Όσοι επισκέπτονται
το ημερολόγιο αυτό και χρησιμοποιούν Η/Υ, και όχι έξυπνα τηλέφωνα, θα έχουν
παρατηρήσει το τμήμα «Ετικέτες» στη δεξιά στήλη. Ανάμεσα στις ετικέτες αυτές
και η ετικέτα «ΤΑ ΕΜΑ» με την οποία έχουν ετικετοδοτηθεί εγγραφές που φιλοξενούν ποιήματα μου. Το
αναγραφόμενο πλήθος σχετικών εγγραφών εν προκειμένω ανέρχεται σε εκατόν δέκα
πέντε (115). Με τη σημερινή εγγραφή το πιο πάνω πλήθος θα αυξηθεί κατά ένα.
Εκατόν
δεκαπέντε συν ένα, λοιπόν, ποιήματα με κάποια από αυτά να μην έχουν βρει τη θέση
τους στην επίσημη συλλογή (μου) «Ολίγον τε Φίλον τε»
και κάποια ελάχιστα να επαναλαμβάνονται. Πάντοτε αισθάνομαι αμηχανία όταν κάποιος,
και κυρίως κάποια, δηλώνει ποιητής ή ποιήτρια. Φορτίο πολύ βαρύ για τους αδύναμους
ώμους μου και για τα ποιήματά μου τα οποία, θαρρώ, δεν είναι αρκούντως «ποιητικά»
συγκρινόμενα με αυτά που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο. Μάλλον στεγνά, σίγουρα
ολιγόλογα και ουδόλως υψιπετή. «Ο καθείς και τα όπλα του» που είπε και ο . . . «συνάδελφος».
Οι
πρώτοι έξι στίχοι, και κυρίως οι δύο πρώτοι, στριφογύριζαν στο μυαλό μου εδώ
και δεκαετίες, κυριολεκτικά. Όταν, σχετικά πρόσφατα, παρουσιάστηκε και μία σπανιότατη στιγμή
έμπνευσης, λέμε τώρα, κατάφερα να συνθέσω το «ΕΜΕΙΣ», που ακολουθεί!
Σήμερα,
λοιπόν, που η διάθεσή μου, μοιάζει να μ’ έχει εγκαταλείψει, καλοκαιράκι γαρ,
ξαναέπιασα το βιβλίο με τα ποιήματα του Ιωάννη Πολέμη στα χέρια μου. Ακολούθησε η σκέψη: και δεν ανεβάζω κάποια ποιήματα
από το βιβλίο;
Αμ’
έπος αμ’ έργον (που ακολουθεί). Επειδή θεωρώ πως η εισαγωγή, στην εγγραφή 0929,
έχει κάποιο σχετικό ενδιαφέρον, επιτρέψτε μου να την επαναλάβω, πλην μίας
παραγράφου:
Στις 8 Αυγούστου 2011
είχα ανεβάσει την εγγραφή “0779. Ποιος, Στις Μέρες Μας, Διαβάζει Γκαίτε;”.
Σήμερα θα μπορούσα να ρωτήσω: “Ποιος, Στις Μέρες Μας, Διαβάζει Ιωάννη Πολέμη;” κι ας μην είναι, ίσως, ευθέως συγκρίσιμοι ο Έλληνας και ο
Γερμανός. Τον γνώριζα τον ποιητή από τα χρόνια μου του γυμνασίου. Δικά του, εξ’
άλλου, είναι τα γνωστά (πώς να αρθρώσω πια το “πασίγνωστα”;) “Η Σημαία”, “Τι
Είναι Η Πατρίδα Μας”, και το “Το Κρυφό Σχολειό”.
Η αφορμή να ανανεώσω
τη σχέση μου με τον ποιητή, και όχι μόνο, Ιωάννη Πολέμη μου δόθηκε όταν την Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014, κατέβηκα στο υπόγειο
βιβλιοπωλείο του “Ποθητού”, στην Πλατεία Κάνιγγος, για να αγοράσω ένα βιβλίο.
Ως συνήθως, για ένα (βιβλίο) πήγαινα με τέσσερα (βιβλία) έφυγα. Πήγα για το
“Πώς Λειτουργεί ο Κόσμος”, του Noam Chomsky, και έφυγα με τα:
1. Η Ομορφιά της
Λίστας - Ουμπέρτο Έκο, 15 €
2. Πώς Λειτουργεί ο
Κόσμος - Noam Chomsky, 14 €
3.Η Πολιτική Γονιμότητα της Οργής - Χρήστος
Γιανναράς,3 €
4. Ιωάννης Πολέμης -
Ποιήματα, 3 €
Ομολογώ ότι αν η τιμή
των υπόλοιπων τριών (βιβλίων) δεν ήταν τόσο ελκυστική πιθανότατα δεν θα τα
αγόραζα (με εξαίρεση το βιβλίο του Έκο που το ήθελα). Έτσι, με τις προσφορές
του καλού βιβλιοπωλείου (ευγενέστατη η Μαρία) απόκτησα τον τόμο των ποιημάτων
του ποιητή που περιλαμβάνει δύο ποιητικές συλλογές του, τους “Χειμωνανθούς”
(1888) και τα “Αλάβαστρα” (1900).
Το ζήτημα είναι: Πώς
αντιμετωπίζει κανείς κείμενα ηλικίας 114 – 126 ετών; Τι έχει μένει το ίδιο από
τότε, τι έχει αλλάξει; Πώς μιλούσαν, πώς σκεπτόντουσαν, πώς ερωτευόντουσαν
τότε;Τι από αυτά που ίσχυαν τότε ισχύουν
και τώρα. Δύσκολα ερωτήματα, δύσκολες απαντήσεις. Το μόνο σίγουρο ότι και τότε
οι άνθρωποι αγαπούσαν, ερωτευόντουσαν, πονούσαν, ευτυχούσαν, προσδοκούσαν. Ας
μείνουμε σε αυτό.
Ακολουθούν
πέντε ποιήματα τα οποία ξεχώρισα με το άρωμα και την αισθητική της εποχής που
γράφτηκαν και αντιπροσωπεύουν: