίζει. Κοστίζει πολλά. Να για πανοπλίες, να για κουζινομάχαιρα, να για μιστά, να για τους δανειστές και τους τοκογλύφους τι να απομείνει για τους δύστυχους τους Βασιλείς; Τρέχουν, λοιπόν, και δεν φτάνουν. Και θέλουν να κερδίσουν, χωρίς μακροχρόνιο πόλεμο, και επιθυμούν να μην καταξοδευτούν.

Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που ο Κάρολος, ως πιο “περπατημένος”, προτείνει επισήμως στον Πέτρο να λύσουν τις διαφορές τους με μια ωραιότατη μεταξύ τους μονομαχία [και να φάνε τα λεφτά τους σε σουβλάκια]. Του Πέτρου του καλαρέσει η ιδέα και δέχεται ασμένως [το λεξικό, το λεξικό].

Υπάρχει όμως το ζήτημα ότι για τα μεσαιωνικά δεδομένα ο Κάρολος, στα πενήντα έξι του, θεωρείται ήδη γέρος ενώ ο Πέτρος είναι δεκαπέντε χρόνια νεώτερος. Έτσι αποφασίζουν να καλέσουν και άλλους στην χαρά τους και να αρπαχτούν με παρέα εκατό επιλέκτων ιπποτών του ο κάθε βασιλέψ. Τα είπανε, τα συμφωνήσανε, σενιάρανε τον οπλισμό, ξυστρίσανε τα αλόγατα, “κλείσανε” για την 1η Ιουνίου 1283 και τυπώσανε και προσκλήσεις. “Σας καλούμε να μας καμαρώσετε. . .” και τα τοιαύτα.

Αυτή η “μονομαχία”, των 101 από την μια και των άλλων 101 από την άλλη, ήταν, για την εποχή, μια προσφυγή στον Θεό και στην αγαθή του ετυμηγορία. Αν υπήρχε τότε ΟΗΕ [τρομάρα του όπως τον έχουνε καταντήσει] ίσως να πηγαίνανε, χεράκι – χεράκι, να λύσουν εκεί τις διαφορές τους. Αλλά δεν υπήρχε ούτε ΟΗΕς ούτε άλλος Διεθνής Οργανισμός να μπερδουκλώνει τα πράγματα και να βγάζει το μαύρο άσπρο όπως, καλή ώρα, στην όμορφη, ηθική και τσαχπινογαργαλιάρα εποχή μας.

Τα “παλικάρια” το “βεβαίως και να αρπαχτούμε!” το είπανε. Αλλά δεν ήταν και κοροϊδάρες να χάσουν τα αβγά και τα πασχάλια σε ένα γήπεδο. Διότι αλόγατα είναι αυτά πέφτουνε, κεφάλια είναι αυτά σπάνε, διάβολος είναι αυτός και βάζει την ουρά του. Είχανε μεσολαβήσει και διάφορα μπήκε στην μέση και ο Πάπας [τι στο καλό πήραμε την αντιπροσωπεία του Θεού επί της γης; Εμείς πότε θα πουλήσουμε;], άστα να πάνε, μπλέξανε τα παλικάρια. Ψάχνανε, λοιπόν, τρόπο να την “κάνουνε” αξιοπρεπώς. Και οι μπαγάσηδες τον βρήκανε [ή έτσι νομίσανε!].

Ο τόπος συνάντησης ήταν στο Μπορντώ. Με εντολή του Βασιλιά Εδουάρδου της Αγγλίας [ο οποίος με εντολή του Πάπα απέφυγε κάθε άλλη προσωπική ανάμειξη] ο Ιωάννης του Γκραιλύ ανέλαβε να οργανώσει την υποδοχή των “μονομάχων” και να προετοιμάσει τον χώρο του αγώνα.

Ο Κάρολος έφθασε στο Μπορντώ με μεγάλη πομπή συνοδευόμενος από τον Βασιλιά της Γαλλίας και ένα μάτσο σημαιοστολισμένους Γάλλους ιππότες, από τους οποίους θα διάλεγε εκατό να κάνει ο άνθρωπος τη δουλειά του. Μεγάλος Βασιλιάς ήτανε. Το έδειχνε [μη πα και τον κόψουνε για παρακατιανό και του μειώσουνε οι υπηκόοι την επιχορήγηση!].

Ο Πέτρος το “έπαιξε” ΝΔ. Σεμνά και ταπεινά. Την κεφάλα κάτω, λίγα τα λόγια με τους μαστόρους και “Ότι πει ο Θεός” [άλλη σκασίλα δεν είχε ο Θεός με τα κουτσαβάκια θα έτρωγε την ώρα του].

Την ημερομηνία την ορίσανε, 1η Ιουνίου 1283. Από ώρα όμως; Γράφε μου ενίοτε [που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Σκαρίμπας]. Νωρίς το πρωί μπουκάρησε στον στίβο ο Πέτρος, ο Βασιλέψ της Αραγωνίας, με τους εκατό του να μασάνε σίδερα [τσίκλες δεν υπήρχαν τότε]. Παίξανε οι καραμούζες [τα ταρά τατά], τον αναγγείλανε οι κήρυκες και δεν άνοιξε ούτε μύτη. Ωραία πράγματα! “ Μάαστα ” είπε ο Πετράκης. Γύρισε στα καταλύματά του και έβγαλε μια ανακοινωσάρα κάτσε καλά. Ήρθατε μουσιού Κάρολε; Όχι! Χάσατε! Δική μας η νίκη. Ο Θεός μίλησε!

Λίγες ώρες αργότερα η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε με τον Βασιλιά Κάρολο αυτή τη φορά. Ταρατατζούμ τζουμ. Αίσχος τους! Μεγάλα παιδιά να κάνουν τέτοια καραγκιοζιλίκια.

Λίγες μέρες αργότερα, και κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για ανανδρία, τα μαζέψανε και πήγανε για φρέσκα. Έτσι, τελείωσε αυτή η ιστορία της παρ’ ολίγον μονομαχίας μεταξύ δυο Βασιλιάδων.

Υ.Γ

1. Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο “ΣΙΚΕΛΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ” [Κεφάλιο 14, Η μονομαχία μεταξύ των Βασιλέων, σελ 256] του κ. Steven Runciman / Εκδόσεις Γκοβόστη / 2003
2. Την “έμπνευση” μου έδωσε η εξαιρετική εγγραφή " Το Γκα του κυρίου Γκάους "της Mirandolina

18/02/2006

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2006

Σε μία Πόλη [ΝΚ]


Πριν από λίγα χρόνια, και για υπηρεσιακούς λόγους, βρέθηκα σε μια πόλη της βόρειας Ελλάδας. Στην περιοχή της πόλης αυτής είχα ζήσει και εργαστεί για ένα διάστημα εννιά και πλέον ετών. Επρόκειτο για μια γκρίζα, βιομηχανική περιοχή στην οποία, ωστόσο, είχα ζήσει καλά.
Η εποχή θα πρέπει να ήταν τέλος φθινοπώρου, αρχές χειμώνα. Έκανε κρύο, τόσο που να σου υποβάλει την σκέψη να αναζητήσεις ζεστασιά. Οι υποχρεώσεις μου τελείωσαν το μεσημεράκι. Το απογευματάκι βγήκα να περπατήσω στην πόλη. Να αναζητήσω γνώριμες γωνιές, γνώριμους δρόμους, γνώριμες προθήκες καταστημάτων. Να μετρήσω πόσο άλλαξαν. Να μετρήσω πόσο άλλαξα.
Περπατούσα και έψαχνα. Έψαχνα και σκεφτόμουνα. Σκεφτόμουνα και νοσταλγούσα. Τα πόδια μου παγωμένα. Τα χέρια στις τσέπες. Οι διαβάτες με σηκωμένους τους γιακάδες. Βιαστικοί. Έτρεχαν να γυρίσουν στο σπίτι τους.
Με χτύπησε μια σκέψη. Με κατέλαβε. Λαχτάρησα για ένα κλειδί στην τσέπη. Ένα κλειδί που άνοιγε την πόρτα ενός σπιτιού εκεί κοντά. Νέτα σκέτα. Λαχτάρησα την ζεστασιά ενός σπιτιού. Την κίνηση που ξεκλειδώνεις και μπαίνεις. Μπαίνεις και η ζεστασιά του σπιτικού σε αγκαλιάζει. Σε ζεσταίνει. Σε προστατεύει.
Ένα κλειδί και μια πόρτα. Τα έτρεξα αυτά με τη σκέψη μου και πόνεσα, σχεδόν σωματικά. Ένα κλειδί. Ένα κλειδί και μια πόρτα. Έτσι είναι η ζωή μας μερικές φορές. Μια ανάγκη. Για ένα κλειδί και μια πόρτα. . .

16/02/2006

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2006

Ανήκειν [ΝΚ]

Κοντεύει να κλείσει ένα έτος από την δημοσίευση της πρώτης εγγραφής στο ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο. Μπήκα, λοιπόν, στον συγκεκριμένο χώρο και σιγά σιγά άρχισα να τον γνωρίζω. Υπάρχουν όλων των ειδών τα είδη. Ένα υποσύνολο της κοινωνίας. Ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Επιτυχημένες, χιουμοριστικές, εκ βαθέων, ασύνταχτες, οργισμένες, απίθανες, απρόβλεπτες, χαριτωμένες, γλυκύτατες, πονεμένες, αυτοβιογραφικές, βιωματικές, και ότι άλλο μπορείτε ή θέλετε να φανταστείτε, εγγραφές.

Για όσους «γράφουν», ερασιτεχνικά ή όχι, ο χώρος αυτός είναι χρυσορυχείο. Σε βοηθά να προσδιορίσεις το που βρίσκεσαι. Θαρρείς ότι χειρίζεσαι καλά και σωστά την γλώσσα; Βρίσκεις εγγραφές που είναι καλύτερες από ότι εσύ θα μπορούσες να γράψεις. Θεωρείς ότι έχεις χιούμορ; Βρίσκεις εγγραφές με χιούμορ καλύτερο από το δικό σου. Επαληθεύεται, με λίγα λόγια, μια αγαπημένη μου φράση:

- Και του μεγάλου αεί έστι μείζον

[Κι απ’ το μεγάλο υπάρχει πάντα κάτι μεγαλύτερο. Αναξαγόρας D-K. B. 3. --> Μπαχαράκης, Αείζωον Πυρ, 1994]

Έτσι, για να γνωρίζουμε που βρισκόμαστε και ποιοι είμαστε.

Είσαι στον χώρο και περνάς ένα στάδιο όπου «ψάχνεσαι». Πόσοι επισκεφθήκαν το ημερολόγιο μου; Εκατό; Και του δείνα; Ενενήντα; Αχά! Άρα είμαι «καλύτερος»! Και άλλα τέτοια χαζά. Σε λίγο, αναπόφευκτα, ανακαλύπτεις ότι στον χώρο υπάρχουν «ομάδες». Ομάδες ανθρώπων που γνωρίζονται, συναντιόνται ή έχουν συναντηθεί, και οι οποίοι έχουν αποκαταστήσει δικούς τους κώδικες επικοινωνίες και μοιράζονται κοινές μυθολογίες. Επικοινωνούν, το χαίρονται και το δείχνουν! Παντελώς νόμιμο και κατανοητό. Ποιος είναι αυτός που θα απορρίψει την ασφάλεια του «ανήκειν» και μάλιστα για πολύ;

Μπαίνεις, λοιπόν, σε έναν ακόμα πειρασμό. Στον πειρασμό του να «ενταχθείς», να βρεις τους ομοίους σου, να μιλήσεις τη γλώσσα τους και να δηλώσεις συμμετοχή στην διαμόρφωσή της. Και με το πρίσμα αυτό σου έρχεται να γράψεις τίποτα «εξυπνάδες», που δεν τις πολυπιστεύεις, να σχολιάσεις με το ζόρι, να γίνεις αρεστός. Παιδικές ασθένειες με άλλα λόγια.

Τι μένει και τι αξίζει τελικά; Μα το να προσπαθήσεις, να μην αλλοιώσεις τον εαυτό σου. Να μην ευτελίσεις τις σκέψεις, τις απόψεις, τις ιδέες σου. Όσο μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Είναι πολλοί εκεί έξω. Με κάποιους θα ταιριάξεις, με κάποιους ίσως θα συντονιστείς. Μη βιάζεσαι, μη προσποιείσαι, μη σπαταλιέσαι. Γράψε, όσο καλύτερα μπορείς, αυτό που σκέφτεσαι, αυτό που αισθάνεσαι, αυτό που θέλεις. Έχεις ένα παράθυρο στον κόσμο. Άνοιξέ το και δείξε, αφού το θέλεις, το εσωτερικό του σπιτικού σου. Τίποτα άλλο.

15/02/2006

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2006

Καβάφης και Zide [ΝΚ]


Μου έχουν “κολλήσει” εδώ και ημέρες οι στοίχοι:

“Ηυλήσαμεν υμίν
Και ουκ ωρχήσασθε ”

Με γυροφέρνουνε και με στεναχωρούν. Έτσι. Για άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, άλλους καιρούς. Για γεγονότα που ανήκουν στην προσωπική μου ιστορία και συνεπώς, δεν αναμένεται να αλλάξουν πια. Και η ζόρικη συνέχεια;

“Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.”

Έτσι είναι. Ή χορεύεις όταν παίζει ο αυλός ή το ξεχνάς και πας για άλλα. Τα υπόλοιπα είναι “εκ του πονηρού” ή και:

“νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω”

Όπου καθόλου δεν υπάρχουν, πλέον, περιθώρια να πεις:

“Ανέγνων, έγνων, κατέγνων”

Μιας και θα σου απαντήσουνε δικαίως και ευθύς:

“Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως· ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως”

Ευτυχώς, ή δυστυχώς, μόνο το “Ανέγνων” μοιάζει προσιτό. Το “έγνων” δύσκολο και το “κατέγνων” δυσκολότερο. Διότι όλα αυτά συναρτήσεις, του χρόνου και του χώρου και των ψυχών, γεμάτες μεταβλητές και με αρχικές συνθήκες συνήθως άγνωστες. Άντε τώρα εσύ να βγάλεις συμπέρασμα και να ΄βρεις λύση. Γι’ αυτό σου λέω:

- Καλύτερα να ανάψεις ένα κερί παρά να καταραστείς το σκοτάδι!

ΣΤΑΛΣΙΜΟ

Ω! το πρωί πως κουράστηκε η μέρα
Τον κάμπο για να πλύνει ως πέρα.

Ηυλήσαμεν υμίν
Δε μας ακούσατε.

Τραγουδήσαμε
Και ουκ ωρχήσασθε

Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.

Σαν είχε η δυστυχία μας απογίνει
Εγώ προτίμησα την καλή σελήνη

Κάνει και σκούζουν τα σκυλιά
Και τα βατράχια μουσικά.

Μες στα καλόβολα τενάγη
Απλώνεται άλαλη και πάειׂ

Η χλιαρή της η γυμνότητα
Ματώνει στην αιωνιότητα.

Οδηγήσαμε χωρίς τις γκλίτσες μας
Τα κοπάδια στις καλυβίτσες μας

Όμως τα πρόβατα γιορτές είχαν γυρέψει
Κι’ έτσι ανώφελα θα να ΄χουμε προφητέψει.

Εκείνοι παν, λες για νερό,
Τα’ άσπρα κοπάδια στο μακελειό.

Χτίσαμε απάνω σ’ αμμουδιές
Τις πρόσκαιρες μας εκκλησιές.

Andre Gide
Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ / ΙΚΑΡΟΣ / Απρίλιος 1965
Σελίδα: 17

13/02/2006

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2006

Μια Διόρθωση και Μία Λέξη [ΝΚ]

Πέρασα σήμερα έξω από το κατάστημα PMW, στην Ομόνοια. Τις προθήκες του κοσμούσαν ωραιότατα ευμεγέθη αυτοκόλλητα με ένα ελληνοπρεπέστατο “Ανεξαρτήτως” να λάμπει ως αδάμας. Ευχαριστήθηκε η ψυχή μου. Εύγε [τους]!

Ακούγοντας και βλέποντας τις ημέρες αυτές τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών, με όλον αυτό τον διογκωμένο θόρυβο για τα “ακραία” καιρικά φαινόμενα και τις συνέπειες τους στην καθημερινότητά μας, μια λέξη σχηματίσθηκε στο μυαλό μου:

- Μετεωλαγνεία!

08/02/2006

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2006

Άσμα [ΝΚ]

Από την τελευταία δισκογραφική δουλειά των Χαΐνηδων ξεχώρισα [και] ένα τραγούδι με όμορφο ρυθμό και εξαιρετική, ως συνήθως, ερμηνεία σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη. Εκείνο που αρχικά με εντυπωσίασε ήταν ο στίχος:

Φέρτε μου δεύτερο καφέ
Κι αλλάξτε μου το χέρι


Όταν είδα το ποιος ήταν ο στιχουργός κατανόησα. Τέτοιοι στίχοι, κακά τα ψέματα, δεν γράφονται εύκολα. Ακούστε το και θα με θυμηθείτε!

Τα Όσα η Μοίρα Μου ΄Γραφε

[Αντώνης Σκαμνάκης – Οδυσσέας Ελύτης]

Τα όσα η μοίρα μου ΄γραφε
Κι άλλος κανείς δεν ξέρει
Τα βρήκα μέσα στον καφέ
Τα διάβασα στο χέρι

Ποτάμι βρήκα σκοτεινό
Μια σφαλιγμένη πόρτα
Κοράκια πάνω στο βουνό
Και φίδια μες στα χόρτα

Μακάρι να ΄μουν σαν τα ζα
Που βόσκουνε στον κάμπο
Γράμματα να μη γνώριζα
Μες στα μυστήρια να ΄μπω

Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
Να ψάχνω δεν συμφέρει
Φέρτε μου δεύτερο καφέ
Κι αλλάξτε μου το χέρι


Χαΐνηδες

Ο Γητευτής και το Δρακοδόντι
[MBI CD 11069]



06/02/2006

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2006

Ανεξαρτήτου [και πάσης Ελλάδος] [ΝΚ]

- “Ανεξαρτήτου” ποσού

- “Ανεξαρτήτου” ομάδας αίματος

- “Ανεξαρτήτου” τιμής

- “Ανεξαρτήτου” εποχής

- “Ανεξαρτήτου” αριθμού δόσεων

“Ανεξαρτήτου” σε ηλεκτρονικά ημερολόγια, σε διαφημίσεις της Εθνικής Τράπεζας, σε αφίσες του PMW [Patsis Music World], σε διαφημιστικό φυλλάδιο του “Παπασωτηρίου”, στο τελευταίο τεύχος του - “Computer Active”.

“Ανεξαρτήτου” παντού.

Έτσι, για να δείχνουμε μια ζαβωμένη παιδεία, να φτύνουμε πάνω στην γλώσσα και να την στρεβλώνουμε, να δίνουμε το παράδειγμα του “κουλτουριάρη” τενεκέ, του “έλα μωρέ, και τι έγινε;”. Γιατί κάποιος βλαξ το ξεκίνησε και εκατοντάδες μωροί, μεσ’ την τρελή χαρά, τον ακολούθησαν. Σε λίγο θα λες, ή θα γράφεις, “Ανεξαρτήτως. . .” και θα σε θεωρούνε αμόρφωτο ή, ακόμα χειρότερα, “κολλημένο”.
Ας πάει κι αυτό μαζί με την περίφημη “αποκατάσταση της βλάβης”. Καθιερώθηκε και χαιρετίσματα, πλέον, στου Δράμαλη τη μάννα. Όλοι οι βλαμμένοι έχουν βαλθεί, μανιωδώς, να “αποκαθιστούν βλάβες”. Άντε μετά να προκόψει η έρημη χώρα.
Αααχ! Ανεξαρτήτου αποτελέσματος, τα είπα και περιμένω, χαρά χαρούμενος, να αποκατασταθεί η λανθασμένη χρήση της λέξης [στο θρόνο της]!


02/02/2006

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2006

Πληθυντικός [ΝΚ]

“Δε μιλούσαμε στον ενικό, λόγω της παράξενης κολομβιανής συνήθειας να μιλάς στον ενικό με τον πρώτο χαιρετισμό και να περνάς στον πληθυντικό μόνο όταν υπάρχει μεγαλύτερη οικειότητα - όπως ανάμεσα σε συζύγους.”

Να μια καλή συνήθεια για να βάλουμε μερικά πράγματα [και πολλούς ανθρώπους] στην θέση που τους αξίζει. Δηλώνω, ευθύς, οπαδός του πληθυντικού αριθμού. Ενός αριθμού που σου δίνει την δυνατότητα να εκφράσεις τα αισθήματα και συναισθήματά σου με λεπτότητα και χάρη. Και, επί πλέον, σου επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις εκφράσεις, συντακτικό και τρόπους παλιούς, ίσως ξεχασμένους, και σίγουρα αγαπημένους. Πληθυντικός, λοιπόν, της έκφρασης και της οικειότητας!

Gabriel Garcia Marquez,
Ζώ για να τη διηγούμαι,
[VIVIR PARA CONTARLA]
Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2003


01/02/2006

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2006

Παλιό μα Επίκαιρο [ΝΚ]

ΑΝ

Αν ήταν
Να ‘μαστε μαζί
Και τούτο
Το χειμώνα
Θα έλιωνα
Με το φιλί
Το χιόνι
Απ’ τα μαλλιά σου

16/01/1978

Τέτοιες Μέρες [ΝΚ]

Το έχω παρατηρήσει. Όποτε η μέρα είναι ιδιαίτερη, είτε λόγω καιρού είτε λόγω ημερολογίου, σκέφτομαι πρόσωπα συγκεκριμένα. Υπάρχει, δηλαδή, μια ομάδα 5-6 ατόμων από την οποία, ανάλογα με την περίσταση, γίνεται μια “φυσική επιλογή”.

Είναι, ας πούμε, η μέρα ηλιόλουστη; Σκέφτομαι την Φ. Είναι παραμονή εθνικής επετείου;! Σκέφτομαι την Ν. Είναι μια μέρα σαν την σημερινή; Σκέφτομαι την Μ. Και κάπως έτσι πάει. Μερικές φορές το “σκέφτομαι” γίνεται τηλεφώνημα, άλλες γίνεται βαλάντωμα και άλλες “τι είναι η ζωή, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο παφλασμός των κυμάτων;”.

Φταίει που με τα μέλη της πιο πάνω ομάδας έχουν κοπεί ή έχουν λασπώσει ή έχουν χαθεί οι δρόμοι επικοινωνίας. Φταίει που είμαι ποντισμένος στο παρελθόν μου [και άρα στο παρόν που αναγκαστικά παρελθοντοποιείται], φταίει που συντηρώ το επιμέρους σαν όλον, φταίει που μου έχουν μείνει απορίες για συμπεριφορές και καταστάσεις. Φταίει που έχω την αίσθηση ότι οι απέναντι ανταποκρίνονται πλημμελώς στα όποια, λόγω ή έργω, αιτήματα μου.

Έτσι! Είναι κάτι τέτοιες μέρες που η σκέψη μου πάει και βρίσκει και αγκαλιάζει. Και υπάρχουν ένα σωρό ανόητα “αν”, ψεύτικα “ίσως” και μάταια “μακάρι” που δεν θα εξαργυρωθούν ποτέ και σε καμία Τράπεζα. Γιατί ο κόσμος [το “στολίδι”] είναι έτσι όπως είναι και ο καθένας έχει τα δικά του και, όπως είπε η Μαφάλντα [Quino]:

- Το επείγον δεν αφήνει χρόνο για το αναγκαίο

Και τρέχουμε λαχανιασμένοι πίσω από μια καθημερινότητα που δεν μας ταιριάζει και που ποτέ δεν θα μάθουμε αν μας αξίζει ή αν για άλλα, μεγάλα, ήμασταν πλασμένοι.

Είναι κάτι μέρες σαν αυτή, με κρύο και χιόνι, που θέλω να αρπάξω το τηλέφωνο, να γράψω επιστολές, να στείλω e-mail, να πω και να κάνω. Και δεν κάνω τίποτα. Μονάχα κάθομαι εδώ και γράφω αυτά που διαβάζετε. Λοιπόν, ακόμα μια μποτίλια στο πέλαγος [των ανθρώπων, των βίων, των καταστάσεων] που θα ταξιδέψει και, πιθανότατα, δεν θα φτάσει.
Αν, όμως, φτάσει; Η γνωστή ιστορία:

Ό,τι φεύγει, φτάνει;
Ό,τι φτάνει, δένει;
Ό,τι δένει, δίνει;
Ό,τι δίνει, κάνει;
Ό,τι κάνει, πρέπει;
Ό,τι πρέπει, είναι;

Εδώ, πλέον, σας θέλω!

24/01/2006

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2006

Γενικώς [ΝΚ]

Συλλογίστηκες, ω αφελέστατε!, ότι αυτό που για ΄σένα αποτελεί ευτύχημα για τον απέναντι μπορεί να είναι, έως και, ενόχληση;

22/01/2006

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2006

Οι Αθάνατοι [αείποτε: 3]

Πίσω και γύρω από τους αθανάτους των ερήμων και των περιβολιών, τα θνητά φυτά και οι άνθρωποι ζουν και υπάρχουν. Ο ουρανός είναι απύθμενος και η θάλασσα πανδέγμων. Οι άνθρωποι και τα φυτά ζουν την ζωήν των. Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα φαίνονται αλλοπρόσαλλα, όμως μια πιο προσεκτική θεώρησις του συνόλου καταδεικνύει στα έκθαμβα μάτια των παρατηρητών ότι παντού υπάρχει μία καταπληκτική συνέπεια, μία δομή, μία αρχιτεκτονική – όχι όμως της επιστήμης, ή του ορθολογισμού, όπως εις τας λιθοδομάς, ή τα άλλα κτίσματα, μα που αποτελεί την κατά ποικίλα διαστήματα προσωρινήν όψιν μιας αείποτε εκτυλισσομένης εντελεχείας, μιας αείποτε πολλαπλασιαζομένης διαρθρώσεως και επικοινωνίας, ενός αείποτε τελουμένου μυστηρίου, που άλλοι το ονομάζουν Κόσμον, άλλοι Χάος, ή Αρμονίαν και άλλοι Θεού σοφίαν.

Μέσα εις αυτήν την απέραντον μεγαλοσύνην και τα μικρά και τα παραμικρά έχουν την πλήρη σημασίαν των και την ανυπολόγιστον βαρύτητά των. Και εντός της αδιαλείπτου παρουσίας του αναμφισβητήτου αυτού συνόλου των μικρών και τεραστίων, των ορατών και αοράτων, των λογικών και των αλόγων, οπίσω και γύρω από τους αθανάτους, που φύονται εις τους κρημνούς και ζουν τόσον εις τας ερήμους όσον και εις τας πόλεις, τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς οι άνθρωποι, όλοι μαζί, εντός και πέραν του ατομικού, παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα υπάρχοντες ακμάζομεν.

Γλυφάδα, 7.7.1960

[Πηγή: http://www.embiricos2001.gr/anthOktana3.htm]

20/01/2006

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2006

ΝΜ [ΝΚ]


Όμορφη ιστορία το Διαδίκτυο. Με λίγη τύχη, λίγη γνώση και αρκετή υπομονή μπορεί κανείς να βρει ένα σωρό κείμενα, εικόνες και ήχους που τον ενδιαφέρουν. Αρκεί να γνωρίζει τι ζητάει και πώς να το ζητάει. Όλα, λέμε τώρα, μπορεί κανείς να τα βρει στο Διαδίκτυο. Ακόμα και παλιές, αδικαιολόγητα εξαφανισμένες, αγάπες να εικονίζονται διαφημίζοντας τσόκαρα Scholl για επαρχιακά φαρμακεία. Αν, λοιπόν, σας λείπει μια εικόνα για να συμπληρώσετε, ή να ολοκληρώσετε, ένα καμβά αναζητείστε την στο Διαδίκτυο. Ίσως και να σταθείτε τυχεροί [πως σας το εύχομαι!]. Τέλος πάντων, μέρα που είναι, χαλάλι της. Α! Και Χρόνια της Πολλά!

18/01/2006

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2006

Βασιλιάς της Ισπανίας [ΝΚ]

020481 649 ΤΕ 1ος Λόχος

Χθες ήμουν
Βασιλιάς της Ισπανίας
Σήμερα δεν υπάρχει
Μήτε ένα πυργί
Που να είναι πια δικό μου

Αλλεπάλληλες γραμμές των βουνών. Τέσσερις ή πέντε η μια κάτω από την άλλη. Το Καρλόβασι απλωμένο και ακίνητο. Οι τρούλοι των εκκλησιών είναι μπλε. Η θάλασσα ματ γαλάζιο. Το θάμπωμα του σούρουπου κάθεται στις πλάτες των βουνών. Άνθρωποι που βαδίζουν. Φωνές παιδιών που παίζουν. Στα χέρια μου ένα ποτήρι. Πίσω και δεξιά μου μια κοπέλα σ’ ένα μπαλκόνι. Σκυμμένη σ’ ένα κέντημα ή ένα βιβλίο.

Πράσινο και καφέ. Οι κεραμιδοσκεπές της πόλης φυτεμένες μέσα στα δέντρα. Με μια ματιά μαζεύω όσες κατακόρυφες γραμμές μπορώ. Συλλογίζομαι, ευχαριστημένος, ότι είναι σωστό να είναι κατακόρυφα τα σπίτια μας. Ο ήλιος λικνίζεται πάνω από το λιμάνι. Νιώθω το ποτό στη διαδρομή του από το λαρύγγι ως το στομάχι. Τι ζητώ;
Η Νίκη που μου χαμογελά απροκάλυπτα. Ναι! Είναι όμορφες οι κεραμιδοσκεπές, είναι όμορφη η πόλη κι όμορφο πολύ το σούρουπο. Πέρα, προς τα παλιά γραφικά βυρσοδεψία μια βάρκα ταξιδεύει. Την κοιτώ και ξεχνιέμαι. Η πλώρη βυθίζεται και σηκώνεται. Γράμματα που γράφονται και σκίζονται. Βαδίζω. Ξεμουδιάζω. Στέκομαι. Φέρνω κύκλο τη ματιά. Τα νέα κτίσματα της πόλης μοιάζουν με σφραγισμένα δόντια. Ο Φόκνερ είχε δίκιο “η άνοιξη μοιάζει με κοπέλα που έχασε τη ζώνη της”.

Πάνω στο Καρλόβασι μια καταχνιά. Μια εξάχνωση. Στα σίγουρα πρέπει να φωτογραφίσω αυτές τις αλλεπάλληλες 5 ή 6 γραμμές των βουνών. Όλα όσα βλέπω υπήρχαν προτού τα δω και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν ακόμα και όταν φύγω. Πονάω. Γίνομαι ένας ξένος και χάνομαι. Θυμάμαι που μάντεψα πίσω από μια κοινή πράσινη πόρτα τη βούληση του ανθρώπου. Στοχάστηκα τον άνθρωπο. Τη μοίρα του. Αυτή η μαλακή ανθρώπινη σάρκα.
Είμαι όλα τα πετραδάκια που πατώ. Είμαι ο ήλιος, το σύννεφο και το πουλί. Είμαι ποντισμένος στον καιρό. Μια πίεση κάθεται ηδονικά στη κοιλιά μου. Ένα γλυκό σφίξιμο στο στομάχι. Είμαι πρόθυμος να συγκατανεύσω. Είμαι έτοιμος να αντικρίσω το θαύμα δίχως να ξαφνιστώ. Είμαι έτοιμος για το παράλογο του θάνατου. Όλα είναι σωστά βαλμένα στη θέση τους. Όλα θα γίνουν καθώς πρέπει. Θέλω να ενδώσω. Το ποτήρι στα χέρια μου είναι ένα αδιάφορο ψυχρό αντικείμενο. Το αφήνω σ’ ένα τραπέζι. Ακουμπώ τα χέρια στο κιγκλίδωμα. Καρφώνω τη ματιά σ’ όσο ήλιο απόμεινε κι αρχίζω να δακρύζω.

Ξίφος φωτός τεντώνεται
Καρφώνεται
Λυγίζεται και σπάζει

Γνωρίζω πως ζει και κινείται. Έχω δει τα πρόσωπα που συναντά στα λεωφορεία. Ξέρω πως είναι να ταξιδεύεις με τρόλεϊ και έχω σταματήσει μπροστά στις βιτρίνες που σταματά. Γνωρίζω πως βαδίζει. Πως σταυρώνει τα πόδια. Έχω δει το δωμάτιό της. Την καρέκλα, το κρεβάτι, το γραφείο της. Έχω δει στο πρόσωπό της το χαμόγελο. Έχω δει τις γραμμές του προσώπου της να σκληραίνουν. Έχω ακούσει τη φωνή της χαρούμενη είτε λυπημένη. Την έχω αγγίξει μερικές φορές. Τ’ ορκίζομαι την έχω συναντήσει.

Έχω ζήσει νύχτες, έχω πιει κρασί, έχω αφεθεί. Ω! Νύχτα με μονάχα ένα φωτάκι! Η μουσική είναι ένα θηρίο που τρώει τις σάρκες. Ένας ακούραστος τοξότης είναι η μουσική. Κάθε μορφή τέχνης μπορεί να μας βασανίζει τόσο περισσότερο όσο καλύτερα τη γνωρίζουμε.

Νύχτες με σκυμμένο κεφάλι και τη μουσική να χτυπάει στους τοίχους. Συναντήσεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Βυθίσεις σε περιοχές απάτητες. Μια ασκημένη καρδιά. Μια ασκημένη σκέψη που προδίδει. Ένα σωρό αποφάσεις σπασμένες, ριγμένες καταγής. Μαγεία των νυχτερινών περιπάτων στους έρημους δρόμους με τις μυρωδιές των κήπων, τις ανάσες των ανθρώπων, το ξετύλιγμα της σκέψης. Μαγεία των μοναχικών περιπάτων, των μοναχικών στιγμών αδυσώπητης βύθισης ως τον πυρήνα του εαυτού.


Ποιος είναι ο σκοπός της διάψευσης; Ποιες είναι οι διαστάσεις της ελπίδας; Ποιος ευτύχησε ποτέ; Η νύχτα γινόταν ένας αντίπαλος και έπρεπε να παλέψω μαζί της. Αγκαλιασμένοι κυλιόμασταν χάμω. Ήξερα να χτυπώ, ήξερα να παλεύω. Η μουσική στριφογύριζε στους τοίχους και με κύκλωνε. Η σκέψη με μεθούσε. Πάλευα. Άλλοτε ήρεμα άλλοτε μανιασμένα. Πάντοτε δίχως ελπίδα.

Ξεφύλλιζα τα χαρτιά μου και πονούσα. Έφευγα περίλυπος, πικραμένος. Ο ύπνος μου ήταν βαρύς. Που και που ερχόταν στα όνειρά μου. Ξυπνούσα και ήμουν σκεφτικός, γεμάτος απορίες. Οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα. Οι κινήσεις μου ήταν βαριές, αδέξιες, συγκρατημένες. Χρειαζόμουν ένα άγγιγμα για ν’ αρχίσω να ζω. Κάποτε πίστεψα πως μου δόθηκε. Είχα κάνει λάθος. Προσπάθησα. Πίκρα των αδιάφορων συναναστροφών. Χώρος καταστραμμένος από τους λάθος ανθρώπους. Χρόνος καταστραμμένος από τους λάθος ανθρώπους. Βλοσυρό βλέμμα. Περιττές κινήσεις. Λόγια που χάνονταν. Στιγμές που δεν εγκυμονούσαν τίποτα. Γινόμουν εσωστρεφής και για τούτο ευάλωτος.

Γύρισα και κοίταξα. Ήμουν μόνος στο πέτρινο αλώνι με τον ήλιο να καρφώνει κατακόρυφα αμέτρητα δόρατα που σκοτώνουν. Βίωση της απόγνωσης. Ηδονή της σίγουρης πτώσης. Χτυπιέμαι. Φιλιώνω. Χτυπιέμαι. Ματώνω. Ελπίζω. Ματώνω. Τεντώνω το στήθος. Ισιώνω το κορμί. Πατώ γερά. Αντρειεύομαι.

Αφήνομαι. Δεν υποχωρώ. Αφήνομαι. Αφήνομαι. Αφήνομαι. Μα πότε την έχασα; Δύο ή τρεις μήνες γαλήνης και κατόπιν το σύνθημα. Μια συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα. Κάποτε τίποτε από όλα αυτά. Μια κίνηση. Ένα όνειρο. Ένας μοναχικός άνθρωπος αφημένος στο πάει του. Ένα τραγούδι. Ένα σημειωμένο χαρτί. Η κουβέντα ενός φίλου. Μια απορία ανόητη. Το οποιοδήποτε πρόσχημα. Λειτουργία σε παράλληλα επίπεδα με την απόστασή τους να μειώνεται επικίνδυνα κάποτε. Φοβόμουν μη γείρουν και το ΄να με τ’ άλλο συντριβούν.

Νύχτες μ’ ένα φωτάκι και τη μουσική να χτυπιέται στους τοίχους. Συναντήσεις φτιαγμένες από την πολύ σκέψη. Συναντήσεις φυσική συνέπεια της σκέψεις. Τύχη στρεβλωμένη από τη βούληση. Βούληση εστιασμένη στο γεγονός. Γεγονός που περνούσε και χάνονταν. Γεγονός που επέστρεφε δίχως να μπορώ να το κρατήσω. Να το παρατείνω.

Γαλήνη δεμένη με αγωνία. Πίκρα κεντημένη πάνω στην αβεβαιότητα. Μαγεμένα πικρά δυσβάσταχτα απογεύματα. Ατέλειωτες νύχτες μ’ ένα καρφί στην καρδιά και το μυαλό μου. Πάντοτε μιλώντας λιγότερα απ’ όσα ήθελα.

Πάντοτε μιλώντας λιγότερα απ’ όσα ήξερα. Μαθημένος να διαψεύδομαι. Μαθημένος να διαψεύδω.

ΤΙΠΟΤΑ

Πολύ αργόν το βράδυ εσβούσε
και τίποτα ΄ταν το φεγγάρι
κι ό,τι ΄ταν λύπη δε λυπούσε
και τίποτα δεν είχε χάρη.

Μον’ ήταν βράδυ, τίποτ’ άλλο
με δίχως τίποτα στη έγνοια
κι αυτό το τίποτα ν’ μεγάλο
στα τίποτα τα τιποτένια.

Κι έλεα μέσα μου: τι τάχα
τι τάχα νάταν που μ’ ελύπει,
αφού ΄γω τίποτα για νάχα
δεν ένιωθα (χαρά, είτε λύπη).

Παρά έτσι, τίποτα σκεφτόντας
κι άλλο ήρθε τίποτα απ’ αγάλι:
πως τίποτα δεν μούπες - όντας
στρέψαντας - μ’είδες - το κεφάλι…

(Γ. Σκαρίμπας)

Επιστολή στη Φ. (Απομαγνητοφωνημένη από την κασέτα “Τήρησον ουν σ’ εαυτόν… “).

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2006

Τα Που Έλεγα [ΝΚ]



Αυτά ακριβώς που έγραφα χθες. Μπήκα σήμερα στο “Metropolis” της Πανεπιστημίου για μια σύντομη “ενημέρωση” και έπεσα πάνω στον καινούργιο δίσκο των Χαίνηδων. Δίχως δεύτερη σκέψη:
Άδραξα, πλήρωσα, έφυγα

Διπλό CD, λοιπόν, με τίτλο “Ο Γητευτής και το Δρακοδόντι” στο οποίο συμμετέχουν:

Κωστής Αβυσσινός
Παντελής Θαλασσινός
Σωκράτης Μάλαμας
Γιάννης Χαρούλης
Χαονία
και ο Ψαραντώνης

Ακούω τώρα το πρώτο CD και μοιάζει καλό. Ο γνωστός των Χαίνηδων ήχος που κολακεύει το μέρος της ψυχής που δεν είναι ανόητο. Το αγαπώ αυτό το συγκρότημα και αρκετά τραγούδια τους μου έχουν δώσει πολλά και με έχουν ταξιδέψει. Παρασκευοσαββατοκύριακο με Χαίνηδες λοιπόν!

13/01/2006

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2006

Ημερολόγια [ΝΚ]

Ασχολήθηκα αυτές τις ημέρες με τα Ημερολόγια μου. Έχω ήδη αρχίσει την μεταφορά τους σε ηλεκτρονική μορφή [MS Word] αλλά αυτή την φορά πέρασα “την ταυτότητα” των εγγραφών στο Excel [δηλαδή, ημερομηνία, αύξοντα αριθμό, τετράδιο, σελίδα τετραδίου]. Έχουμε, λοιπόν, και λέμε:

33 Έτη ή 11.778 Ημέρες [μεταξύ των Εγγραφών]
14 Τετράδια
1.100 Εγγραφές

και ακόμα:

Πρώτη Εγγραφή: 2/10/1973
Τελευταία Εγγραφή: 31/12/2005
Περισσότερες Εγγραφές: 95 [1979]
Λιγότερες Εγγραφές: 9 [2005]
Μέγιστο Χρονικό Διάστημα Μεταξύ δύο Εγγραφών: 93 Ημέρες
Περισσότερες Εγγραφές: Δεκέμβριο [108] και Κυριακή [194]
Λιγότερες Εγγραφές: Σεπτέμβριο [77] και Παρασκευή [130]
Μικρότερη Εγγραφή: Μία λέξη [χειροποίητη!]
Μεγαλύτερη Εγγραφή: [Περίπου] Έντεκα Σελίδες Τετραδίου

Είναι και αυτό [το συνεπώς να καταγράφεις τα όσα θεωρείς σημαντικά, ενδιαφέροντα ή και απλώς χαριτωμένα] μια μέθοδος για να κρατήσεις μια σπιθίτσα αναμένη. Τώρα για ποιους και γιατί είναι μια μεγάλη, και ίσως πονεμένη, ιστορία. Παραμένει το γεγονός, ωστόσο, ότι σε εμένα αυτόν η ανάγνωσή τους δίνει ένα χάδι στο στομάχι και μία πνευματική ευχαρίστηση. Τριάντα τρία συναπτά έτη είναι αυτά. Δεν είναι παίξε, γέλασε. Τέλος πάντων. Σας ζάλισα φοβούμαι και θα σκεφτόσαστε:
- Ωρ’ τ’ είν’ τούτος!
Τίποτα το ιδιαίτερο. Μονάχα κομματάκι αλλόηχος [κι αν βρείτε την λέξη σε λεξικό ειδοποιήστε με να αποσύρω την ληξιαρχική της πράξη γέννησης!].

Άϊντε! Πολύ το βασάνισα απόψε και Καλή σας Νύχτα με Τρυφερά Ενύπνια περί Ερώτων Ακριβών και [ευτυχώς] Ανεκπλήρωτων!

12/01/2006

Έξι Ό,τι Ζητούν Αποδέκτη [ΝΚ]

Ό,τι φεύγει, φτάνει;
Ό,τι φτάνει, δένει;
Ό,τι δένει, δίνει;
Ό,τι δίνει, κάνει;
Ό,τι κάνει, πρέπει;
Ό,τι πρέπει, είναι;

Εδώ σε θέλω!

12/01/2006

Διακοπές [ΝΚ]

Κάθε φορά που έχω ημέρες διακοπών μπροστά μου η ίδια ιστορία. Οι “Μεγάλες Προσδοκίες”. Να βάλλω “Τάξη στο Χάος”. Δηλαδή, να τακτοποιήσω, επιτέλους, τα υπάρχοντά μου. Τα όσα συσσωρεύω. Να επιλέξω, να ταξινομήσω και να τοποθετήσω όπου πρέπει, ή να αποθηκεύσω, CD, DVD, βιβλία, περιοδικά, στατικά μοντέλα, “χαρτιά”, φωτογραφίες και συναρμολογούμενα.

Τα καταφέρνω πάντα και μαζεύω ένα σωρό από δαύτα. Και φυσικά ούτε που προλαβαίνω να ακούσω, να δω, να διαβάσω ή να ασχοληθώ με το κάθε ένα από αυτά. Αρκούμαι στην σιγουριά της κίνησης του “απλώνω και το παίρνω” όταν, και εφ’ όσον, το θελήσω. Δεν λέω ότι είναι το καλύτερο το να συσσωρεύεις αντικείμενα και πραγματικά προσπαθώ να αυτοσυγκρατούμαι αλλά να, δυσκολεύομαι.

Υπάρχουν μουσικά άλμπουμ, βιβλία, και ταινίες που, μερικές φορές, τα ψάχνω χρόνια. Έ, όταν βρεθούν στην πλώρη μου [και όχι τυχαία, να εξηγούμαστε] βγάζω το πορτοφόλι μου και . . . φεύγω με σακούλα. Αναγνωρίζω την γενναιότητα του να μπορείς να απαλλαγείς από μερικά από αυτά. Δύσκολο, ωστόσο. Όπως λέει και ο κ. Βαλερί:

- Εδώ και είκοσι χρόνια δεν έχω πια βιβλία. Έκαψα και τα χαρτιά μου. Διαγράφω πράγματα ζωντανά. . . Συγκρατώ εκείνο που θέλω. Αλλά η δυσκολία δεν είναι εδώ. Είναι να συγκρατήσω εκείνο που θα θελήσω αύριο!. . Γύρεψα ένα κόσκινο μηχανικό. . .

“Η Βραδιά με τον κ. Τεστ” [Η μετάφραση του Γ. Σεφέρη και … η υπογράμμιση δική μου].

Έγινε, λοιπόν, και πάλι το αναμενόμενο. Οι διακοπές μου, των εορτών, τερματίζονται σήμερα [αύριο, πρώτα ο Θεός, στο Γραφείο] και ουδέν επί του θέματος έπραξα. Να είμαστε καλά. Στις επόμενες διακοπές, ίσως!

12/01/2006

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2006

Ενύπνιο ΔΚικό [ΝΚ]

Καλά που υπάρχουν τα έρημα τα ενύπνια [τα έγχρωμα πάντα!] και βοηθάνε να ξεφύγουμε από την, όποια, καθημερινότητά μας. Εκεί. Στην περιοχή της Ομόνοιας. Η αφετηρία των λεωφορείων. Καμιά ανάγκη για Μετρό. Την είδα να βαδίζει. Ήταν εκείνη. Επιβιβάστηκα. Κάπου σε ένα κάθισμα πίσω μου. Έκανα ότι δεν την είδα. Έκανε, ίσως, ότι δεν με είδε. Κύριο χαρακτηριστικό η υφή των μαλλιών της. Ένας συνεπιβάτης, ο διπλανός μου, που έψαχνε εναγωνίως εισιτήριο. Κατέβηκε και έψαχνε τα περίπτερα. Το μποτιλιάρισμα στην Βουλιαγμένης βοηθούσε να μην χάσει το λεωφορείο.

Λοξά κοίταξα πίσω. Πάντα στην θέση της. Πάντα η υφή των μαλλιών της. “Θα πηγαίνει στην αδελφή της”, σκέφτηκα. Η ανατροπή. Σηκώθηκε από το κάθισμά της και ήλθε δίπλα μου. Σχεδόν έδιωξε αυτόν που, στο μεταξύ, είχε καθίσει δίπλα μου. Κάθισε. Αισθάνθηκα χαρούμενος. Μιλήσαμε. Κατεβήκαμε, επί της Βουλιαγμένης, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονα. Τα υπόλοιπα, δυστυχώς, δεν τα θυμάμαι. Έτσι!


10/01/2006