Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

1665. Σκέψεις για την προηγούμενη εγγραφή

 
 
Είχαν  περάσει περισσότερα από δύο χρόνια από τότε που ανέβασα, στο παρόν ημερολόγιο, μια εγγραφή με ετικέτα (και) ΔΙΗΓΗΜΑ. Πριν από αρκετές ημέρες μου ήρθε μια ιδέα για ένα διήγημα.

Μια κυρία, ένα σκυλάκι, ένας κύριος που, στην βεράντα του, διαβάζει. Ο κύριος σημειώνει την ύπαρξη της κυρίας. Του αρέσει. Επιθυμεί να την προσελκύσει. Επιστρατεύει ένα παλιό φορητό κασετόφωνό του και, κάθε φορά που η κυρία περνά από μπροστά του, βάζει ν’ ακουστεί ένα συγκεκριμένο τραγούδι. Αυτή ήταν η κεντρική ιδέα.















 

Το στριφογύρισα στο μυαλό μου. Πώς ήταν εμφανισιακά η κυρία και ο κύριος, τι ηλικία είχαν, τι ράτσα ήταν το σκυλάκι, ποιο το τραγούδι που ακουγόταν (στο μυαλό μου είχε ήδη κολλήσει το “Welcome To My World”, το οποίο και τελικά χρησιμοποίησα). Με τέτοια βασάνιζα το μυαλό μου για να καταλήξω:

Μπαα σαχλαμάρες!

Και μετά το ξανασκέφτηκα και, εντός μου, είπα:

Για στάσου. Πώς το απορρίπτεις έτσι; Το προσπάθησες; Το βασάνισες αρκετά; Προσπάθησες να του δώσεις οστά και σάρκα;

Να το προσπαθήσω είπα. Και το προσπάθησα. Και κάθισα και το έγραψα. Και το ανέβασα.















 
Παράτησα, βεβαίως, την γλυκοξινοπικρορομαντική (συνήθη, ατυχώς, για την περίπτωσή μου) ιδέα με το κασετόφωνο. Όντως, σαχλαμάρα! Δεν έγραψα για ηλικίες, εμφάνιση (εκτός από ένα «ελκυστική», για την κυρία) και τη ράτσα του σκύλου. Το έγραψα με τη συνήθη οικονομία μου στις λέξεις. Έτσι που, θαρρώ, καμιά να μην περισσεύει.

Ήθελα να είναι γενικό, άχρωμο, αόριστο. Να ενεργοποιεί τη φαντασία του αναγνώστη. Πώς ήταν ο κύριος και η κυρία, τι ηλικίες είχαν, τι ράτσα ήταν το σκυλάκι, τι βιβλία διάβαζε ο κύριος, σε ποια συνοικία συνέβη το γεγονός, ποιος ο δρόμος; Τέτοια.


 











 
Σκέφτηκα ένα αυθαίρετο όριο λέξεων. Πεντακόσιες (500). Το έγραψα απευθείας σε MS Word. «Μέτρησα» τις λέξεις, εξαιρουμένου του τίτλου. Τριακόσιες δώδεκα (312). Δεν μου άρεσε το πλήθος τους. Το ήθελε κάτω από τις τριακόσιες (300). Το κατέβασα, λοιπόν, στις διακόσιες ενενήντα οκτώ (298). 

Με προβλημάτισε το πως θα τελειώσει το διήγημα. Υπήρξε, προφανώς, καλοκαιρινή, αν θέλετε, έλξη, υπήρξε επαφή. Τους είδαμε να μπαίνουν, το ζεύγος και το σκυλάκι, στο σπίτι του κυρίου. Τα υπόλοιπα τα άφησα στη φαντασία των, όποιων, αναγνωστών. 

 


 











Μπορεί να ήπιαν καφέ και να χώρισαν δίχως να ξαναμιλήσουν. Μπορεί να έκανα έρωτα και να έγιναν ζευγάρι. Μπορεί να έγιναν δυο καλοί φίλοι. Μπορεί να ήταν δεσμευμένοι και τα ταίρια τους, αυτές, τις δέκα – δεκαπέντε μέρες ν’ απουσίαζαν ή να δούλευαν πρωινοί. Αυτά και άλλα, ίσως, πολλά! Τελικά, ποιος είν’ αυτός που όλα τα γνωρίζει;

Ομολογώ τώρα πως, όλο το καλοκαίρι, διάβαζα στη βεράντα και τέσσερεις - πέντε κυρίες περνάγανε, σποραδικά, με τα σκυλάκια τους από μπροστά μου. Ατυχώς, καμία δεν έβηξε, καμία δεν με καλημέρισε! Και ναι! Το όνομά μου είναι Νίκος.

 


 












 
Έχουμε τελικά αφεθεί στα χέρια των άλλων. Μας έρχονται, δημιουργικές - γιατί όχι; - σκέψεις και τις πετάμε ευθύς στα σκουπίδια. Δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να ταλαιπωρήσουμε λίγο τον εαυτό μας, να περάσουμε τις σκέψεις μας στο χαρτί ή, πλέον, στην οθόνη του Η/Υ μας, ή όπου αλλού ταιριάζει.

Η έτοιμη εικόνα, στατική ή κινούμενη, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της τηλεόρασης -των πλατφορμών τύπου Netflix συμπεριλαμβανομένων- είναι, θαρρούμε, ο καλύτερος τρόπος να περάσουμε τον ελεύθερο χρόνο μας και να σκοτώσουμε την όποια φαντασία μας.

 


 












Αφήνουμε άλλους να ονειρεύονται για λογαριασμό μας. Άλλους να δημιουργούν. Εμείς απλώς ψάχνουμε να βρούμε κάτι να μας συγκινήσει. Δεν θέλουμε, ή δεν μπορούμε ίσως, να ξεβολευτούμε, να μπούμε στον κόπο να χτίσουμε έστω και κάτι απλό. Ένα διήγημα, ας πούμε. Και δεν χρειάζεται να είναι αριστουργήματα τα δημιουργήματά μας. Αρκεί να έχουν τη σφραγίδα μας και να μας έχουν δώσει του χυμούς που το δημιούργημα στον δημιουργό παρέχει.

 


 












 
Με όλα αυτά μπαίνω στον πειρασμό. Να δημιουργήσω μια σειρά μικροδιηγημάτων με ιδέες που, τακτικά θα έλεγα, με επισκέπτονται. Μια απ’ αυτές:

Ένα κύριος τρώει την σούπα του όταν μια κάψουλα, μεγέθους αντιβιοτικού των χιλίων mg, πέφτει στο πιάτο του. Η κάψουλα μοιάζει μεταλλική και επιπλέει. Ευθύς ανοίγει, ένα πρασινωπό φως αντανακλάται στη σούπα και τέσσερα πλάσματα μεγέθους μυρμηγκιού αποβιβάζονται. . .

Παλαβό; Βεβαίως! Αλλά και πρόκληση. Μεγάλη πρόκληση. Ίσως, κάποια στιγμή, στρωθώ και γράψω το διήγημα:

Μια κάψουλα στη σούπα μου!

Και να έχω την απορία, αν και όταν την ανεβάσω, αν θα τη διαβάσετε κι αν θα σας αρέσει. Και θα με την απορία, μάλλον, μείνω. Γιατί, πάει πια, πέρασε η εποχή των σχολίων. Τώρα είν’ η εποχή του ενός ποντικοκλίκ. Ένα, γενικό και μίζερο, “Like” κι όξω απ’ την πόρτα. Ατυχώς τα παλαιικά και ήδη ξεπερασμένα blog, σαν τούτο δω, δεν επιτρέπουν ποντικοκλίκ. Που να ζητάμε από τον άλλο να διαβάσει, να σκεφτεί και να στον κόπο μπει λεξούλες να πληκτρολογήσει. Είπαμε, είν’ η εποχή της εικόνας!

 


 












Όπως και να έχει: Να είσαστε Καλά!

Ένα κλικ μακριά η Χάρις Αλεξίου στο «Σε Γελάσανε» [1983], σύνθεση του Κώστα Σκαρβέλη:

 


 20/09/2026