Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Αυγούστου 2024

1540. Το Χαστούκι

 

Ξύπνησε. Πότισε. Έφτιαξε τον καθημερινό διπλό, και σκέτο, Ελληνικό καφέ του. Ξεκλείδωσε τα δύο λουκέτα της σιδεριάς της δεξιάς, του σαλονιού, μπαλκονόπορτας. Έβγαλε στη βεράντα το λευκό τραπεζάκι με τις τρεις στρογγυλεμένες γωνίες και ακούμπησε το δίσκο με το φλυτζάνι του καφέ και το ποτήρι με το δροσερό νερό. Ακολούθησε, η αγορασμένη από τη Jysk, μαύρη καρέκλα παραλίας.
 
Ήταν έτοιμος. Είχε διαλέξει, από την προηγουμένη, το βιβλίο που θα διάβαζε. Μετάφραση στα Ελληνικά ενός κλασικού Γερμανικού μυθιστορήματος. Ογκώδες. Επτακόσιες ογδόντα μία (781) σελίδες. Είχε μια πρόγευση χαράς. Στο πάνω δεξιά μέρος της σελίδας, από την οποία ξεκινούσε η αφήγηση, σημείωσε:
 
19/8/2024
09:07
Τ47 [Β]
 
Χρόνος, ώρα και τόπος, δηλαδή.
 
Εκεί! Στην πρώτη παράγραφο, στην πέμπτη της γραμμή. Ένιωσε να τον  χαστουκίζουν βίαια όταν ήλθε αντιμέτωπος με ένα αισχρό «να διεισδύσει μέσα». Ανακατεύτηκε. Έκλεισε το βιβλίο. Μα τόσο δύσκολο ήταν για τη μεταφράστρια, την υπεύθυνη έκδοσης, τη διορθώτρια, τον εκδοτικό οίκο τέλος πάντων -ή με όποια σειρά θέλετε- ν’ αποφύγουν αυτόν τον εξαιρετικά κακόγουστο πλεονασμό;  Τόσο επιπόλαια ανελλήνιστοι πια αυτοί οι, υποτίθεται, άνθρωποι των γραμμάτων;
 
Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Σ’ ένα σωρό μεταφράσεις συναντούσε και σημείωνε:
 
Εισβάλει, εισέρχεται, εισχωρεί
 
συνοδευόμενα από ένα μεγαλοπρεπέστατο «μέσα».
 
Τέτοιου επιπέδου άγνοια ή τέτοια αδιαφορία για τη γλώσσα, από «επαγγελματίες» του λόγου, άγγιζε, για τη σκέψη του, τα όρια του ποινικού αδικήματος.
 
Και να ήταν μόνο οι μεταφραστές; Ακόμα και σύγχρονους Έλληνες «συγγραφείς» είχε συλλάβει να κοτσάρουν το πιο πάνω συνοδευτικό, και μεγαλοπρεπές, «μέσα» μήπως και οι αναγνώστες παρανοήσουν και υποθέσουν ότι κάποιος θα μπορούσε π.χ. «να εισβάλλει έξω απ’ το παράθυρο»!
 
Ξανάνοιξε το βιβλίο και συνέχισε να διαβάζει αλλά, τι τα θέλετε, η διάθεσή του είχε σακατευτεί, το βιβλίο τού έμοιαζε πια μαγαρισμένο. . .
 
Τι κρίμα!
 
Υ.Γ. Ενδιαφέρον, ίσως, παρουσιάζει η σχετική εγγραφή, του παρόντος, της Τρίτης, 26 Μαρτίου 2024 με τίτλο «1516. Ελληνικούλια»
 
Να είσαστε Καλά και μακριά από «διεισδύσει μέσα» και τα παρόμοια!
 
Ένα κλικ μακριά ο μέγιστος Louis Armstrong στο “Hello, Dolly!” [1963], σύνθεση του Jerry Herman:



20/08/2024

Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2023

1483. Ο Ένας και Ο Άλλος



Σταμάτησαν. Στο πεζοδρόμιο. Βλοσυροί· κοιτάχτηκαν.
 
-Γιατί με κοιτάς έτσι; Γιατί σταμάτησες;
-Ποιο απ’ τα δύο απαγορεύεται;
-Να με κοιτάς έτσι.
-Δικαίωμά μου.
 
Κοιτάχτηκαν.
 
Ο ένας σήκωσε το χέρι. Χαστούκισε τον άλλο. Ο άλλος έπραξε ομοίως.
 
-Πόσος καιρός; Είκοσι - είκοσι πέντε χρόνια;
-Περίπου.
-Τη νυμφεύτηκες;
-Όχι.
-Καλώς!
-Πάμε να πιούμε.
    


05/09/2023

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

1070. Ξημερώματα


Άνοιξε τα μάτια. Γύρισε στο αριστερό πλευρό. Με το δεξί χέρι έψαξε στα σκοτεινά το ρολόι του κομοδίνου. Το άγγιξε. Πάτησε το κουμπί. Το καντράν του φωτίστηκε. 02:47. Έκλεισε τα μάτια.

Ανακάθισε στο κρεβάτι. Πάτησε και με τα δύο πόδια. Βρήκε τις παντόφλες. Έριξε νερό στο πρόσωπο της. Ντύθηκε. Άνοιξε την τσάντα της. Έψαξε το κουτάκι. Το άνοιξε. Δύο κλειδιά και ένα σημείωμα: “Έλα”.

Βγήκε στο δρόμο. Μπήκε στο αυτοκίνητο. Προγραμμάτισε το GPS. Οδήγησε. Έφτασε. Κλείδωσε. Πήρε το κουτάκι. Ξεκλείδωσε και κλείδωσε δύο φορές.

Βρέθηκε σε ένα χολ. Ένα βαρύ αμπαζούρ από όνυχα φώτιζε το χώρο. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη πάνω από το σκρίνιο∙ χαμογέλασε στο είδωλο.

Προχώρησε στο διάδρομο. Θυμήθηκε τα λόγια του: “Τελευταία πόρτα δεξιά”. Μπήκε. Άκουσε την ήρεμη αναπνοή του. Γδύθηκε και ξάπλωσε σιμά του.

Καλό Αύγουστο!


Ένα κλικ μακριά Λάζαρος Σαμαράς, Σοφία Μ. Καραχάλιου, Φωτεινή Βελεσιώτου και το Βαλς Τ’ Απρίλη:


01/08/2016

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

0813. Εφτά Λεμόνια


Ξημερώνει. Το ρολόι δείχνει 06:09. Χτυπά το ξυπνητήρι. Σηκώνομαι. Σαλόνι. Βγάζω το “ρολόι νυκτός”. Φοράω το Seiko Chronograph Titanium. Πορτοφόλι, κλειδιά, γυαλιά ηλίου, USB Stick AEIPOTE_MAX. Όλα στη θέση τους. Πίνω ένα ποτήρι νερό.

Ετοιμάζομαι να αποχωρήσω όταν ακούω μια φωνούλα:

-  Ψιτ! Κύριε!

Ξαφνιάζομαι. Κοιτάζω γύρω μου. Τίποτα. “Παράκουσα”, σκέφτομαι. Κάνω το πρώτο βήμα όταν ακούγεται και πάλι:

-  Ψιτ! Κύριε!

Αυτή τη φορά είμαι πιο προσεκτικός. Δεξιά, αριστερά, πάνω, κάτω. Εκεί, στο “κάτω”, βρίσκεται μια σακούλα με φρεσκοκομμένα λεμόνια από το πατρικό της Τ47. Τίποτα άλλο.

-  Μίλησε κανείς;

Ρωτάω και δεν πιστεύω ότι κάνω μια τέτοια ερώτηση μπροστά σε μια σακούλα με λεμόνια.
Κι όμως!

Η απάντηση έρχεται:

-  Εγώ κύριε!

Για να ακολουθήσει ο διάλογος:

-  Ποιος εσύ;
-  Εγώ, μέσα στη σακούλα!
-  Ε!

Τα μάτια μου έχουν γίνει σαν πιατάκια του γλυκού. Ξεστομίζω μια χαζή ερώτηση:

-  Μιλάνε τα λεμόνια;
- Όχι όλα. Είμαστε κάτι λίγα, όμως, που μπορούμε!

Έρχεται η απάντηση.

- Μάλιστα! Και τι επιθυμείτε κύριε ή μήπως κυρία λεμόνι;
-  Θέλουμε να μας πας, όλα εμάς της σακούλας, σε ένα κορίτσι.
-  Ορίστε;

Το πράγμα έχει ξεφύγει εντελώς. Τσιμπιέμαι – το αισθάνομαι. Κοιτάζω τη σακούλα – υπάρχει. Αγγίζω τα λεμόνια – η φλοίδα τους στιλπνή και δροσερή.

“Μπλέξαμε!”, συλλογίζομαι. 

Έχω όμως μπει στο χορό. Λοιπόν, χορεύω!

- Σε ποιο κορίτσι;
- Στη X.!
- Τώρα αυτό πως σας ήλθε;
- Λεμόνια είμαστε, μας ήρθε!
- Και γιατί στη X;
- Για να μας βάζει στο φαγάκι της να νοστιμίζει!
- Δεν ρώτησα αυτό. Γιατί στη X. και όχι, ας πούμε, στην Ψ.;
- Μπορεί να είμαστε λεμόνια αλλά έχουμε κι εμείς τις προτιμήσεις και τις αδυναμίες μας!

Ποιος μπορεί να τα βάλει με λεμόνια που μιλάνε και μάλιστα έχουν και καλό γούστο; Συμβιβάζομαι με το γεγονός. Προσπαθώ να διαπραγματευτώ:

- Μα είσαστε πολλά. Άντε και σας πήγα. Πώς θα σας κουβαλήσει η κοπέλα στο σπίτι της που μένει μακριά;
- Χμ! Σε αυτό έχεις ένα δίκιο. Είμαστε πολλά. Σαράντα ένα, για να λέμε την αλήθεια. Το έχουμε το βάρος μας!
- Τι θα λέγατε να πήγαινε μια αντιπροσωπεία; Εφτά λεμόνια, ας πούμε.
- Θα μας πας;
- Αν είσαστε εφτά, ναι!

Ετοιμαζόμουνα να σκύψω να διαλέξω εφτά λεμόνια όταν:

Παφ – παφ – παφ – παφ - παφ – παφ – παφ!

Εφτά όμορφα, ζουμερά λεμόνια πηδήξανε από τη σακούλα και παραταχτήκανε στο τραπέζι της κουζίνας!

“Τώρα, συμπληρώσαμε!” συλλογίζομαι. Δεν μου μένει παρά να βάλω τα εφτά λεμόνια σε μια σακούλα και να τα παραδώσω στη Χ.! “Ε, εφτά λεμόνια μεταφέρονται”, σκέφτομαι.

Ανοίγω το ντουλάπι για να πάρω μια σακούλα και . . . χτυπάει το ξυπνητήρι! Κοιτάζω το ρολόι μου “νυκτός”. Έξη και εννέα λεπτά, ακριβώς!

Σηκώθηκα. Σαλόνι. Έβγαλα το “ρολόι νυκτός”. Φόρεσα το Seiko Chronograph Titanium. Πορτοφόλι, κλειδιά, γυαλιά ηλίου, USB Stick AEIPOTE_MAX. Όλα στη θέση τους. Ήπια ένα ποτήρι νερό. Κοίταξα το τραπέζι της κουζίνας. Πάνω του, σε παράταξη, εφτά όμορφα, ζουμερά λεμόνια!

Βγήκα. Στο δεξί μου χέρι μια σακούλα. Μέσα της εφτά όμορφα, ζουμερά λεμόνια. . .

Για την περίσταση, και ένα κλικ μακριά, Peter, Paul And Mary και . . . “Lemon Tree”.



23/04/2012

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Ο742. Έχετε Επιλεγεί



Ο φάκελος ήταν λευκός. Ούτε γραμματόσημο, ούτε όνομα ή διεύθυνση αποστολέα. Μονάχα το όνομα του παραλήπτη. Το δικό του. Το ονοματεπώνυμό του τυπωμένο ολογράφως. Από κάτω ένα “Ενταύθα” ακολουθούμενο από ένα “Ι.Α.Χ.”. Ιδίαις Αυτού Χερσί. Πόσο καιρό είχε να δει κάτι τέτοιο; Ο φάκελος, μόνος, αναπαυόταν στο γραμματοκιβώτιο της πολυκατοικίας. Ξημερώματα Τρίτης. Έφευγε για το γραφείο. Άπλωσε το χέρι. Τον πήρε. Τον έβαλε στην τσάντα του. Τον ξέχασε. “Ένα ακόμα διαφημιστικό”, είχε σκεφτεί “και ξοδεύουν και χρήματα για φακέλους!”.

Τρεις- τέσσερις μέρες μετά “έπεσε πάνω” στον φάκελο όταν, στο γραφείο, τακτοποιούσε την τσάντα του για να φύγει. Τον άνοιξε. Έβγαλε ένα φύλλο χαρτί. Το ξεδίπλωσε. Διάβασε:

Κύριε Κ.

Έχετε επιλεγεί για το ταξίδι.

Αναχώρηση σε σαράντα μέρες.

“Άλλο και τούτο!” συλλογίστηκε. Έψαξε το φάκελο για κάποιο διαφημιστικό φυλλάδιο. Τίποτα. Στριφογύρισε το χαρτί στα χέρια του. “Μάλιστα! Έχω επιλεγεί αλλά δεν γνωρίζω για πού. Και ακόμα δεν γνωρίζω από που θα αναχωρήσω ούτε και πότε. Διότι σε σαράντα μέρες από πότε; Φτηνά διαφημιστικά κόλπα!”.

Τότε το πρόσεξε. Το φύλλο που κρατούσε στα χέρια του έμοιαζε να μην είχε διπλωθεί ποτέ. Δεν υπήρχαν χαρακιές. Κι όμως, για να το διαβάσει το είχε ξεδιπλώσει. “Καινούργιος τύπου χαρτιού. Ατσαλάκωτος!”, συλλογίστηκε και έμεινε το πράγμα εκεί. Δίπλωσε το χαρτί, το έβαλε στον φάκελό του. Έβαλε τον φάκελο στην τσάντα του και αποχώρησε.

Άρχισε να το σκέφτεται. Να το ψάχνει. Με τρόπο ρώτησε συγγενείς, φίλους και γείτονες. Κανένας δεν είχε λάβει παρόμοιο φάκελο. Του έγινε έμμονη ιδέα. Άρχισε να κουβαλά τον φάκελο πάνω του. Κάθε τρεις και λίγο έβγαζε το χαρτί και διάβαζε:

Κύριε Κ.

Έχετε επιλεγεί για το ταξίδι.

Αναχώρηση σε σαράντα μέρες.

Την κάθε φορά έψαχνε τις χαρακιές του χαρτιού. Δεν υπήρχαν. Στη συνηθισμένη ερώτηση: “Τι κάνεις;” Άρχισε να απαντά με ένα χαμηλόφωνο “Έχω επιλεγεί. . .” κι αν κάποιος το άκουγε και ζητούσε εξηγήσεις απαντούσε “Τίποτα. Κάτι δικά μου. . .”. Είχε αρχίσει και τον έτρωγε. Οι μέρες περνούσαν. Βάλθηκε να υπολογίσει τις “σαράντα μέρες” για την “αναχώρηση”. Αφετηρία η μέρα που κράτησε τον φάκελο στα χέρια του. Του έμεναν δυο εβδομάδες.

Εξακολουθούσε να ρωτά και να ψάχνει. Τίποτα. Είχε χάσει τη διάθεσή του. Έγινε σκυθρωπός και απόμακρος. Για τον φάκελο δεν είχε μιλήσει σε κανέναν. Κάτι ξεκίνησε να λέει σ’ ένα συνάδελφό του αλλά τον αποθάρρυνε η στάση του και άλλαξε αμέσως θέμα συζήτησης. Οι μέρες περνούσαν. Η κατάστασή του χειροτέρευε. Άρχισε να μην κοιμάται καλά τα βράδια. Έβγαινε από το σπίτι του μόνο για να πάει στη δουλειά του. Σκεφτόταν συνεχώς την “αναχώρηση”, το “ταξίδι”. Αναχώρηση από που, αν υποτεθεί ότι είχε προσδιορίσει το πότε, ταξίδι για που; Να ετοίμαζε βαλίτσα; Να έφτιαχνε τη διαθήκη του; Τι να έκανε; Αισθανόταν παγιδευμένος, εκνευρισμένος, αδύναμος γελοίος. Υπέφερε.

Τη νύχτα της τριακοστής ένατης προς την τεσσαρακοστή μέρα δεν έκλεισε μάτι. Δεν ξεντύθηκε. Δεν ξάπλωσε καν στο κρεβάτι. Ήταν ωχρός. Καταταλαιπωρημένος. “Να περάσει η καταραμένη μέρα και θα πέσω να κοιμηθώ για τρεις μέρες” συλλογιζόταν.

Στις δέκα ακριβώς του χτύπησαν το κουδούνι. Με αβέβαιο βήμα έφτασε στην πόρτα του διαμερίσματος. Σαν υπνωτισμένος την άνοιξε δίχως καν να ρωτήσει “ποιος είναι;”. Αντίκρισε έναν ψηλό καλοβαλμένο νεαρό με αυστηρό πρόσωπο. “Καλημέρα. Ειδοποιηθήκατε ότι έχετε επιλεγεί;”, τον ρώτησε ο νεαρός. “Ναι. Μα δεν καταλαβαίνω. . .” άρχισε να μουρμουρίζει αβέβαιος για τη συνέχεια. “Μην ανησυχείτε θα τα ξεκαθαρίσουμε όταν φτάσουμε”. “Θα χρειαστεί να πάρω κάτι μαζί μου;” τόλμησε να ρωτήσει. “Τίποτα απολύτως. Έτοιμος;”. “Μα ποιος. . .” άρχισε να ψελλίζει όταν μια δυνατή λάμψη σκέπασε τα πάντα.

Η εξαφάνιση του κύριου Κ. δηλώθηκε στην αστυνομία δυο μέρες μετά. Ο κύριος Κ. δεν βρέθηκε ποτέ. . .

Ένα κλικ, το πολύ δύο, μακριά Belinda Carlisle και “Heaven is a place on earth”.


14/12/2010

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

0669. Όλα


Όλα ξεκίνησαν όταν άρχισαν (ή και το αντίθετο). Για να βγει άνοιξε την πόρτα. “Θα βγω για λίγο” είπε στην ιδιαιτέρα του “και όσο λείπω θα απουσιάζω”. “Μάλιστα”, αποκρίθηκε εκείνη χαμογελώντας. Μετά από τρεις μήνες είχε αρχίσει να μαθαίνει. Εκείνος βγήκε.

Όντας απέραντα λογικός επέστρεψε όταν γύρισε. Κοίταξε το ρολόι του. “Καθυστέρησα γιατί άργησα” σκέφτηκε φωναχτά. “Είχα κανένα τηλεφώνημα;”, ρώτησε την ιδιαιτέρα του. “Ναι. Σας τηλεφώνησε μια κυρία Δ.”, “Α! Και τι ήθελε;”, “Εσάς”, “Με βρήκε;” “Με πειράζετε; Αφού λείπατε.” “Δεν το έκανα επίτηδες. Λοιπόν, τι της είπατε;”, “Ότι απουσιάζετε και να σας τηλεφωνήσει αργότερα”, “Καλώς, ευχαριστώ. Πάω στο γραφείο τώρα να κάνω ένα τηλέφωνο”.

Μπήκε. Κάθισε στο γραφείο. Ακούμπησε τα πόδια του στην περιστρεφόμενη καρέκλα και με το δεξί χέρι άνοιξε το πάνω συρτάρι στα αριστερά του. Ήταν η αγαπημένη του άσκηση. Έβγαλε μια συσκευή τηλεφώνου και ένα κουτάκι με εργαλεία. Ήταν μια συσκευή που είχε παρουσιάσει προβλήματα και την είχαν προσφάτως επισκευάσει. Έβγαλε τα κατσαβίδια του και βάλθηκε να αποκαταστήσει τη βλάβη. Μπορεί να μην είχε άπλετο χρόνο αλλά τον έτρωγε η περιέργεια για το τι είχε προκαλέσει το πρόβλημα στη συσκευή.

Βίδωνε, ή ξεβίδωνε, μια βίδα όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Σήκωσε το ακουστικό. “Σας ακούω” είπε. “Ο κύριος Τάδε;” ακούστηκε μια όμορφη γυναικεία φωνή. “Ατυχώς είμαι ο δείνα” αποκρίθηκε “Ο αριθμός πάντως πραγματικά ανήκε παλαιότερα στον συνάδελφο κ. Τάδε”. “Αχ! Τότε θα είχατε την καλοσύνη να μου δώσετε το τηλέφωνο του;”. “Πολύ θα το ήθελα αλλά δεν το έχω”. “Μα είπατε πως ήταν συνάδελφος σας. Δεν το έχετε;”. “Πως θα ήταν δυνατό; Το τηλέφωνο το έχει ο κ. Τάδε και υποθέτω το χρησιμοποιεί. Τέλος πάντων θα σας δώσω τον αριθμό. . .”. “Α! Τώρα κατάλαβα!”. Της είπε τον αριθμό και έκλεισε.

Τελικά δεν είχε καταφέρει να αποκαταστήσει τη βλάβη της τηλεφωνικής συσκευής. Το διαπίστωσε όταν τη σύνδεσε στο δίκτυο και τη χρησιμοποίησε. “Ανεξαρτήτου αποτελέσματος, προσπάθησα” συλλογίστηκε (και έβγαλε τη γλώσσα στον εαυτό του). Από πρόθεση του ήρθε να σκοτώσει και μία πρόθεση. “Συνοδευόμενος με. Αμέ!”, άρθρωσε και μάζεψε τα εργαλεία.

Κατέβηκε από το γραφείο, κάθισε στην περιστρεφόμενη πολυθρόνα. Ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα και μπήκε η ιδιαιτέρα του. “Λησμόνησα να σας πω” του είπε “ότι τηλεφώνησε και ο κ. Πεσπές και μου είπε να σας μεταβιβάσω ότι όσον αφορά στο ζήτημα της μετάθεσης της κας Κ. δεν υπάρχει πρόβλημα”. “Τώρα, συμπληρώσαμε!” συλλογίστηκε. Ευχαρίστησε την ιδιαιτέρα του. Μάζεψε τα πράγματά του και βγήκε. . .

Υ.Γ. Εδώ και καιρό ήθελα να γράψω κάτι τέτοιο. Κυρίως η αρχή, “Όλα ξεκίνησαν όταν άρχισαν”, μου είχε γίνει έμμονη ιδέα. Ίσως δεν είναι το καλύτερο κείμενο που θα μπορούσα να γράψω για όσα θίγονται αλλά, τουλάχιστον, το έγραψα. . .

Καλό Νοέμβριο!


Ακούγεται το τραγούδι “Quando L' Amore Diventa Poesia” με το συγκρότημα των Aphrodite’s Child.



01/11/2009

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2009

0654. Αλοΐσιους Σε Τρίτο Πρόσωπο

Αλοΐσιους και σήμερα. Η εύκολη λύση όταν κυριαρχεί η ζέστη και η έμπνευση απουσιάζει. Το περίεργο, ίσως, σε αυτό το κείμενο του Αλοΐσιους είναι ότι είναι γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο. Είναι κάτι που δεν το συνηθίζει. Ίσως του ήταν πιο εύκολο να εκφραστεί έτσι· δίχως να του αποδοθούν σκέψεις ή καταστάσεις που δεν θα επιθυμούσε. Δεν έχω βρει, προς το παρόν τουλάχιστον, πληροφορίες για το πώς ήταν ο περίγυρος του και το περιβάλλον στο οποίο ζούσε. Ίσως να υπήρχαν γύρω του μυσιτήριοι (όπως τους αποκαλώ) που έχωναν τη μύτη τους στα χαρτιά του. Ότι το χειρότερο για κάποιον που γράφει· που προσπαθεί να εκφράσει και να εκφραστεί. Από την άλλη, και θαρρώ είναι η πρώτη φορά που το αναφέρω, ίσως το κείμενο αυτό να αποτέλεσε σχεδίασμα για κάποιο διήγημά του. Γιατί, ναι, έχω βρει και διηγήματα στα χαρτιά μου. Θα έρθει και γι’ αυτά η σειρά. Υγεία και υπομονή. Όλα θα γίνουν. . .

Έφυγε. Έμεινε. “Στείλε μου μήνυμα, να μάθω πως περνάς. Θα περιμένω”, της είχε πει. Μια φορά και σοβαρότατος. Δεν απάντησε. Πρόσμενε. Του έλειπε. Πιθανότατα αγνοούσε. Χώριζε τα δευτερόλεπτα σε στιγμές. “Τώρα!” σκεφτόταν. Ουδέν. Δεν είχε από πού να πιαστεί. Δεν υπήρχε λόγος να ταξιδέψει κανένα μήνυμα. Το αντιλαμβανόταν. Ούτε ήθελα να κάνει εκείνος το βήμα. Δεν ήταν αυτός που είχε φύγει. Ήταν αυτός που είχε ζητήσει. Η πορεία της ζωής χαραγμένη. Και για τους δύο τους. “Φταίει μόνο που συναντηθήκαμε”, συλλογιζόταν. Δεν έτρεφε ελπίδες. Είχε συναίσθηση των θέσεων τους. Ήταν λογικός. Έβλεπε την ασυμμετρία. Τα προβλήματα. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Δεν την επιθυμούσε, δεν τη ποθούσε, δεν ήταν ερωτευμένος μαζί της. Αυτά υποστήριζε στον εαυτό του. Την αγαπούσε. Αυτό το δεχότανε. Ενδιαφερότανε. Ήθελε να είναι καλά. Η ίδια και οι δικοί της. Αλλά περισσότερο, και από την αγάπη ακόμα, ήταν η συγκίνηση. Αυτή ήταν η ουσία και η λέξη. Τον συγκινούσε. Από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η σκέψη της τον γλύκαινε. Η ύπαρξή της τον φώτιζε. Δε χόρταινε να βλέπει τη ματιά της. Του χαμογελούσε· της ανταπέδιδε. Με τις ματιές. Απλά και σκέτα. Ήθελα να ακούει τη φωνή της. Να τη συναντά. Να αντλεί. Με τα τυπικά ξεκίνησαν. Στα τυπικά, στην ουσία, είχαν μείνει. Δέκα χρόνια σχεδόν. Δεν τολμούσε. Δεν ήθελε να ανατρέψει. Δεν ήταν, εξ’ άλλου, καθόλου σίγουρος ότι θα μπορούσε. Του αρκούσε, λοιπόν, η συγκίνησή του. Μ’ αυτήν πάλευε. Αυτήν βάθαινε. Τον οδηγούσε σε σκέψεις πολλές. Άλλες. Πρωτόγνωρες. Δεν είχε νιώσει έτσι για άλλο πλάσμα. Δε γνώριζε τι είχε καταλάβει από τα αισθήματά του. Δεν ήταν άνθρωπος να τα κάνει σημαία. Τα ψηλαφούσε. Τα βίωνε. Τα σεβόταν. Διακριτικά υπονοούσε. Ήταν ευφυής. Δεν μπορεί παρά να είχε, τουλάχιστον, υποψιαστεί. Δεν ενθάρρυνε. Δεν αποθάρρυνε. Κι αν κάποιες, ελάχιστες, φορές έκανε ένα βηματάκι μπροστά εκείνη έμενε στη θέση της. Ακίνητη. Γέμιζε τότε αμφιβολίες. Μαραινόταν. Η καθημερινότητα ισοπέδωνε τα όποια μικρά του τολμήματα. Τους επέβαλε μια γκρίζα τυπικότητα. Πόσο να χρωματίσει κανείς μια “Καλημέρα!”; Πώς να δείξει το ενδιαφέρον του σ’ ένα διάδρομο; Έλειπε. Πέντε μέρες. Τις μετρούσε μία – μία. Τις υπολόγιζε. Ήταν σαν να του είχαν μολέψει τον αέρα που ανάσαινε. Θα επέστρεφε. Θα έφευγε εκείνος. Δε θα συναντιόντουσαν. Έπρεπε να κάνει υπομονή. Με άλλα να απασχολήσει το μυαλό του. Μέχρι να βρεθούν και πάλι στον ίδιο χώρο. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Του αρκούσαν τα τυπικά. Η παρουσία της. Δεν περίμενε να αλλάξει κάτι. Χόρταινε πια με τη συγκίνηση του. Μονάχα που κάποια βράδια έκανε δεύτερες σκέψεις. Άφηνε την ελπίδα να του ψιθυρίζει στ’ αυτί. Του αρκούσε το φως της μέρας για να επανέλθει. Και πονούσε.


Σοφία Διαμαντή – Σαν Το Δασάκι. Από το άλμπουμ “Η Εκδίκηση Της Γυφτιάς” των Νίκου Ξυδάκη – Μανώλη Ρασούλη.

  
17/07/2009

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

0598. Άσκηση Ύφους

 
Βραδάκι. Είμαι με παρέα. Μπαίνουμε στο κατάστημα. Εστιατόριο. Γεμάτο. Είμαι θαμώνας. Μου βρίσκουν τραπέζι. Η ταμπελίτσα “reserve” εξαφανίζεται ως δια μαγείας. Παραγγέλλουμε. Θόρυβος. Ομιλίες. Μέταλλο πάνω στο μέταλλο. Μέταλλο με πορσελάνη. Γυαλί με όλα. Είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Αυτό σκέφτομαι. Μια τηλεόραση απέναντι δείχνει εικόνες. Άφωνα video clips. Ένα ηχείο αναρτημένο στη γωνία. Πάνω από το τραπέζι μας. Λαλεί. Απομονώνω το τραγούδι που ακούγεται. Μπαίνω μέσα του. Σηκώνω τον ντράμερ. Κάθομαι στη θέση του. Πιάνω τις μπαγκέτες, το πόδι στη μπότα. Σε αγαπάω. Πάμε από την αρχή. Μπαίνω. Σόλο εισαγωγή. Ακολουθούν οι άλλοι. Κρατώ το ρυθμό. Είναι αδρός, ρωμαλέος, σταθερός. Τέμπο που πάνω του κτίζεται το τραγούδι. Δίνω όλη μου την προσοχή. Δε θέλω να είμαι ο τραγουδιστής. Δε θέλω να είμαι ο κιθαρίστας. Δε θέλω να είμαι στα πλήκτρα. Θέλω να είμαι ο ντράμερ. Αφοσιώνομαι. Ο ρυθμός με παρασέρνει. Παίζω και σε σκέφτομαι. Πάλλομαι εν συντονισμώ. Με τα τύμπανα πολιορκώ. Με το ρυθμό τους στέλνω μηνύματα. Σ’ αγγίζουν άραγε; Μένω με την απορία. Παίζω. Στέλνω. Ελπίζω. Προσμένω. Ένας ντράμερ έγινα. Σε αγαπάω.


09/03/2009

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

0554. Τι Γίνεται

ι γίνεται”, είπε περισσότερο, παρά ρώτησε, καθώς περνούσε βιαστική μπροστά από την ανοιχτή πόρτα. “Τίποτα δε γίνεται”, μόλις που πρόλαβε να πει, αμφιβάλλοντας για το αν τον είχε καν ακούσει. Έτσι κι αλλιώς αυτό δεν είχε την παραμικρή σημασία. “Τι γίνεται;” επανέλαβε τη φράση στον εαυτό του στολίζοντάς την και με ένα ερωτηματικό. “Τίποτα δε γίνεται” ήρθε ευθύς η απάντηση. “Στον ίδιο παρονομαστή λοιπόν!”, συλλογίστηκε και χαμογέλασε. Ήταν εδώ και χρόνια που αυτές οι δυο φράσεις, με ερωτηματικά ή όχι, είχαν γίνει αχώριστο ζευγάρι για την συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν τον ένοιαζε πια. Έτσι έλεγε στον εαυτό του και προσπαθούσε να τον πείσει. Ήταν με τα φεγγάρια του. Άλλοτε αβάσιμη αισιοδοξία και άλλοτε αβάσιμη θλίψη. Παγιδευμένος, έτσι αισθανότανε. Από τις επιλογές του, το άσχημο ξεκίνημα, τις αδυναμίες του. Το είχε πια πάρει απόφαση “Ίσως στην άλλη ζωή”, ειρωνευότανε τον εαυτό του. Γιατί τον πείραξε τόσο αυτό το “Τι γίνεται”; Μια τυποποιημένη φράση ήταν που προσκαλούσε μια τυποποιημένη αντίδραση. Βαυκαλιζότανε, το καταλάβαινε. Που δεν κοντοστάθηκε να μιλήσουνε τον πείραξε, που δεν διάβασε τη ματιά της. Αυτό επιθυμούσε, αυτό του στέρησε. “Τι γίνεται. Τίποτα δε γίνεται” επανέλαβε στον εαυτό του και άφησε τη σκέψη του να πάρει άλλα μονοπάτια. 


26/11/2008

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

0538. Η Κάμαρα


Ταξίδεψε. Έφτασε. Της άνοιξαν. Πέρασε. Η κάμαρα. Ρώτησε. “Αρχείο σκέψεων και συναισθημάτων”. “Δεξιά όσοι σε αγάπησαν πολύ, αριστερά όσοι σε αντιπάθησαν, στο κέντρο οι άλλοι”. Ζήτησε πρόσβαση. Της αρνηθήκαν. Επέμενε. Της δόθηκε. Μπήκε. Στο κέντρο πολλοί, αριστερά αρκετοί, δεξιά πέντε. Χαμογέλασε. Γνώριζε. Πλησίασε. Σάστισε. Ο πέμπτος άλλος. Είδε, άκουσε, γεύτηκε, αισθάνθηκε. Ένας κρυμμένος ποταμός. Δεν είχε πιει μήτε μια στάλα. Αγαλλίαζε και πικραινόταν. Μετρούσε λάθη, παραλείψεις, ολιγωρίες. Έζησε από την αρχή γεγονότα και περιστατικά. Όλα στραβά καμωμένα. Δυσφορούσε. Τα έβαλε με τον εαυτό της. Τα έβαλε μ’ εκείνον. Μονάχα αν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Να τον αγκαλιάσει. Ήταν αργά πια. Λύγισε. Έσκυψε το κεφάλι. Βγήκε.


20/10/2008

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008

0535. Διάλογος


Τις τελευταίες μέρες αισθάνομαι να με καθίζει στο σκαμνί. Να με κατηγορεί. “Τι έκανα;”, τον ρωτάω. “Μην κάνεις τον ανήξερο. Γνωρίζεις πολύ καλά τι έκανες, τι εξακολουθείς να κάνεις”, απαντάει. “Είσαι αυθάδης” του εκτοξεύω. “Και συ το ίδιο” μου αντιγυρίζει. “Μα τι στο διάβολο έκανα και σε πείραξε τόσο;” Τολμώ να τον ξαναρωτήσω. “Γυρεύεις τα άμοιαστα” απαντά και μοιάζει θυμωμένος. “Και λοιπόν; Πρώτη φορά είναι ή μήπως η τελευταία; Και στο κάτω – κάτω μαθημένος είσαι σ’ αυτά”.
“Ποτέ δεν τα έμαθα. Χάρη σου έκανα. Παρακαλάω συνεχώς: Παναγίτσα μου δώσε να μην κάνει καμιά βλακεία και εκτεθούμε μεγάλοι άνθρωποι!”
“Ποτέ δεν θα επέτρεπα κάτι τέτοιο. Το γνωρίζεις καλά”
“Μα τότε τι στο διάβολο γυρεύεις; Κάτσε στα αβγά σου επιτέλους. Ζητάς πράγματα αδύνατα. Δεν το καταλαβαίνεις;”
“Το καταλαβαίνω, τι θαρρείς; Αλλά εσένα που σε ενόχλησα; Σου έδωσα ένα όνειρο και μια ελπίδα. Γιατί δεν τα δέχεσαι;”
“Γιατί στο είπα. Είναι άμοιαστα τα όνειρα σου· φρούδες οι ελπίδες σου”
“Μπορεί. Παραδέξου όμως ότι οι μέρες μας έχουν ομορφύνει. Έχουμε κάτι να περιμένουμε, κάτι να ελπίζουμε”
“Κάτι να περιμένουμε, κάτι να ελπίζουμε! Χριστέ μου! Μια ζωή τα ίδια και τα ίδια. Δε βαρέθηκες πια να ξοδεύεσαι έτσι; Παλίμπαις! Αυτό είσαι. Και με εκνευρίζεις.”
“Μπορείς να λες ότι θέλεις. Δεν κάνω κακό σε κανένα. Έχω ένα μυστικό και μια ελπίδα. Θες μάταια ελπίδα; Ωραία, μάταια. Και λοιπόν; Τίποτα δεν αλλάζει. Ίσως να μην το ελέγχω πια. Δεν θέλω να το ελέγξω. Το αφήνω να υπάρχει. Αυτό είναι όλο. Μου δίνει χαρά και με κερνάει λύπη. Πότε το ένα και πότε το άλλο. Εναλλασσόμενα. Άτακτα. Το δέχομαι. Με βοηθάει να ζω, να αντιμάχομαι τη γκρίζα, βαρετή, καθημερινότητά μου.”
“Αυτό ακριβώς βλέπω και φοβάμαι. Ότι δεν το ελέγχεις. Δεν προσπαθείς καν. Είσαι ευάλωτος και υπάρχουν φορές που με προβληματίζεις μ΄ αυτά που κάνεις και, κυρίως, λες.”
“Έλα τώρα! Ευάλωτος. Μεγάλα λόγια. Ποτέ δεν υπήρξα ευάλωτος απέναντι σε τρίτους. Βλέπεις πράγματα, που υπάρχουν μεν, αλλά ποτέ δε βγαίνουν προς τα έξω. Μη μπερδεύεσαι και έχε μου εμπιστοσύνη. Τίποτα άπρεπο δεν πρόκειται να γίνει. Άφησε με να το ζήσω. Δε βλέπεις πόσο βοηθάει;”
“Το βλέπω. Αλλά βλέπω και το άλλο. Ότι δεν έχεις ανταπόκριση σ΄ αυτά που ζητάς ή μάλλον, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, σ’ αυτά που εύχεσαι. Τι θα γίνει όμως αν αρχίσεις και βρίσκεις ανταπόκριση; Πόσο καιρό ακόμα πιστεύεις ότι η εστιασμένη σου βούληση θα μένει αθέατη και ανέγνωρη;”
“Μόνο σου το είπες. Όλα μέσα στο μυαλό μου είναι. Μια κλειστή, ιδιωτική μου υπόθεση. Αν μέχρι τώρα δεν έγινε αντιληπτό το τι αισθήματα τρέφω, γιατί να γίνει τώρα; Γιατί και από πού να βρω ανταπόκριση όταν μέχρι τώρα το μόνο που εισπράττω είναι τυπικότητα και σιωπή; Ποτέ δεν θα μάθει. Έτσι θα μείνουν τα πράγματα. Στη σκέψη και τα χαρτιά μου. Ανάμεσα σ’ εσένα και σ’ εμένα. Αυτό είναι όλο. Λοιπόν, χαλάρωσε και έλα να το ζήσουμε. Ακόμα και οι γραμμές αυτές κέρδος είναι.”
“Εκμεταλλεύεσαι την αδυναμία μου. Γνωρίζεις ότι έχεις πάντοτε τον τελευταίο λόγο. Το μόνο που θέλω είναι να μη γυρίσεις ποτέ να μου πεις ότι δεν σε προειδοποίησα. Σε προειδοποίησα! Κάνε ότι καταλαβαίνεις. Ξοδέψου! Δεν είμαι εγώ αυτός που θα σου κλείσει την πόρτα στο όνειρο. Αλλά στο λέω και να το γνωρίζεις. Όνειρο θα μείνει!”
“Ας μείνει! Δεν είναι λίγο. Μη μου χαλάς την καρδιά, μόνο έλα να το ζήσουμε μαζί και ποιος γνωρίζει; Υπάρχουν και όνειρα που βγαίνουν αληθινά!”


Νίκος Μαμαγκάκης, Νίκος Φώσκολος, Τζένη Βάνου και . . . “Σ’ Αγαπώ”!


13/10/2008