Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026
1626. «Τα Άλλα Κείμενα» +1
Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020
1318. Πόσο απέχει η Αθήνα από το Παρίσι (15.565 ημέρες μετά)
«Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών», έγραψε ο ποιητής. Ίσως και να έτσι είναι. Κουφός, τυφλός και ασυγκίνητος ο χρόνος περνά κι εμείς, μονίμως μαγνητισμένοι, ακολουθούμε. Στην πορεία σπέρνονται ή σπέρνουμε μνήμες. Σημάδια, σημαδάκια, πληγές, ξέφωτα, οάσεις, χαρές, πίκρες, ηδονές, οδύνες και άλλα πολλά. Κάποιες (μνήμες) καρφώνονται στο νου, πτητικές κάποιες άλλες χάνονται, κάποιες απεικονίζονται, υποδεικνύονται και, κατά το δυνατόν αναλλοίωτες, διαρκούν.
Είμαι, θαρρώ, ένας από αυτούς που συστηματικά απεικονίζουν και, για τούτο, αντιστοιχίζουν μνήμες. Στην πορεία της ζωής μου έχω σωρεύσει απεικονιστικά κείμενα, εικόνες και ήχους. Σε χαρτί, φωτογραφικό φιλμ και κασέτες. Απεικόνιζα και, κατά το δυνατόν, ταξινομούσα. Όταν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές μπήκαν στη ζωή μου, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, ήταν η καλύτερή μου. Βάλθηκα να ψηφιοποιήσω και να, ακόμα καλύτερα, ταξινομήσω όλα τα μνήμης βοηθήματα που είχα επιμελώς συγκεντρώσει.
Σκανάρισα, πληκτρολόγησα, μετέφερα. Κείμενα, εικόνες και ήχους. Τα οργάνωσα σε αρχεία και φακέλους. Τελικά, και χάρη στα bits και τα bytes, κατάφερα όλα αυτά να τα έχω κάτω από τα δάχτυλα μου. Εύκολα πλέον αναζητώ, βρίσκω, εμφανίζω, αντιγράφω και παρουσιάζω. Πρόκειται για ένα σημαντικό όγκο δουλειάς που έγινε, και γίνεται, σταδιακά. Αν ξαφνικά τα έχανα, σε πείσμα των τεσσάρων και πέντε ψηφιακών αντιγράφων που για το καθένα διαθέτω, θα μου ήταν, και πρακτικά θα έλεγα, αδύνατον να αποκαταστήσω την ψηφιακή μου αυτή βιβλιοθήκη.
Όμως μακρηγόρησα. Αν από τη σημερινή ημερομηνία αφαιρέσετε 15.565 ημέρες θα, πισοπατώντας, φτάσετε στην Τρίτη, 25 Απριλίου του έτους 1978. Πριν από σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια λοιπόν η απεικονισμένη, σε κείμενο, μνήμη που ακολουθεί. Η μνήμη μιας επιστολής που έγραψα, έπεμψα και είχα την πρόνοια να αντιγράψω. Δεν γνωρίζω τι απέγινε το πρωτότυπο. Ίσως η παραλήπτρια της επιστολής να το κράτησε, ίσως να το πέταξε στα σκουπίδια ή και να το έκαψε. Δε μοιάζει να έχει σημασία. Το κείμενο αυτό, όσο μικρή αξία κι αν έχει, σώθηκε. Το έσωσα.
Με αύξοντα αριθμό δέκα έξι (16) στο χειρόγραφο τετράδιο με τίτλο «ΤΑ ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ», και το ομώνυμο, σε MS Word, ψηφιακό αρχείο, βρίσκεται καταχωρισμένο το κείμενο (επιστολή) που ακολουθεί:
Τερψιθέα 25 Απρίλη 1978 (Τρίτη)
Μου δίνεις όλο κάτι ρόλους άχαρους. Δέχομαι. Ως πότε; Κουράστηκα. Απαύδησα. Πάλι έχω παράπονα μαζί σου. Δυο φορές το προηγούμενο Σάββατο και ολόκληρη την Κυριακή προσπαθούσα να επικοινωνήσω μαζί σου. Αδύνατο. Δυο φορές, από εμπλοκή, έπεσα πάνω σε άγνωστους.
Δε σου ζητώ να μείνεις μέσα και να περιμένεις τηλεφώνημά μου. Όμως σου είναι τόσο δύσκολο να υποθέσεις ότι τις ώρες της απουσίας σου μπορεί να σε καλώ; Και εν πάση περιπτώσει οι εκεί ασχολίες σου είναι τέτοιες και τόσες που να μη σου επιτρέπουν μέσα σε πέντε μέρες να μου αφιερώσεις πέντε λεπτά; Γιατί βέβαια το κόστος είναι ασήμαντο.
Μετά. Ακόμα δεν έλαβα γράμμα σου. Σου ήταν τόσο δύσκολο να στείλεις το πρώτο γράμμα “επείγον”; Όπως πληροφορήθηκα κάτι τέτοιο γίνεται και με τα γαλλικά ταχυδρομεία. Η μήπως το “επείγον” είναι κάτι που απαιτεί την επινοητικότητα του Οδυσσέα και τον έρωτα των ποιητών προς τα άστρα;
Και για την περίπτωση ακόμα που ασθένησες, πράγμα που απεύχομαι, θα μπορούσε ο Κώστας να με ενημερώσει.
Είχε
συμφωνηθεί να σου τηλεφωνήσω αύριο. Δε θα το κάνω. Δεν έχω την ψυχική διάθεση.
Είμαι σε θέση να σε βεβαιώσω ότι το Παρίσι απέχει τόσο από την Αθήνα όσο ακριβώς και η Αθήνα από το Παρίσι...
Υ.Γ. Αν νομίζετε ότι μια “απλή αγάπη” δε φτάνει παρακαλώ να
μου το γνωστοποιήσετε ώστε να προβώ στους κατάλληλους χειρισμούς.
Να προσέχετε και να είσαστε Καλά.
Ένα κλικ μακριά οι Styx στο “Boat On The River”:
05/12/2020
Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2020
1315. Παραληρηματική γραφή
Ιούνιος 1976. Εξεταστική περίοδος στη Σχολή Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΕΜΠ, όπου σπουδάζω. Μία δύσκολη περίοδος για εμένα, όχι από ότι θυμάμαι αλλά από ό,τι στα γραπτά μου διαβάζω. Τόσο που, σαράντα τέσσερα (44) έτη μετά, να βρίσκω στα χαρτιά μου σκέψεις όπως αυτές που θα ακολουθήσουν.
Ακόμα μια ανάρτηση στο παρόν ημερολόγιο, λοιπόν, με ένα απόσπασμα, αυτή τη φορά, από την εγγραφή με αύξοντα αριθμό οκτώ (8) του χειρόγραφου τετραδίου «Τα Άλλα Κείμενα»:
08. ΑΣΚΗΣΗ ΓΡΑΦΗΣ ΝΟ 6
. . .
Όμως μπροστά στη ζωή, στη δική μας ζωή, πρέπει να σταθούμε γυμνοί και να την κοιτάξουμε στα μάτια. Τη ζωή μας πρέπει να τη ζήσουμε και να την ψηλαφίσουμε. Πρέπει να μετρήσουμε τη ζωή μας. Πρέπει να μετρήσουμε τους εαυτούς μας. Με όλη την οδύνη αυτών των μετρήσεων παρμένη κατάστηθα. Όταν ο πόνος μας τριγυρίζει κάτι θέλει και προσπαθεί μα μας πει και δε θα μας αφήσει αν δε μιλήσει. Και εμείς πρέπει να τον ακούσουμε με τα αυτιά τεντωμένα και το πνεύμα πρόθυμο. Ο πόνος διδάσκει, η χαρά αφαιρεί. Αφαιρεί περισυλλογή και περίσκεψη.
Πρέπει ακόμα να σταθούμε μπροστά στο πρόβλημα της μεταφοράς της γνώσης. Πρέπει να το κοιτάξουμε στις ρίζες του. Το πρόβλημα τεράστιο. Δε βλέπω γιατί θα έπρεπε να χωθώ στην αίθουσα 316 και φοβισμένος και τρεμουλιάρης και άσχετος να εκλιπαρήσω ένα πέντε από τον εαυτό μου και το δάσκαλο.
Σπουδάζω μια επιστήμη να χτίσω το σπίτι μου, να θρέψω τα παιδιά μου και να ζήσω τίμια από τη δούλεψή μου. Γιατί θα έπρεπε να εκπορνεύσω τις σπουδές μου; Γιατί θα πρέπει ολόκληρη η προσπάθειά μου να καταναλώνεται στα πενταράκια; Αφήσαμε το Γυμνάσιο ξεσέρνοντας τη νοοτροπία του. Τη νοοτροπία του να ξεγελάσεις, να περιπαίξεις. Όμως ποιος, σε μας, είναι τόσο αφελής ώστε να πιστεύει ότι η ώρα της κρίσης δε θα έρθει; Θα έρθει αναπόφευκτη σαν θάνατος. Και θα είναι η ώρα που θα βγούμε μόνοι μας, μόνοι μας, να ασκήσουμε το επάγγελμά μας. Και εκεί σαν πύο από πληγή που την πίεσες θα ξεπεταχτεί η φτώχεια μας και θα μας συντρίψει. Το κλάμα αυτής της στιγμής, την αβάσταχτη συμφορά και τον ολόκληρο πανικό πρέπει να νικήσουμε αρχίζοντας από τώρα.
Το σύστημα ευνοεί τη φυγοπονία. Τους εξυπηρετεί όλους μοιράζοντας πεντάρια. Όμως τα δικά μας μάτια πρέπει να είναι προσηλωμένα στην ώρα της κρίσης που δε θα την αποφύγουμε. Θα μας πουν τότε:
- Εμπρός κύριε αποδείξτε μας ότι γνωρίζεται. Ότι γνωρίζεται!
Για να μη λυγίσουν την ώρα αυτή τα γόνατά μας παλεύουμε. Ο δρόμος είναι μακρύς και σκληρός μα δεν έχουμε παρά να τον ακολουθήσουμε ή να παραιτηθούμε. Η δοκιμασία της γνώσης θα πρέπει να είναι χαρά μέγιστη. Και όμως εμείς τρέμουμε, θέλω να πω οι περισσότεροι. Δεν το θεωρώ υποχώρηση το ότι δεν πήγα να γράψω. Το πολύ-πολύ ένα πέντε να έγραφα. Και δεν το θέλω. Μπορεί το σημερινό να το πληρώσω μη γράφοντας στις άλλες εξεταστικές. Δε θα μετανιώσω στο βάθος για την τωρινή στάση μου.
Γιατί θα πρέπει να γίνουμε όλοι όμοιοι και ίδιοι; Γιατί μας ενοχλούν τόσο οι άνθρωποι που δε μας μοιάζουν; Παίρνω όλες μου τις ευθύνες. Τις ευθύνες μου απέναντι σε Θεούς και σε ανθρώπους. Έχουμε να φτιάξουμε τη ζωή μας. Έχουμε να φθείρουμε την ύλη και το πνεύμα μας. Πρέπει να τα φθείρουμε με τη συνείδηση της αγάπης. Δεν έχουμε, στο τέλος, να παρακαλέσουμε κανένα. Μόνοι μας και περήφανοι στο κατάστρωμα του σκαριού μας. Και δεν έχουμε τρόπο να αποφύγουμε τις καταιγίδες και τις θύελλες. Πρέπει να περάσουμε και από αυτές για να φτάσουμε στο μακρύτερο πουθενά, στο μακρύτερο τίποτα που μπορούμε. Χωρίς να αλαζονευόμαστε δε ζητάμε συμπάθεια και κατανόηση από κανένα. Όμως οι Θεοί μας γνωρίζουν πόσο η κατανόηση, που θα ’ρθεί να μας βοηθήσει, θα γλυκάνει τον πόνο και θα γιάνει τις πληγές μας.
Η μοναξιά μας είναι αποφασισμένη και υποχρεωτική μέσα στον τόπο και το χρόνο. Ακόμα και όταν αγαπήσουμε και αγαπηθούμε δε θα την ξεφύγουμε. Είναι βαθιά μέσα μας η μοναξιά μας. Ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να ξετυλίγει διαρκώς τη σκέψη του. Μονάχα οι δυνατές αισθήσεις την ακινητοποιούν για λίγο και τότε αισθανόμαστε να ευτυχούμε. Όμως είμαστε μόνοι κάτω από τον ουρανό και πρέπει μ’ αυτή την παραδοχή να φτιάξουμε τη ζωή μας.
Μια
ζωή έχουμε μπροστά μας, δώρο των Θεών, για να κουβαλήσουμε ένα σωρό πέτρες από
μια μεριά της ψυχής μας σε άλλη, από μια μεριά της καρδιάς μας σ’ άλλη. Και
πρέπει να σηκώνουμε τις πέτρες μας με λαχτάρα και αγάπη. Να τις ψηλαφούμε και
να τις μαθαίνουμε. Να βλέπουμε τι ελευθερώσαμε τραβώντας τες και τι θα
καλύψουμε τοποθετώντας τες. Όσες περισσότερες πέτρες, αδέλφια μου, με την περισσότερη
αγάπη. Μόνοι, δυνατοί, θαρραλέα και αντρίκεια σηκώνοντας τις πέτρες μας,
ανακαλύπτοντας και απαλείφοντας. Τέτοια μια εικόνα μας αξίζει να φτιάξουμε.
Αδέλφια μου δεν έχουμε να δημιουργήσουμε. Ο χαρακτήρας και τα προτερήματα δε δημιουργούνται. Αυτά τα πράγματα ανακαλύπτονται. Γιατί είναι ατόφια μέσα μας. Μονάχα που η συνείδηση της οδύνης του να αλλάζεις την τάξη των πραγμάτων μέσα σου, κουβαλώντας πέτρες, μας φοβίζει και μας απωθεί. Πρέπει να πάρουμε στα χέρια μας το ρόλο του κουβαλητή. Ας αρχίσουμε από τις μικρές που δεν είναι ωστόσο ασήμαντες.
Ελάτε να διαλέξουμε τις πέτρες που πρέπει να μετατοπίσουμε. Ελάτε να σκεφτούμε πόσα χρόνια ζήσαμε για να συνειδητοποιήσουμε το ρόλο του εργάτη που είναι ο υπέρτατος. Ζήσαμε κατά το ήμισυ στο σπέρμα του πατέρα μας και κατά το ήμισυ σ’ αυτό της μητέρας μας. Και κείνοι στων γονιών τους. Και έτσι μέχρι την αρχή και ίσως μέχρι το τέλος. Στοχαστείτε το πλήθος των περιστροφών μας στο αστρικό μεγαλείο. Σκεφτείτε τα στρώματα που πλαγιάσαμε, τους ήλιους που κοιτάξαμε και τις επιθυμίες των προγόνων που βαραίνουν στα κύτταρά μας.
Έτσι γίνεται και θεριεύει η ζωή μέσα μας και πια δε μπορούμε να την κρατήσουμε. Και πρέπει ή να βγάλουμε κραυγή μεγάλη ή να πεθάνουμε. Μετατοπίστε για να ανακαλύψετε. Κουράστε τη μέση σας για να δείτε. Σταματώ αποκαμωμένος...
5 Ιούνη 1976 / Βιβλιοθήκη ΕΜΠ
Ένα κλικ μακριά, το
κλασικό “Quizas, Quizas, Quizas”, με τον Nat King Cole:
24/11/2020
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020
1313. Επιστολή ετών τριάντα εννέα [39]
Άνοιξα και πάλι το τετράδιο (μου) «Τα άλλα Κείμενα». Σταμάτησα στην εγγραφή με αύξοντα αριθμό είκοσι (20). Αναθυμήθηκα. Μια επιστολή που είχα ταχυδρομήσει στην πρωτεξαδέλφη μου Μαρία Λ. κατά τη θητεία μου στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ), στο Ηράκλειο της Κρήτης.
Τριάντα εννέα, σχεδόν σαράντα πια, έτη μετά, έχω την αίσθηση ότι υπάρχουν κάποια πραγματάκια στην επιστολή αυτή που αξίζει τον κόπο να, ακόμα και σήμερα, διαβαστούν.
20. ΕΠΙΣΤΟΛΗ (Στη ΜΛ)
Αχ Μαρία! Μαρία!…
Πήρα πριν λίγο το γράμμα σου. Σε καταλαβαίνω αν και δε γνωρίζω πόσο αυτό μπορεί να σε βοηθήσει. Είμαι ένας καθρέφτης που πάνω του αντανακλάς τη σκέψη σου για να γυρίσει σε σένα. Δέχομαι.
Αγάπησε τη Μαρία τη σε χίλια κομματάκια. Κάποτε το δύσκολο καταντάει να είναι το να μην αδικηθείς και όχι το να μην αδικήσεις. Το “να μην αδικήσω” μπορεί να γίνει ένα κρησφύγετο των δειλών. Το χειρότερο “Η δειλία μπορεί να είναι μια στάση ζωής”. Οι για την “αγάπη” απορίες σου σχεδόν και δικές μου. Γιατί όμως να γυρεύουμε ορισμούς; Μοιάζει να γυρεύουμε ρούχα να ντύσουμε ένα πανέμορφο σώμα. Τα ρούχα τα πιο όμορφα πάνω του θα μοιάζουν κουρέλια.
Ποιο το νόημα της διάρκειας των στιγμών; Στιγμή (πλαταγίζω στο νου μου τη λέξη και ρουφάω την ετυμολογία της) είναι μια μαχαιριά στον καιρό και στο χώρο. Κάνε δικό σου το αίμα της πληγής και πια ξέχασέ την. Το αίμα των στιγμών να κυκλοφορήσει στις φλέβες μας.
Ρωτάς:
- Τι ζητάνε οι άνθρωποι;
Ο άνθρωπος μπορεί να είναι ένα σύμπαν. Φτάσε την ηδονή του να γίνεις όλα τα σύμπαντα. (Εγώ είμαι όλα τα σύμπαντα).
Δεν είναι κακό το να πονάς. Κακό είναι το να μη γνωρίζεις γιατί πονάς. Μη ζητάς από τους άλλους το σεβασμό που απολαμβάνεις από τον εαυτό σου. Οι “άλλοι” - όλοι οι άλλοι - είναι οι άλλοι και “συ” είσαι “συ”. Το γνωρίζω πόσο είναι δύσκολο το να είσαι “συ”. Όμως πως αλλιώς; Το να μου γράφεις, σε προηγούμενα γράμματα, “εγώ” είναι ήδη μια όμορφη κατάκτηση. Και όσο για τον εγωισμό που μπορεί να κρύβει το “εγώ” έχω να παρατηρήσω ότι και το χρυσάφι το νοθεύουμε για να μπορεί να αντισταθεί. Είναι κάτι ψυχές που μοιάζουν σφαίρες κλειστές εξακοντισμένες στο διάστημα. Μόνες κάτι ψυχές που ταξιδεύουνε. Να είσαι άραγε μια τέτοια; Οι μυστικές συγγένειες των νοήσεων, των τάσεων, των ψυχών. Ο συντονισμός μέσα στη μοναξιά και την απόγνωση. Πολλές φορές στο κρεβάτι μου συλλογιέμαι:
- Εγώ. Ποιος είμαι εγώ;
Γίνομαι ένας ξένος και
χάνομαι.
Θα το ’νιωσες και συ.
Μετά απ’ αυτά. Κουλουριάσου στο κρεβάτι σου. Μη βλέπεις κανένα. Μην ακούς τίποτα. Ζήσε τη γοητεία του να μην είσαι τίποτα. Του να ακινητείς μέσα στη κίνηση. Του να πηγαίνεις αντίθετα στο ρεύμα. Στοχάσου το παράλογο της ζωής μας και των σχέσεων μας και χαλάρωσε. Ηρέμησε και σκέψου και αποφάσισε. Και μετά σήκω και κτύπησε. Μέθυσε και νιώσε τη χαρά της απόφασης.
Έπραξες πολύ καλά που πίστεψες αυτή τη σχέση. Έπρεπε. Σου ήταν απαραίτητη για να ζήσεις. Όμως, Μαρία, ο χρόνος ξεφτίζει και ξανοσταίνει όλες τις σχέσεις. Η καταραμένη καθημερινή συναναστροφή που αφήνει τον απέναντι γυμνό. Είναι Μαρία η μοίρα των ανθρώπων. Και πρόσεξε πολύ. Δεν ξανάγινες παιδί. Δε θα γυρίσεις πίσω στη μοναξιά. Ήσουν πάντα παιδί και ήσουν πάντα μέσα στη μοναξιά. Δε θα ξαναγυρίσεις. Θα παραδεχτείς.
“Ξεκομμένη, χωρίς τίποτα να πιαστώ”. Μαρία πιάσου από τον εαυτό σου πρώτα και τους γονείς σου και τους φίλους και τη μουσική και τη φύση κι από παντού και θέριεψε. Γίνε θηρίο και πάτησε γερά. Δε μας μένει πολύς καιρός για να ζήσουμε. Δεν υπάρχει λόγος να ζητήσεις συγγνώμη από κανένα άνθρωπο. Και όσα έγιναν και όσα ειπώθηκαν και όσα έκανες και ότι είσαι, και τέλος πάντων όλα, είναι νόμιμα και σωστά καμωμένα. Και είναι νόμιμα γιατί γίνηκαν με τις συνθήκες που γίνηκαν. Και στο κάτω-κάτω το “αν” είναι φρικτό.
Μην παίρνεις καλογερίστικη στάση απέναντι στη ζωή. “Δεν υπάρχει άνθρωπος που να του κρατάω κακία. Μόνο πίκρα και παράπονο.” Μαρία να κρατάς πίκρα και παράπονο αλλά και κακία και μίσος και έχθρα και οτιδήποτε άλλο χρειαστεί. Δε μπορείς να δένεσαι με τους ανθρώπους μόνο με το μετάξι και το μπαμπάκι. Χρειάζεται και το αγκαθωτό σύρμα. Και είναι τόσο απαραίτητο όσο και το μετάξι.
Αν κάτι πρέπει να αποφύγεις αυτό δεν είναι η κακία ή το μίσος αλλά η υπερβολή. Και μη ξεχνάς ότι η υπερβολή είναι τέτοια ακόμα και στην αγάπη. Αν θέλεις σε μια σχέση να τα δώσεις όλα αυτό είναι δικαίωμά σου. Δεν είναι δικαίωμά σου να ζητάς τα όμοια από τον απέναντι. Είναι όμως δικαίωμά σου να ζητάς τα ανάλογα. (Τα πέντε δικά σου μπορεί να είναι περσότερα από τα πέντε του απέναντι. Να σου αρκεί να υπάρχει ένα τίμιο πέντε απέναντι σε πέντε).
Που θα σε βγάλει ο δρόμος που τραβάς; Μαράκι πουθενά. Εμείς δε βαδίζουμε για να βγούμε. Βαδίζουμε για τη χαρά των οάσεων μέσα στην έρημο. 'Η βαδίζουμε επειδή έτσι γουστάρουμε και στο κάτω-κάτω δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε.
Να μιλήσω και για μένα εδώ. Λάσπη. Λάσπη. Λάσπη. Ζω σαν το γουρούνι. Βρέχει συνέχεια εδώ και τρεις μέρες. Ζούμε ανά δύο σε μικρά αντίσκηνα (θα δεις φωτογραφία). Απογοητευμένος από την ποιότητα των συναδέλφων. Δεν έχει σημασία. Υπομονεύω. Τώρα βρίσκομαι στο εστιατόριο (μια στεγασμένη αίθουσα 15x20 m2 περίπου) όπου κυριολεκτικά γίνεται χάβρα ιουδαίων. Μοιάζει τεκές. Έχω πονοκέφαλο. Σου έγραψα σε κατάσταση πυρετού.
Είναι Παρασκευή 7 με 8 το βράδυ. Θα φύγουμε πεζή (22 Km) την Τρίτη το μεσημέρι. Είμαι βρόμικος σαν γουρούνι και δυνατός σαν ταύρος. Ζω μέσα στη λάσπη. Μεθάω με το κρασί της σκέψης μου. Πετάω ακόντια με “θα” και τα καρφώνω παντού. Ακόμα και στο κορμί της κάθε Κατερίνας. Έχω γλυκές απορίες για τη ζωή μου. Και δε με νοιάζει. Πλέω στο πέλαγο και μου φτάνει. Πλέω στο πέλαγο και μπορώ να γράψω πράγματα όπως:
Πνίγομαι αγάπη πνίγομαι
Στο χώρο στο χρόνο στις σκέψεις
Πατώ στη γης δε με κρατά
Κι ο χρόνος δε μ’ ορίζει
Κι όταν σκεφτώ τη σκέψη σου
Το γύρω μου ανθίζει
Έτσι.
Μαράκι θα σου ταχυδρομήσω τα χαρτιά αυτά από το Ηράκλειο στις 14/1/81. Επειδή με τη σειρά σου γίνηκες καθρέφτης θέλω να σε παρακαλέσω να μου επιτρέψεις να αντιγράψω, όταν έλθω, αυτό το κείμενο.
Σε αγαπάω
9/1/81 Καταυλισμός ΣΕΑΠ / Επιστολή στη Μαρία Λ.
Να Προσέχετε, να Αντέχετε, να είσαστε Τυχεροί, να είσαστε Καλά.
Ένα κλικ μακριά το βασικό θέμα από την
ταινία «Η Λίστα του Σίντλερ» [1993], με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου,
υπό τη διεύθυνση του Gavin Greenaway σε μουσική του μέγιστου John Williams:
10/11/2020
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020
1310. Πριν, ακριβώς, μήνες 527
12. ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΑΣΚΗΣΗ ΓΡΑΦΗΣ Νο 9
Γράψαμε ένα ποίημα του χωρισμού τώρα ας γράψουμε και ένα κείμενο του χωρισμού. Όχι γιατί είναι τόσο σίγουρο ότι θα χωρίσουμε μα γιατί η μοναξιά μας είναι ανείπωτη. Ο μαρασμός μας είναι ανείπωτος. Δύσκολα έργα πιάνω να κάνω και δε γνωρίζω πως να τα καταφέρω και μήτε και θέλω να σε τρομάξω. Μονάχα θέλω να μιλήσω.
Κάθομαι εδώ μοναχός και έρημος στην 306 του Γκίνη και περιμένω να κάνω μάθημα 6-9 να σηκωθώ να φύγω. Κάθομαι να δω τη ζωή μου να δω τι κατάφερα κι εγώ τόσο ταξιδεύοντας κι όλα είναι αποτροπιαστικά άδεια. Σκέφτομαι και σένα και σκάω ένα χαμόγελο. Μου έρχονται στο νου να σου πω κάτι γλυκερές φράσεις όπως “Μικρούλα μου”, “Ματάκια μου” και με πιάνει μια απορία για το πως τις σκέφτομαι. Στ’ αληθινά όμως τις σκέφτομαι και πια λέω:
- Τι μου έχεις κάνει;
Δύο και είκοσι πέντε είναι η ώρα και σκέφτομαι τι να πράττεις και τι να λες τώρα δα. Προσπαθώ να κατανοήσω τι γίνεται μέσα στο στήθος μου και πια αδύνατο. Κάτι σαν κάψιμο, κάτι σαν βάρος, κάτι απροσδιόριστο. Τα πράγματα με μένα δεν ήταν κανονικά και τώρα πως να πω ότι απορώ; Η χαρά που μου δόθηκε στις 17 του Νοέμβρη ήταν λίγη και συνειδητή και για τούτο τεράστια. Τη σκέψη έκανα:
- Τώρα είμαστε μαζί κι όλα είναι ταιριαστά όμως οι μέρες που έρχονται;
Κατεβαίνω τώρα δυο πρωινά στο Πολυτεχνείο και κάθομαι στη βιβλιοθήκη και πίνω καφέ και μονάχα σε σκέφτομαι. Σκέφτομαι τη “φιλία” που μου ζήτησες και λέω:
- Τι να την κάνεις; Σου είναι άχρηστη.
“Θεέ μου!” λέω, “πώς θα τελειώσει;”
Ανοιγοκλείνουν οι πόρτες και μπαίνουν συνάδελφοι και μήτε ξέρουν τι κάνω. Κάνω κουράγιο να γράφω να πεισθώ τέλος πάντων ότι κάτι είμαι κι εγώ. Κάνω προσπάθειες να κρατήσω την Τετάρτη που ζήσαμε και ξέρεις; Απορώ πολύ που δε σου κράτησα το χέρι.
Μα δεν το χωράει ο νους μου ότι οι άνθρωποι μπορούν να αποφασίζουν για τις καρδιές τους. Αγόρασα σήμερα μια κασέτα να τη γεμίσω τραγούδια για τη γιορτή σου που έρχεται. Θέλω να γράψω τραγούδια του “έρωτα” και πίστεψε φοβάμαι μην ακούγοντάς τα τον “άλλο” , συμπάθησέ με, σκέφτεσαι. Σε βρίσκω αξιολάτρευτη και απορώ πώς, μέχρι τώρα τουλάχιστον, σ’ άφησε μοναχή. Άμα ζήσουμε μαζί θα είναι υπέροχο και πολύ φοβάμαι ότι δεν. Πάλι, λέω, δε γίνεται λίγο θα με συμπαθεί και θα μ’ αγαπήσει στο τέλος.
Αχ! Θεούλη μου τι κάθομαι και γράφω εδώ μοναχός στο τραπεζάκι. Κακό και άσχημο τίποτα δε βρίσκω να κάνω. Λοιπόν τώρα θα μιλά γλυκά στις φίλες της σκέφτομαι. Και πόσο είσαι αξιολάτρευτη στ’ αληθινά το ξέρεις; Μα τι θες να κάνω; Κι αν φτάσουν τα χαρτιά αυτά στα χέρια σου; Μάθε στην αρχή το πήρα αψήφιστα, μα τώρα; Μα είναι γράψιμο του χωρισμού αυτό; Θα ήθελα να είχα μια καρδιά ήρεμη, ακομμάτιαστη, καλύτερα να το μπορώ να σε ζητήσω. Μα δεν την έχω. Και πάλι τι αξία έχουν τα λόγια;
Να! Ήταν ένα δασάκι σ’ ένα βουνό και μέσα του κάτι σκιουράκια ζούσαν και έπεφτε ο ήλιος και Θεέ μου! Τι όμορφα χρώματα που έβλεπες και μετά έπιασε βροχή και ξέρεις; Τίποτα δεν ασχήμυνε και μετά ένα σκιουράκι ένας κυνηγός το σκότωσε. Και τώρα; Μα τι σου γράφω; Είναι μονάχα ότι είμαι “αλλόηχος” και δεν το κρύβω. Πάλι. Ήταν μια θάλασσα και “πλατς” τα κυματάκια σκάζανε και κίναγες τα πόδια σου και σήκωνες τον άμμο και έπιασε βροχή και μετά βγήκε ένας ήλιος μα ξέρεις; Τι κόκκινος! Αφήνω την 306 και πάω στην Βιβλιοθήκη να συνεχίσω να παραληρώ.
Είμαι διωγμένος σαν σκυλί. Πουθενά δε βρήκα να καθίσω στην Βιβλιοθήκη και κάθισα σ’ ένα χαμηλό πεζουλάκι να μιλήσω να απαλύνω το πέρασμα του χρόνου μέσα μου. Απέναντι σωρός τα πεταγμένα στεφάνια απ’ τη “γιορτή” του Πολυτεχνείου και είναι να σου σφίγγεται η καρδιά. Συμπάθησέ μου αυτά τα κολλυβογράμματα, πρέπει να γράψω.
Γνωρίζεις
που θέλω να σου δωρίσω τις “Έξη Νύχτες στην Ακρόπολη” του Σεφέρη για τη γιορτή
σου. Ψάχνω την αφιέρωση και θέλω να είναι κάτι πολύ σπουδαίο μα δεν το βρίσκω.
Αρχίζω:
Όταν ο χρόνος ξαφνιστεί
Και σκύψει και δαγκάσει...
Μετά; Καλά δε θα ΄ναι άμα το βρω; Ραγιάδες... ραγιάδες...
Κατερίνα, πια δεν κρατώ να μη γράψω τ’ όνομά σου, άμα είναι να χωρίσουμε, τι να χωρίσουμε μικρή μου; Θέλω να σε βάλλω να μου πεις τρεις φορές “όχι”. Δεν πιστεύω να το κατορθώσεις και θα φύγω χωρίς να ακούσω τρεις φορές “όχι”.
Κατερίνα το πρόσωπό σου είναι τέλειο. Θεούλη μου πια τι σου γράφω! Μα τι αξίζουν οι παλαβές δομές; Βολτάρουν οι συνάδελφοι στο προαύλιο και με κοιτούν λίγο ξαφνιασμένοι. Μου έρχεται να σκίσω όλα αυτά τα χαρτιά. Μα πώς θα με σηκώσεις; Κι αν τώρα ξαφνικά ερχόσουν μήπως δε θα σου έλεγα:
- Να! Διάβασε. Είναι για σένα.
19 Νοέμβρη 1976 / ΕΜΠ
Να Προσέχετε και να είσαστε Καλά.
Ένα κλικ μακριά ο Διονύσης Σαββόπουλος στο τραγούδι
του «Το Περιβόλι», από το ομώνυμο άλμπουμ του 1969:
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020
1307. Του Τότε Γραφής Άσκηση Μικρή
Φλεβάρης του 1976. Σπουδάζω στο ΕΜΠ, στη Σχολή Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων, και, αν κρίνω από τα τότε γραπτά μου, που ευλαβικά διαφύλαξα, είμαι μάλλον νεραϊδοπαρμένος. . .
Ένα ακόμα κείμενο, λοιπόν, από εκείνη, την ηρωική για εμένα, εποχή παραθέτω στη συνέχεια. Κείμενο το οποίο συγκαταλέγεται στα «Άλλα Κείμενα», όπως αυτά ομαδοποιήθηκαν και αντιγράφηκαν στο ομώνυμο τετράδιο. Κείμενα τα οποία στη συνέχεια μετέφερα και στον Η/Υ, προσφέροντάς τους μία επιπλέον δυνατότητα να επιβιώσουν, για να μην χάσει η Βενετιά βελόνι, αποκτώντας συνάμα εύκολη πρόσβαση και δυνατότητες ταξινόμησης και αναζήτησης. Ιδού:
05. (ΜΙΚΡΗ) ΑΣΚΗΣΗ
ΓΡΑΦΗΣ ΝΟ 4
Θέλω να πω ότι είναι καλύτερο να τ’
αποφασίσεις. Ποτέ δεν πρόκειται να δώσεις το βάρος σου κάπου και να το
σηκώσουν. Έτσι είναι καλύτερα να προσπαθήσεις από τώρα να βρεις τρόπους
έκφρασης γι’ αυτά που σε βαραίνουν. Και θα ’ναι ψέματα να πεις ότι δεν
καταστάλαξες, γιατί τον τρόπο έκφρασης τον βρήκες. “Λόγος” ο τρόπος έκφρασης
που βρήκες. Και αν γι’ άλλους αυτά φαίνονται απλές κουβέντες και αβασάνιστες
εσύ γνωρίζεις το πόσο σε ματώνουν. Όταν χάνεσαι μέσα στις ραψωδίες του Ομήρου
και όταν προσπαθείς να νιώσεις τον ποιητή με τόσο κόπο και τόσο πόνο. Αυτό που
για τους άλλους είναι το εύκολο για σένα είναι το ίσα-ίσα πολύ δύσκολο. Δε
βγαίνουν εύκολα οι λέξεις απ’ το στόμα σου και έτσι θαρρώ πως πρέπει. Έχουμε
εκφυλίσει την ομιλία μας. Θέλω να πω την εκφύλισαν εκείνοι που δε θα ’πρεπε κι
εκείνοι που μπορούσαν να μην το πράξουν. Δε θέλω να μιλήσω για τις γυναίκες και
τους άντρες του λαού. Αυτοί δε γνωρίζουν κι αν γνωρίζουν είναι περίσσεια
χαριτωμένοι. Οι ατόφιοι άνθρωποι του λαού (αναφορά στον ποιητή) είναι
πρώτα-πρώτα ατόφιοι στο λόγο.
Πού να στηρίξω τους λόγους του εκφυλισμού; Στη βιάση; Στην αδιαφορία για την έκφραση; Πού; Δε μου αρκεί να βλέπω την προσπάθεια για το λόγο σε 5-10 άτομα στη χώρα μου μεταφερμένη στα βιβλία τους. Δεν το μπορώ να μαθαίνω τον πλούτο της γλώσσας της φυλής μου από τους μεταφραστές των Ομηρικών επών σε μια προσπάθεια που δικαιώνεται ή όχι. Θέλω τις λέξεις που με πιάνουν να τις ακούω ολοτρίγυρα και έτσι να τις μαθαίνω. Και όλα αυτά είναι αρκετά δύσκολα στο περιβάλλον που κινούμαι. Απεχθάνομαι τα βιβλία “σύγχρονου προβληματισμού” και “πολιτικής” που μας έχουν κατακλύσει. Τείνουν να ισοπεδώσουν τη γλώσσα μας και τελικά το καταφέρνουν. Εάν δεν εκφράζεσαι με τρόπο παραπλήσιο του τρόπου των βιβλίων που διαβάζεις τότε πως εκφράζεσαι; Θέλω να πω ότι ο τρόπος μετάφρασης, όπως συμβαίνει συνήθως, των βιβλίων αυτών είναι άχρωμος, αδιάφορος και ισοπεδωμένος. Η “γλώσσα” δεν το μπορεί να ανασάνει μέσα από τέτοια έντυπα. Έτσι κακομαθαίνει κι ο λαός. Ο κίνδυνος τεράστιος και δεν ισχυρίζομαι ότι πρώτος εγώ τον επισήμανα. Αυτός είναι ο λόγος που πολύ σπάνια διαβάζω βιβλία τέτοιου είδους.
- Ηθοποιός.
Θεοί είναι δυνατόν, ακόμα σήμερα, να χρησιμοποιούμε τέτοιες λέξεις για τέτοια πρόσωπα; Μετά σκέψου τον τεράστιο κίνδυνο από τις διαφημίσεις που εύκολα αποστηθίζονται όσο αφορά το φωνητικό μέρος λόγω της επανάληψης. Παιδάκια στους δρόμους να διαλαλούν ανόητες φράσεις και “σλόγκαν” διαφημιστικά. Τη γλώσσα που βρήκαμε πρέπει να την κρατήσουμε ζεστή. Να μη τη χαλνάμε αβασάνιστα μα να προσπαθούμε να τη διατηρούμε ζεστή ανάμεσό μας. Ζεστή κι αγαπημένη σαν το κορμί γυναίκας νέας που αγαπήσαμε. Ποτέ να μη μας λείψει το συναίσθημα του χρέους απέναντί της που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το σέβας απέναντι στα αισθήματα και συναισθήματα αυτών που έρχονται. Δεν παραλογίζομαι. Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την ακρίβεια, μιλώ πάντα για τη “γλώσσα”, τόσο δυσκολότερο είναι να ξαναβρεθούμε κοντά της. Έτσι δυσκολεύουμε τους απογόνους να δώσουν έκφραση στα αισθήματα και συναισθήματά τους. Και δε γνωρίζω κατά πόσο μπορεί να βιώνεται αίσθημα ή συναίσθημα που δεν εκφράζεται σε λόγο.
Μια κάποια λύση στο Θέατρο. Κι εδώ μας κύκλωσαν οι επιθεωρήσεις και οι μεταφράσεις ξένων έργων και δε γνωρίζω πόσο μπορεί να αποδώσει. Πρέπει να προσπαθήσουμε να γεννήσουμε στους ανθρώπους το συναίσθημα του χρέους. Δεν έχω να προτείνω τρόπους. Είμαι ένας που σκέφτεται και γράφει με γιομάτο στομάχι. Δεν έχω πρόσωπο να πιάσω τον κόσμο που πεινά να του θίξω τέτοια θέματα. Ο αγώνας πρέπει να ξεκινήσει και πάλι από την εκπαίδευση. Παρατηρώ και θλίβομαι ότι δεν έχουμε φορείς. Έξη χρόνια στο γυμνάσιο και δε γνώρισα μήτε ένα φιλόλογο που να ανταποκρίνεται στην ετυμολογία της επιστήμης του κατά το όνομα. Κόσμος περνά και με σκουντά στρατός και με πατάει...
Μακάριοι οι βλέποντες πορνό, οι παρακολουθούντες το θείο άθλημα του ποδοσφαίρου και οι ακούγοντες “φίνο μπουζουκάκι”. Το γεγονός της επανάστασης ολίγο κατ’ ολίγο προετοιμάζεται και συντελείται στους κόλπους του λαού.
Κύριε όχι μ’ αυτούς.
12 Φλεβάρη 1976 / Βιβλιοθήκη ΕΜΠ
Να είσαστε Καλά, να έχετε έναν Όμορφο Οκτώβριο και να, βεβαίως, Προσέχετε.
Ένα κλικ μακριά και από το άλμπουμ του «5» ο J.J. Cale τραγουδά «Sensitive Kind”:
