Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

1659. Ιωάννης Πολέμης και πάλι

  
 

Ας δικαιολογήσουμε αυτό το «και πάλι» του τίτλου της εγγραφής. Οφείλεται στην εγγραφή που ανέβασα την Κυριακή, 13 Απριλίου 2014, με τίτλο:

0929. Ιωάννης Πολέμης

Σήμερα, λοιπόν, που η διάθεσή μου, μοιάζει να μ’ έχει εγκαταλείψει, καλοκαιράκι γαρ, ξαναέπιασα το βιβλίο με τα ποιήματα του Ιωάννη Πολέμη στα χέρια μου. Ακολούθησε η σκέψη: και δεν ανεβάζω κάποια ποιήματα από το βιβλίο;

Αμ’ έπος αμ’ έργον (που ακολουθεί). Επειδή θεωρώ πως η εισαγωγή, στην εγγραφή 0929, έχει κάποιο σχετικό ενδιαφέρον, επιτρέψτε μου να την επαναλάβω, πλην μίας παραγράφου:

Στις 8 Αυγούστου 2011 είχα ανεβάσει την εγγραφή “0779. Ποιος, Στις Μέρες Μας, Διαβάζει Γκαίτε;”. Σήμερα θα μπορούσα να ρωτήσω: “Ποιος, Στις Μέρες Μας, Διαβάζει Ιωάννη Πολέμη;” κι ας μην είναι, ίσως, ευθέως συγκρίσιμοι ο Έλληνας και ο Γερμανός. Τον γνώριζα τον ποιητή από τα χρόνια μου του γυμνασίου. Δικά του, εξ’ άλλου, είναι τα γνωστά (πώς να αρθρώσω πια το “πασίγνωστα”;) “Η Σημαία”, “Τι Είναι Η Πατρίδα Μας”, και το “Το Κρυφό Σχολειό”.

Η αφορμή να ανανεώσω τη σχέση μου με τον ποιητή, και όχι μόνο, ΙωάννηΠολέμη μου δόθηκε όταν την Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014, κατέβηκα στο υπόγειο βιβλιοπωλείο του “Ποθητού”, στην Πλατεία Κάνιγγος, για να αγοράσω ένα βιβλίο. Ως συνήθως, για ένα (βιβλίο) πήγαινα με τέσσερα (βιβλία) έφυγα. Πήγα για το “Πώς Λειτουργεί ο Κόσμος”, του Noam Chomsky, και έφυγα με τα:

1. Η Ομορφιά της Λίστας - Ουμπέρτο Έκο, 15 €

2. Πώς Λειτουργεί ο Κόσμος - Noam Chomsky, 14 €

3. Η Πολιτική Γονιμότητα της Οργής - Χρήστος Γιανναράς,  3 €

4. Ιωάννης Πολέμης - Ποιήματα, 3 €

Ομολογώ ότι αν η τιμή των υπόλοιπων τριών (βιβλίων) δεν ήταν τόσο ελκυστική πιθανότατα δεν θα τα αγόραζα (με εξαίρεση το βιβλίο του Έκο που το ήθελα). Έτσι, με τις προσφορές του καλού βιβλιοπωλείου (ευγενέστατη η Μαρία) απόκτησα τον τόμο των ποιημάτων του ποιητή που περιλαμβάνει δύο ποιητικές συλλογές του, τους “Χειμωνανθούς” (1888) και τα “Αλάβαστρα” (1900).

Το ζήτημα είναι: Πώς αντιμετωπίζει κανείς κείμενα ηλικίας 114 – 126 ετών; Τι έχει μένει το ίδιο από τότε, τι έχει αλλάξει; Πώς μιλούσαν, πώς σκεπτόντουσαν, πώς ερωτευόντουσαν τότε;  Τι από αυτά που ίσχυαν τότε ισχύουν και τώρα. Δύσκολα ερωτήματα, δύσκολες απαντήσεις. Το μόνο σίγουρο ότι και τότε οι άνθρωποι αγαπούσαν, ερωτευόντουσαν, πονούσαν, ευτυχούσαν, προσδοκούσαν. Ας μείνουμε σε αυτό.

Ακολουθούν πέντε ποιήματα τα οποία ξεχώρισα με το άρωμα και την αισθητική της εποχής που γράφτηκαν και αντιπροσωπεύουν:

 

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Σαν είμαι μακρυά σου, χαϊδεμένο μου,

Η ζήλεια με τρελλαίνει και με τυραννεί,
Κι αναστενάζω και φωνάζω σαν τρελλός:
   Καταραμέν΄η ώρα που σ’ αγάπησα,
                          καταραμένη!
 
Μα όταν σε κρατώ μεσ’ στες αγκάλες μου
και το κορμί σου σπαρταρά στα χέρια μου
   από χαρά κι αγάπη πάλι ξεφωνώ:
  Ευλογημέν’ η ώρα που σ’ αγάπησα,
                         ευλογημένη!


AΓΝΩΣΤΟΣ

   Ούτε με γνωρίζεις, ούτε σε γνωρίζω,

που και που μου ρίχνεις μια ματιά γοργή,
  κι όμως σαν με βλέπεις κάποτε νομίζω
      πως δεν μας χωρίζει τίποτε στη γη.

 Αν σου πω πως έρως την καρδιά μου καίει,

 δεν θα το πιστεύσεις όπως κι αν σ’ το πω,
  κι όμως, δεν ηξεύρω, κάτι τι μου λέει,
   -κι ίσως είν’ αλήθεια- ότι σ’ αγαπώ.

    Ούτε με γνωρίζεις, ούτε σε γνωρίζω,

 όμως σαν διαβαίνεις και έτσι με θωρείς,
   δίχως να το ξέρης, κάτι μου χαρίζεις,
     δίχως να το ξέρω κάτι μ’ αφαιρείς. 
 

ΔΥΟ

  Καινούρια αγάπη μυστική

 βρήκες στα στήθη μου φωλιά,
και στην καρδιά μου κατοικεί
 χωρίς να διώξη την παλιά.

    Τέτοια καρδιά τι θα γενή,

που την κτυπούν χίλιες ματιές, που
    ακατάπαυστα πονεί
 γιατί την καίνε δυο φωτιές.

    Έγιν’ ο νους μου καλαμιά

που κάθε αγέρας την προσβάλλει
 κοιμούμαι, σκέπτομαι τη μια,
   ξυπνώ στοχάζομαι την άλλη.

    Μ’ από τις δυο ποια θα χαθή

και ποια η καρδιά μου θα κρατήση;
        Ίσως μία τρίτη θε ναρθή
 κι αυτή τις δυο θε να νικήση. 
 

 ΚΑΡΔΙΑ ΦΤΩΧΗ

    Καρδιά φτωχή, σκυμένη σαν ιτιά,

της ευμορφιάς σ’ εθάμβωσ’ η αχτίδα,
 την έβλεπες μ’ αχόρταγη ματιά
κι’ αγάπησες χωρίς καμιάν ελπίδα.

    -Είν’ η ζωή μας άγρια νυχτιά-

Έτσι προχθές το βράδι πάλιν είδα
Να τριγυρνά στου λύχνου τη φωτιά
μια μυριοπλουμισμένη χρυσαλίδα.

 Αγάπησε τη λάμψη, μα δε φταίει·

Γυρνά, την πλησιάζει, αλλά καίει
 τις γρήγορες φτερούγες της ζωής.

 Καρδιά φτωχή, χωρίς ελπίδα μία,

 είχες και συ την ίδια αδυναμία
 κι αγάπησες φωτιά για να καής. 
 

Ο ΧΡΟΝΟΣ 

Κυλάει ο Χρόνος σαν νερό, τρέχ’ η ζωή σιμά του,

 και σέρνει κάθε μας χαρά στο γοργοκύλημά του,

σβήνουν τα τόσα ονείρατα -του ρόδου χρυσαλίδες       

και στον αγέρα χάνονται χρυσόφτερες ελπίδες.

  Κι ο θάνατος που αθάνατο τον έπλασεν η τύχη
κόβει, θερίζει ανέσπλαχνα ό,τι μπροστά του τύχει.

   Κυλάει ο Χρόνος σαν νερό. Στο γοργοκύλημά του   

  δεν σέρνει μόνο τη χαρά που βρίσκει εδώ κάτου,

  μα παίρνει κάθε λύπη μας, κάθε καημό και πόνο

κι η μαυροφόρ’ απελπισιά βρίσκει γιατρό το χρόνο

 Κι ο Θάνατος καμιά φορά που πόνους δεν πιστεύει

     ενώ θερίζει τη ζωή πόσους καημούς γιατρεύει!

 

   Διάβαινε, Χρόνε, γρήγορα, για χάρη στο γυρεύω

μα σαν θα δης στο πλάι μου την κόρη που λατρεύω

  τότε να κόψης τα φτερά απ’ τα γοργά σου χρόνια

   και συ σαν βράχος να σταθής ακίνητος αιώνια.

 Κι ο Θάνατος όταν θαρθή και δει τον έρωτά μας

Θα λυπηθή, θα σπλαχνισθή, θα φύγη από κοντά μας.

 

Να είσαστε Καλά,

Να διαβάζετε ποίηση

. . . και να την καταλαβαίνετε!

 

Ένα κλικ μακριά οι Bee Gees στο “How Deep Is Your Love” [1977], σύνθεση των Barry  

Gibb, Robin Gibb και Maurice Gibb:

 

 

 13/08/2026

2 σχόλια:

  1. Πρέπει να είναι παλιά έκδοση, Νίκο. Και μιλάμε για εκδόσεις Πορφύρα, εντελώς κλασικές.
    Χρόνια πολλά φίλε μου με πολλές ευχές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή