Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2006

Βασιλιάς της Ισπανίας [ΝΚ]

020481 649 ΤΕ 1ος Λόχος

Χθες ήμουν
Βασιλιάς της Ισπανίας
Σήμερα δεν υπάρχει
Μήτε ένα πυργί
Που να είναι πια δικό μου

Αλλεπάλληλες γραμμές των βουνών. Τέσσερις ή πέντε η μια κάτω από την άλλη. Το Καρλόβασι απλωμένο και ακίνητο. Οι τρούλοι των εκκλησιών είναι μπλε. Η θάλασσα ματ γαλάζιο. Το θάμπωμα του σούρουπου κάθεται στις πλάτες των βουνών. Άνθρωποι που βαδίζουν. Φωνές παιδιών που παίζουν. Στα χέρια μου ένα ποτήρι. Πίσω και δεξιά μου μια κοπέλα σ’ ένα μπαλκόνι. Σκυμμένη σ’ ένα κέντημα ή ένα βιβλίο.

Πράσινο και καφέ. Οι κεραμιδοσκεπές της πόλης φυτεμένες μέσα στα δέντρα. Με μια ματιά μαζεύω όσες κατακόρυφες γραμμές μπορώ. Συλλογίζομαι, ευχαριστημένος, ότι είναι σωστό να είναι κατακόρυφα τα σπίτια μας. Ο ήλιος λικνίζεται πάνω από το λιμάνι. Νιώθω το ποτό στη διαδρομή του από το λαρύγγι ως το στομάχι. Τι ζητώ;
Η Νίκη που μου χαμογελά απροκάλυπτα. Ναι! Είναι όμορφες οι κεραμιδοσκεπές, είναι όμορφη η πόλη κι όμορφο πολύ το σούρουπο. Πέρα, προς τα παλιά γραφικά βυρσοδεψία μια βάρκα ταξιδεύει. Την κοιτώ και ξεχνιέμαι. Η πλώρη βυθίζεται και σηκώνεται. Γράμματα που γράφονται και σκίζονται. Βαδίζω. Ξεμουδιάζω. Στέκομαι. Φέρνω κύκλο τη ματιά. Τα νέα κτίσματα της πόλης μοιάζουν με σφραγισμένα δόντια. Ο Φόκνερ είχε δίκιο “η άνοιξη μοιάζει με κοπέλα που έχασε τη ζώνη της”.

Πάνω στο Καρλόβασι μια καταχνιά. Μια εξάχνωση. Στα σίγουρα πρέπει να φωτογραφίσω αυτές τις αλλεπάλληλες 5 ή 6 γραμμές των βουνών. Όλα όσα βλέπω υπήρχαν προτού τα δω και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν ακόμα και όταν φύγω. Πονάω. Γίνομαι ένας ξένος και χάνομαι. Θυμάμαι που μάντεψα πίσω από μια κοινή πράσινη πόρτα τη βούληση του ανθρώπου. Στοχάστηκα τον άνθρωπο. Τη μοίρα του. Αυτή η μαλακή ανθρώπινη σάρκα.
Είμαι όλα τα πετραδάκια που πατώ. Είμαι ο ήλιος, το σύννεφο και το πουλί. Είμαι ποντισμένος στον καιρό. Μια πίεση κάθεται ηδονικά στη κοιλιά μου. Ένα γλυκό σφίξιμο στο στομάχι. Είμαι πρόθυμος να συγκατανεύσω. Είμαι έτοιμος να αντικρίσω το θαύμα δίχως να ξαφνιστώ. Είμαι έτοιμος για το παράλογο του θάνατου. Όλα είναι σωστά βαλμένα στη θέση τους. Όλα θα γίνουν καθώς πρέπει. Θέλω να ενδώσω. Το ποτήρι στα χέρια μου είναι ένα αδιάφορο ψυχρό αντικείμενο. Το αφήνω σ’ ένα τραπέζι. Ακουμπώ τα χέρια στο κιγκλίδωμα. Καρφώνω τη ματιά σ’ όσο ήλιο απόμεινε κι αρχίζω να δακρύζω.

Ξίφος φωτός τεντώνεται
Καρφώνεται
Λυγίζεται και σπάζει

Γνωρίζω πως ζει και κινείται. Έχω δει τα πρόσωπα που συναντά στα λεωφορεία. Ξέρω πως είναι να ταξιδεύεις με τρόλεϊ και έχω σταματήσει μπροστά στις βιτρίνες που σταματά. Γνωρίζω πως βαδίζει. Πως σταυρώνει τα πόδια. Έχω δει το δωμάτιό της. Την καρέκλα, το κρεβάτι, το γραφείο της. Έχω δει στο πρόσωπό της το χαμόγελο. Έχω δει τις γραμμές του προσώπου της να σκληραίνουν. Έχω ακούσει τη φωνή της χαρούμενη είτε λυπημένη. Την έχω αγγίξει μερικές φορές. Τ’ ορκίζομαι την έχω συναντήσει.

Έχω ζήσει νύχτες, έχω πιει κρασί, έχω αφεθεί. Ω! Νύχτα με μονάχα ένα φωτάκι! Η μουσική είναι ένα θηρίο που τρώει τις σάρκες. Ένας ακούραστος τοξότης είναι η μουσική. Κάθε μορφή τέχνης μπορεί να μας βασανίζει τόσο περισσότερο όσο καλύτερα τη γνωρίζουμε.

Νύχτες με σκυμμένο κεφάλι και τη μουσική να χτυπάει στους τοίχους. Συναντήσεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Βυθίσεις σε περιοχές απάτητες. Μια ασκημένη καρδιά. Μια ασκημένη σκέψη που προδίδει. Ένα σωρό αποφάσεις σπασμένες, ριγμένες καταγής. Μαγεία των νυχτερινών περιπάτων στους έρημους δρόμους με τις μυρωδιές των κήπων, τις ανάσες των ανθρώπων, το ξετύλιγμα της σκέψης. Μαγεία των μοναχικών περιπάτων, των μοναχικών στιγμών αδυσώπητης βύθισης ως τον πυρήνα του εαυτού.


Ποιος είναι ο σκοπός της διάψευσης; Ποιες είναι οι διαστάσεις της ελπίδας; Ποιος ευτύχησε ποτέ; Η νύχτα γινόταν ένας αντίπαλος και έπρεπε να παλέψω μαζί της. Αγκαλιασμένοι κυλιόμασταν χάμω. Ήξερα να χτυπώ, ήξερα να παλεύω. Η μουσική στριφογύριζε στους τοίχους και με κύκλωνε. Η σκέψη με μεθούσε. Πάλευα. Άλλοτε ήρεμα άλλοτε μανιασμένα. Πάντοτε δίχως ελπίδα.

Ξεφύλλιζα τα χαρτιά μου και πονούσα. Έφευγα περίλυπος, πικραμένος. Ο ύπνος μου ήταν βαρύς. Που και που ερχόταν στα όνειρά μου. Ξυπνούσα και ήμουν σκεφτικός, γεμάτος απορίες. Οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα. Οι κινήσεις μου ήταν βαριές, αδέξιες, συγκρατημένες. Χρειαζόμουν ένα άγγιγμα για ν’ αρχίσω να ζω. Κάποτε πίστεψα πως μου δόθηκε. Είχα κάνει λάθος. Προσπάθησα. Πίκρα των αδιάφορων συναναστροφών. Χώρος καταστραμμένος από τους λάθος ανθρώπους. Χρόνος καταστραμμένος από τους λάθος ανθρώπους. Βλοσυρό βλέμμα. Περιττές κινήσεις. Λόγια που χάνονταν. Στιγμές που δεν εγκυμονούσαν τίποτα. Γινόμουν εσωστρεφής και για τούτο ευάλωτος.

Γύρισα και κοίταξα. Ήμουν μόνος στο πέτρινο αλώνι με τον ήλιο να καρφώνει κατακόρυφα αμέτρητα δόρατα που σκοτώνουν. Βίωση της απόγνωσης. Ηδονή της σίγουρης πτώσης. Χτυπιέμαι. Φιλιώνω. Χτυπιέμαι. Ματώνω. Ελπίζω. Ματώνω. Τεντώνω το στήθος. Ισιώνω το κορμί. Πατώ γερά. Αντρειεύομαι.

Αφήνομαι. Δεν υποχωρώ. Αφήνομαι. Αφήνομαι. Αφήνομαι. Μα πότε την έχασα; Δύο ή τρεις μήνες γαλήνης και κατόπιν το σύνθημα. Μια συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα. Κάποτε τίποτε από όλα αυτά. Μια κίνηση. Ένα όνειρο. Ένας μοναχικός άνθρωπος αφημένος στο πάει του. Ένα τραγούδι. Ένα σημειωμένο χαρτί. Η κουβέντα ενός φίλου. Μια απορία ανόητη. Το οποιοδήποτε πρόσχημα. Λειτουργία σε παράλληλα επίπεδα με την απόστασή τους να μειώνεται επικίνδυνα κάποτε. Φοβόμουν μη γείρουν και το ΄να με τ’ άλλο συντριβούν.

Νύχτες μ’ ένα φωτάκι και τη μουσική να χτυπιέται στους τοίχους. Συναντήσεις φτιαγμένες από την πολύ σκέψη. Συναντήσεις φυσική συνέπεια της σκέψεις. Τύχη στρεβλωμένη από τη βούληση. Βούληση εστιασμένη στο γεγονός. Γεγονός που περνούσε και χάνονταν. Γεγονός που επέστρεφε δίχως να μπορώ να το κρατήσω. Να το παρατείνω.

Γαλήνη δεμένη με αγωνία. Πίκρα κεντημένη πάνω στην αβεβαιότητα. Μαγεμένα πικρά δυσβάσταχτα απογεύματα. Ατέλειωτες νύχτες μ’ ένα καρφί στην καρδιά και το μυαλό μου. Πάντοτε μιλώντας λιγότερα απ’ όσα ήθελα.

Πάντοτε μιλώντας λιγότερα απ’ όσα ήξερα. Μαθημένος να διαψεύδομαι. Μαθημένος να διαψεύδω.

ΤΙΠΟΤΑ

Πολύ αργόν το βράδυ εσβούσε
και τίποτα ΄ταν το φεγγάρι
κι ό,τι ΄ταν λύπη δε λυπούσε
και τίποτα δεν είχε χάρη.

Μον’ ήταν βράδυ, τίποτ’ άλλο
με δίχως τίποτα στη έγνοια
κι αυτό το τίποτα ν’ μεγάλο
στα τίποτα τα τιποτένια.

Κι έλεα μέσα μου: τι τάχα
τι τάχα νάταν που μ’ ελύπει,
αφού ΄γω τίποτα για νάχα
δεν ένιωθα (χαρά, είτε λύπη).

Παρά έτσι, τίποτα σκεφτόντας
κι άλλο ήρθε τίποτα απ’ αγάλι:
πως τίποτα δεν μούπες - όντας
στρέψαντας - μ’είδες - το κεφάλι…

(Γ. Σκαρίμπας)

Επιστολή στη Φ. (Απομαγνητοφωνημένη από την κασέτα “Τήρησον ουν σ’ εαυτόν… “).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου