Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2020

1310. Πριν, ακριβώς, μήνες 527

12. ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΑΣΚΗΣΗ ΓΡΑΦΗΣ Νο 9

Γράψαμε ένα ποίημα του χωρισμού τώρα ας γράψουμε και ένα κείμενο του χωρισμού. Όχι γιατί είναι τόσο σίγουρο ότι θα χωρίσουμε μα γιατί η μοναξιά μας είναι ανείπωτη. Ο μαρασμός μας είναι ανείπωτος. Δύσκολα έργα πιάνω να κάνω και δε γνωρίζω πως να τα καταφέρω και μήτε και θέλω να σε τρομάξω. Μονάχα θέλω να μιλήσω.

        Κάθομαι εδώ μοναχός και έρημος στην 306 του Γκίνη και περιμένω να κάνω μάθημα 6-9 να σηκωθώ να φύγω. Κάθομαι να δω τη ζωή μου να δω τι κατάφερα κι εγώ τόσο ταξιδεύοντας κι όλα είναι αποτροπιαστικά άδεια. Σκέφτομαι και σένα και σκάω ένα χαμόγελο. Μου έρχονται στο νου να σου πω κάτι γλυκερές φράσεις όπως “Μικρούλα μου”, “Ματάκια μου” και με πιάνει μια απορία για το πως τις σκέφτομαι. Στ’ αληθινά όμως τις σκέφτομαι και πια λέω:

- Τι μου έχεις κάνει;

        Δύο και είκοσι πέντε είναι η ώρα και σκέφτομαι τι να πράττεις και τι να λες τώρα δα. Προσπαθώ να κατανοήσω τι γίνεται μέσα στο στήθος μου και πια αδύνατο. Κάτι σαν κάψιμο, κάτι σαν βάρος, κάτι απροσδιόριστο. Τα πράγματα με μένα δεν ήταν κανονικά και τώρα πως να πω ότι απορώ; Η χαρά που μου δόθηκε στις 17 του Νοέμβρη ήταν λίγη και συνειδητή και για τούτο τεράστια. Τη σκέψη έκανα:

- Τώρα είμαστε μαζί κι όλα είναι ταιριαστά όμως οι μέρες που έρχονται;

        Κατεβαίνω τώρα δυο πρωινά στο Πολυτεχνείο και κάθομαι στη βιβλιοθήκη και πίνω καφέ και μονάχα σε σκέφτομαι. Σκέφτομαι τη “φιλία” που μου ζήτησες και λέω:

- Τι να την κάνεις; Σου είναι άχρηστη.

“Θεέ μου!” λέω, “πώς θα τελειώσει;”

Ανοιγοκλείνουν οι πόρτες και μπαίνουν συνάδελφοι και μήτε ξέρουν τι κάνω. Κάνω κουράγιο να γράφω να πεισθώ τέλος πάντων ότι κάτι είμαι κι εγώ. Κάνω προσπάθειες να κρατήσω την Τετάρτη που ζήσαμε και ξέρεις; Απορώ πολύ που δε σου κράτησα το χέρι.

        Μα δεν το χωράει ο νους μου ότι οι άνθρωποι μπορούν να αποφασίζουν για τις καρδιές τους. Αγόρασα σήμερα μια κασέτα να τη γεμίσω τραγούδια για τη γιορτή σου που έρχεται. Θέλω να γράψω τραγούδια του “έρωτα” και πίστεψε φοβάμαι μην ακούγοντάς τα τον “άλλο” , συμπάθησέ με, σκέφτεσαι. Σε βρίσκω αξιολάτρευτη και απορώ πώς, μέχρι τώρα τουλάχιστον, σ’ άφησε μοναχή. Άμα ζήσουμε μαζί θα είναι υπέροχο και πολύ φοβάμαι ότι δεν. Πάλι, λέω, δε γίνεται λίγο θα με συμπαθεί και θα μ’ αγαπήσει στο τέλος. 

        Αχ! Θεούλη μου τι κάθομαι και γράφω εδώ μοναχός στο τραπεζάκι. Κακό και άσχημο τίποτα δε βρίσκω να κάνω. Λοιπόν τώρα θα μιλά γλυκά στις φίλες της σκέφτομαι. Και πόσο είσαι αξιολάτρευτη στ’ αληθινά το ξέρεις; Μα τι θες να κάνω; Κι αν φτάσουν τα χαρτιά αυτά στα χέρια σου; Μάθε στην αρχή το πήρα αψήφιστα, μα τώρα; Μα είναι γράψιμο του χωρισμού αυτό; Θα ήθελα να είχα μια καρδιά ήρεμη, ακομμάτιαστη, καλύτερα να το μπορώ να σε ζητήσω. Μα δεν την έχω. Και πάλι τι αξία έχουν τα λόγια;

        Να! Ήταν ένα δασάκι σ’ ένα βουνό και μέσα του κάτι σκιουράκια ζούσαν και έπεφτε ο ήλιος και Θεέ μου! Τι όμορφα χρώματα που έβλεπες και μετά έπιασε βροχή και ξέρεις; Τίποτα δεν ασχήμυνε και μετά ένα σκιουράκι ένας κυνηγός το σκότωσε. Και τώρα; Μα τι σου γράφω; Είναι μονάχα ότι είμαι “αλλόηχος” και δεν το κρύβω. Πάλι. Ήταν μια θάλασσα και “πλατς” τα κυματάκια σκάζανε και κίναγες τα πόδια σου και σήκωνες τον άμμο και έπιασε βροχή και μετά βγήκε ένας ήλιος μα ξέρεις; Τι κόκκινος! Αφήνω την 306 και πάω στην Βιβλιοθήκη να συνεχίσω να παραληρώ.

        Είμαι διωγμένος σαν σκυλί. Πουθενά δε βρήκα να καθίσω στην Βιβλιοθήκη και κάθισα σ’ ένα χαμηλό πεζουλάκι να μιλήσω να απαλύνω το πέρασμα του χρόνου μέσα μου. Απέναντι σωρός τα πεταγμένα στεφάνια απ’ τη “γιορτή” του Πολυτεχνείου και είναι να σου σφίγγεται η καρδιά. Συμπάθησέ μου αυτά τα κολλυβογράμματα, πρέπει να γράψω.

        Γνωρίζεις που θέλω να σου δωρίσω τις “Έξη Νύχτες στην Ακρόπολη” του Σεφέρη για τη γιορτή σου. Ψάχνω την αφιέρωση και θέλω να είναι κάτι πολύ σπουδαίο μα δεν το βρίσκω. Αρχίζω: 

            Όταν ο χρόνος ξαφνιστεί

            Και σκύψει και δαγκάσει...

Μετά; Καλά δε θα ΄ναι άμα το βρω; Ραγιάδες... ραγιάδες...

        Κατερίνα, πια δεν κρατώ να μη γράψω τ’ όνομά σου, άμα είναι να χωρίσουμε, τι να χωρίσουμε μικρή μου; Θέλω να σε βάλλω να μου πεις τρεις φορές “όχι”. Δεν πιστεύω να το κατορθώσεις και θα φύγω χωρίς να ακούσω τρεις φορές “όχι”.

        Κατερίνα το πρόσωπό σου είναι τέλειο. Θεούλη μου πια τι σου γράφω! Μα τι αξίζουν οι παλαβές δομές; Βολτάρουν οι συνάδελφοι στο προαύλιο και με κοιτούν λίγο ξαφνιασμένοι. Μου έρχεται να σκίσω όλα αυτά τα χαρτιά. Μα πώς θα με σηκώσεις; Κι αν τώρα ξαφνικά ερχόσουν μήπως δε θα σου έλεγα:

- Να! Διάβασε. Είναι για σένα.

                                                   
                                            
   19
Νοέμβρη 1976 / ΕΜΠ

Να Προσέχετε και να είσαστε Καλά.

Ένα κλικ μακριά ο Διονύσης Σαββόπουλος στο τραγούδι του «Το Περιβόλι», από το ομώνυμο άλμπουμ του 1969:


19/10/2020

12 σχόλια:

  1. Μα τί όμορφο συναίσθημα, καθαρό, κρυστάλινο!
    Ξέρεις Αείποτε, είναι κάποιοι άνθρωποι που ερωτεύονται απαλά και τρυφερά και χαμογελαστά (όπως υποθέτω από το κείμενο που έχεις γράψει). Είναι κι άλλοι που ερωτεύονται βαρύγδουπα, σαν μοιρολόι οι σκέψεις τους(αυτή είμαι εγώ)
    Χαμογέλασα με τον έρωτα σου, φαντάζομαι το ίδιο κι εσύ 44 χρόνια μετά.
    [Ώστε λοιπόν αυτός ήταν ο εσωτερικός κόσμος των αγοριών μας τότε;]

    σε φιλώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Fish eye,

      Καθένας με τον τρόπο του αγαπά, αλλά και αγαπιέται.
      Τώρα για τον, τότε, αγοριών κόσμο δεν θα το έλεγα ότι ήτα έτσι,
      μιας και άλλον δεν ήμουν τυπικό δείγμα. . .

      Αντιφιλώ Σε :)

      Διαγραφή
  2. Ανατριχιαστικά όμορφο!τι συναισθηματικό βάθος το 1976 είχατε;δεν σας το είχα...τυχερή η Κατερίνα, ελπίζω να τα εμαθε....δύσκολες εποχές... και στου Γκυνη μια φορά για εκλογές πήγα 30 χρόνια μετά ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Χαρά,

      Κάτι θα έμαθε, υποθέτω, και η Κατερίνα. Όσο για τις εποχές μια χαρά ήταν κι εμείς τις ζούσαμε.

      Να είσαι Καλά :)

      Διαγραφή
  3. Πολύ συναισθηματικό και τρυφερό. Τι έγινε με την Κατερίνα; Μας την σύστησες, είδαμε πόσο ταίριαξε στην καρδιά σου και να τώρα που είναι οικεία η παρουσία της θέλουμε να μάθουμε για εκείνη.
    Ωραίες εποχές, καρδιοχτύπια και αγωνίες.
    Καλησπέρα Αείποτε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Anna Flo,

      Με την Κατερίνα χωρίσαμε τον Οκτώβριο του 1979. Τελευταία φορά τη συνάντησα, τυχαία, σε ένα κατάστημα τον Απρίλιο του 2014. Χαρήκαμε, πώς αλλιώς, και δύο. Εγώ ήμουν πρόθυμος να την ξανασυναντήσω. Εκείνη, θαρρώ, όχι. Ξαναχαθήκαμε. Από ότι γνωρίζω, βρίσκεται στο εξωτερικό. Εύχομαι να είναι Καλά.

      Καλή συνέχεια :)

      Διαγραφή
  4. Αυτό σου το γραπτό το ρούφηξα σε μια ανάγνωση. Με αφόπλισε. Λες και μπήκα βαθιά στην ψυχή σου και παρακολούθησα τις μύχιες σκέψεις και αγωνίες σου. Υπέροχο, εξαιρετικό. Αχ αυτές οι γνωριμίες και σχέσεις άλλων εποχών. Σαν έρχονται ξανά κοντά μας περαστικές μας δημιουργούν μια μεγάλη αναστάτωση. Λες και όλα ξεκινούν απ την αρχή. Σκέψεις, αποφάσεις, εκτιμήσεις.
    Να είσαι καλά καλέ μας φίλε. Μας συγκίνησε το γραπτό σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Γιάννη,

      Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια.

      Να είσαι Καλά,
      Καλή συνέχεια :)

      Διαγραφή
  5. Πόσο όμορφο κείμενο!
    Όμορφο σαν τις ανθισμένες κερασιές που λέει και το άσμα...

    Καλημέρα εξάδελφε! 🌺

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Μοναχικοί κι ονειροπόλοι, ξέμπαρκοι στα λιμάνια της μοναξιάς κρατούμε στο μυαλό αναμνήσεις από κάποιες ολιγόωρες στάσεις στους σταθμούς της ζωής μας. Στιγμές που μας άγγιξαν, μας ενέπνευσαν και προσπέρασαν αφήνοντας συναισθηματικές αντανακλάσεις στην παλίρροια των αναμνήσεων και στον απόηχο της απουσίας.
    Όμορφο κείμενο σε χρόνια που μεθούσε η καρδιά με το λίγο.
    Αείποτε Καλημέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλημέρα Αννίκα,

      (Και) Έτσι είναι τα πράγματα και είναι μια μικρή ευτυχία να σώζει κανείς και, με τον τρόπο του, να διαιωνίζει στιγμές, σκέψεις και συναισθήματα.

      Να είσαι Καλά :)

      Διαγραφή