Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

1666. Προσωπικά δεδομένα

  
 
 
από: αείποτε <aeipote@gmail.com>
προς: Χχχχχ Ψψψψψψψψψ <ζζ.ζζζζζ@hotmail.gr>
ημερομηνία: 10 Μαΐου 2014 - 10:10 π.μ.
θέμα: Re: οι ταινίες
 
Αγαπητή Ω.
 
Είχα, εχθές το βραδάκι, την πρώτη συνάντηση – γνωριμία με τη “Μμμμμ”. Γοητεύτηκα, συγκινήθηκα, με ένα κόμπο στο λαιμό έμεινα για δέκα λεπτά καθηλωμένος. Ήταν τα χρώματα, το λιώσιμο της μιας εικόνας μέσα στην άλλη, οι γωνίες λήψης, η θεσπέσια μουσική, ο ήχος βημάτων που σβήνουν που κάποια στιγμή άκουσα, τα πρόσωπα. Όλα! Συγκινήθηκα, το ομολογώ. Δε γνωρίζω αν δεν υπέγραφες εσύ το έργο αν θα μου γεννούσε τα ίδια συναισθήματα. Όμως ήσουν εσύ. Η Ω. των εφηβικών μου χρόνων. Ένα ξανθό κορίτσι που ερωτεύτηκα. Ήταν το δικό σου έργο που απολάμβανα. Και το έβρισκα εξαίσιο, αριστουργηματικό. Μου γεννούσε σκέψεις και συναισθήματα. Καμάρωνα για το δικό σου έργο, αναγνώριζα ότι μόνο μια ψυχή με πλούτο μπορεί να παράγει ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Άλλαξε με μιας ο τρόπος που σε αντικρίζω. Καμιά σχέση με την αντιμετώπιση του κειμένου που πριν χρόνια μου είχες εμπιστευτεί. Τότε ήμουν επιφυλακτικός, διστακτικός. Επικριτικός, ίσως. Αναγνώριζα αρετές αλλά υπήρχαν και σημεία που με ενοχλούσαν. Διέκρινα σπατάλη, περίφραση, πλεονασμό. Στη “Μμμμμ” βρήκα ακρίβεια, λιτότητα, συνέπεια, μαγεία. Όχι. Δεν το περίμενα ότι στην οθόνη της τηλεόρασης μου θα έβλεπα ένα ποίημα. Το είδα και σε ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά που μου χάρισες αυτήν την ευκαιρία. Άψογο, δίχως την ψυχρότητα του τέλειου. Εντυπωσιάστηκα, ομολογώ, από το ότι η μουσική ήταν πρωτότυπη (και το έγραψα ήδη: θεσπέσια) και τέλεια ταιριασμένη με την εικόνα και τη ροή της. Ακόμα από το πλήθος των άξιων συντελεστών. Αν κάτι γνωρίζω δώσε από εμένα ένα φιλί στον διευθυντή φωτογραφίας. Βεβαίως και θα ξαναδώ τη “Μμμμμ” πολλές φορές ακόμα. Θέλω να ακούσω πιο προσεκτικά τον ήχο, να ξεχωρίσω τις επαναλήψεις, να διακρίνω το παιχνίδι του φακού, ή των φακών, με το χρώμα και το ασπρόμαυρο το φως και το σκοτάδι. Όλα αυτά θα τα κάνω όμως αυτό που θα κυριαρχεί θα είναι η πρώτη επαφή. Αυτή η δεκάλεπτη  μαγεία εναλλαγής εικόνων με καθηλωτική μουσική. Η χρήση των χώρων των σταθμών του metro, των αγαλμάτων, των ρολογιών, των έργων τέχνης, των κηλίδων, πώς να τις πω;, χρώματος και φωτός. Αυτά ήθελα να γράψω έτσι, αυθόρμητα. Δίχως να μπω σε σκέψεις δεύτερες, δίχως να ωραιοποιήσω το παραμικρό, δίχως να καταδυθώ στην λεπτομέρεια. Ακόμα μια φορά, λοιπόν, σε ευχαριστώ πολύ για ότι μου χάρισες. Εύγε!
 
Όλα τα άλλα, που μου γράφεις, έπονται.
 
Να είσαι Καλά,
Σε φιλώ.
 
αείποτε
 
 

24/09/2026

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

1665. Σκέψεις για την προηγούμενη εγγραφή

 
 
Είχαν  περάσει περισσότερα από δύο χρόνια από τότε που ανέβασα, στο παρόν ημερολόγιο, μια εγγραφή με ετικέτα (και) ΔΙΗΓΗΜΑ. Πριν από αρκετές ημέρες μου ήρθε μια ιδέα για ένα διήγημα.

Μια κυρία, ένα σκυλάκι, ένας κύριος που, στην βεράντα του, διαβάζει. Ο κύριος σημειώνει την ύπαρξη της κυρίας. Του αρέσει. Επιθυμεί να την προσελκύσει. Επιστρατεύει ένα παλιό φορητό κασετόφωνό του και, κάθε φορά που η κυρία περνά από μπροστά του, βάζει ν’ ακουστεί ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα.















 

Το στριφογύρισα στο μυαλό μου. Πώς ήταν εμφανισιακά η κυρία και ο κύριος, τι ηλικία είχαν, τι ράτσα ήταν το σκυλάκι, ποιο το τραγούδι που ακουγόταν (στο μυαλό μου είχε ήδη κολλήσει το “Welcome To My World”, το οποίο και τελικά χρησιμοποίησα). Με τέτοια βασάνιζα το μυαλό μου για να καταλήξω:

Μπαα σαχλαμάρες!

Και μετά το ξανασκέφτηκα και, εντός μου, είπα:

Για στάσου. Πώς το απορρίπτεις έτσι; Το προσπάθησες; Το βασάνισες αρκετά; Προσπάθησες να του δώσεις οστά και σάρκα;

Να το προσπαθήσω είπα. Και το προσπάθησα. Και κάθισα και το έγραψα. Και το ανέβασα.















 
Παράτησα, βεβαίως, την γλυκοξινοπικρορομαντική (συνήθη, ατυχώς, για την περίπτωσή μου) ιδέα με το κασετόφωνο. Όντως, σαχλαμάρα! Δεν έγραψα για ηλικίες, εμφάνιση (εκτός από ένα «ελκυστική», για την κυρία) και τη ράτσα του σκύλου. Το έγραψα με τη συνήθη οικονομία μου στις λέξεις. Έτσι που, θαρρώ, καμιά να μην περισσεύει.

Ήθελα να είναι γενικό, άχρωμο, αόριστο. Να ενεργοποιεί τη φαντασία του αναγνώστη. Πώς ήταν ο κύριος και η κυρία, τι ηλικίες είχαν, τι ράτσα ήταν το σκυλάκι, τι βιβλία διάβαζε ο κύριος, σε ποια συνοικία συνέβη το γεγονός, ποιος ο δρόμος; Τέτοια.


 











 
Σκέφτηκα ένα αυθαίρετο όριο λέξεων. Πεντακόσιες (500). Το έγραψα απευθείας σε MS Word. «Μέτρησα» τις λέξεις, εξαιρουμένου του τίτλου. Τριακόσιες δώδεκα (312). Δεν μου άρεσε το πλήθος τους. Το ήθελε κάτω από τις τριακόσιες (300). Το κατέβασα, λοιπόν, στις διακόσιες ενενήντα οκτώ (298). 

Με προβλημάτισε το πως θα τελειώσει το διήγημα. Υπήρξε, προφανώς, καλοκαιρινή, αν θέλετε, έλξη, υπήρξε επαφή. Τους είδαμε να μπαίνουν, το ζεύγος και το σκυλάκι, στο σπίτι του κυρίου. Τα υπόλοιπα τα άφησα στη φαντασία των, όποιων, αναγνωστών. 

 


 











Μπορεί να ήπιαν καφέ και να χώρισαν δίχως να ξαναμιλήσουν. Μπορεί να έκανα έρωτα και να έγιναν ζευγάρι. Μπορεί να έγιναν δυο καλοί φίλοι. Μπορεί να ήταν δεσμευμένοι και τα ταίρια τους, αυτές, τις δέκα – δεκαπέντε μέρες ν’ απουσίαζαν ή να δούλευαν πρωινοί. Αυτά και άλλα, ίσως, πολλά! Τελικά, ποιος είν’ αυτός που όλα τα γνωρίζει;

Ομολογώ τώρα πως, όλο το καλοκαίρι, διάβαζα στη βεράντα και τέσσερεις - πέντε κυρίες περνάγανε, σποραδικά, με τα σκυλάκια τους από μπροστά μου. Ατυχώς, καμία δεν έβηξε, καμία δεν με καλημέρισε! Και ναι! Το όνομά μου είναι Νίκος.

 


 












 
Έχουμε τελικά αφεθεί στα χέρια των άλλων. Μας έρχονται, δημιουργικές - γιατί όχι; - σκέψεις και τις πετάμε ευθύς στα σκουπίδια. Δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να ταλαιπωρήσουμε λίγο τον εαυτό μας, να περάσουμε τις σκέψεις μας στο χαρτί ή, πλέον, στην οθόνη του Η/Υ μας, ή όπου αλλού ταιριάζει.

Η έτοιμη εικόνα, στατική ή κινούμενη, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της τηλεόρασης -των πλατφορμών τύπου Netflix συμπεριλαμβανομένων- είναι, θαρρούμε, ο καλύτερος τρόπος να περάσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας και να σκοτώσουμε την όποια φαντασία μας.

 


 












Αφήνουμε άλλους να ονειρεύονται για λογαριασμό μας. Άλλους να δημιουργούν. Εμείς απλώς ψάχνουμε να βρούμε κάτι να μας συγκινήσει. Δεν θέλουμε, ή δεν μπορούμε ίσως, να ξεβολευτούμε, να μπούμε στον κόπο να χτίσουμε έστω και κάτι απλό. Ένα διήγημα, ας πούμε. Και δεν χρειάζεται να είναι αριστουργήματα τα δημιουργήματά μας. Αρκεί να έχουν τη σφραγίδα μας και να μας έχουν δώσει του χυμούς που το δημιούργημα στον δημιουργό παρέχει.

 


 












 
Με όλα αυτά μπαίνω στον πειρασμό. Να δημιουργήσω μια σειρά μικροδιηγημάτων με ιδέες που, τακτικά θα έλεγα, με επισκέπτονται. Μια απ’ αυτές:

Ένα κύριος τρώει την σούπα του όταν μια κάψουλα, μεγέθους αντιβιοτικού των χιλίων mg, πέφτει στο πιάτο του. Η κάψουλα μοιάζει μεταλλική και επιπλέει. Ευθύς ανοίγει, ένα πρασινωπό φως αντανακλάται στη σούπα και τέσσερα πλάσματα μεγέθους μυρμηγκιού αποβιβάζονται. . .

Παλαβό; Βεβαίως! Αλλά και πρόκληση. Μεγάλη πρόκληση. Ίσως, κάποια στιγμή, στρωθώ και γράψω το διήγημα:

Μια κάψουλα στη σούπα μου!

Και να έχω την απορία, αν και όταν την ανεβάσω, αν θα τη διαβάσετε κι αν θα σας αρέσει. Και θα με την απορία, μάλλον, μείνω. Γιατί, πάει πια, πέρασε η εποχή των σχολίων. Τώρα είν’ η εποχή του ενός ποντικοκλίκ. Ένα, γενικό και μίζερο, “Like” κι όξω απ’ την πόρτα. Ατυχώς τα παλαιικά και ήδη ξεπερασμένα blog, σαν τούτο δω, δεν επιτρέπουν ποντικοκλίκ. Που να ζητάμε από τον άλλο να διαβάσει, να σκεφτεί και να στον κόπο μπει λεξούλες να πληκτρολογήσει. Είπαμε, είν’ η εποχή της εικόνας!

 


 












Όπως και να έχει: Να είσαστε Καλά!

Ένα κλικ μακριά η Χάρις Αλεξίου στο «Σε Γελάσανε» [1983], σύνθεση του Κώστα Σκαρβέλη:

 


 20/09/2026