Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2006

Κείμενο [ΝΚ]

Καταπιάνομαι να γράψω δυο-τρεις φράσεις. Δε γνωρίζω πως γίνηκε και μετά το βραδινό τηλεφώνημά σου η καρδιά μου βάρυνε. Σαν κάτι να χάλασε στην αρμονία του κόσμου. Άκουσα πάλι τη φωνή σου να σκληραίνει και τέλος να σπάζει. Δε μιλώ για να σε τρομάζω, δε γράφω για να σε τρομάζω. Πάλι και πάλι αισθάνομαι την ανάγκη να ζητώ τη συμπάθεια σου γι’ αυτό που είμαι και για τον τρόπο που παρουσιάζομαι να είμαι. Πάλι και πάλι αρχή και τέλος. Γράφω μονάχα για να σκορπίσω το χρόνο που περνά μέσα μου, να τον απαλύνω. Γράφω κάνοντας μια προσπάθεια όμοια μ’ αυτή που συμβούλεψες την Ξένη. Θυμάσαι;
Τώρα ζητώ πάλι τη συμπάθεια σου που αυτή η γραφή θα φτάσει στα χέρια σου. Κάθε ζωή έχει μια υπέροχη μοναδικότητα κι εμείς πρέπει να την ανακαλύψουμε με κάθε κόπο και κάθε μόχθο που από μέσα μας μπορούμε να προσφέρουμε. Κάθε κομματάκι ζωής με τη μοναδικότητα των δυνατοτήτων και την αρμονία του, κάθε κομματάκι με τη δικαιοσύνη του. Σου έχω μιλήσει για το πόσο είμαι ανυπόμονος. Φορές που αισθάνομαι μια εξακοντισμένη βούληση μια εξακοντισμένη ανάγκη. Έτσι και τώρα. Και δε γνωρίζω προς τα που. Αισθάνομαι μονάχα ότι είμαι εξακοντισμένος, ότι κάπου τείνω. Καιρό τώρα βλέπω τη ζωή τη γύρω μου σαν μια σκηνή τεράστιου θεάτρου. Μ’ όλη μου τη προσοχή παρακολουθώ το έργο που παίζεται και που εγώ ο ίδιος παίζω.
Προσπαθώ να εκτιμήσω τις αποστάσεις ανάμεσα στις καρδιές, ανάμεσα στα σώματα των ανθρώπων. Προσπαθώ να μαντέψω το αντίκρισμα των λόγων και των κινήσεων τους. Προσπαθώ κι όσο περισσότερο τόσο θαρρώ πως αστοχώ. Όπως είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε την πραγματική απόσταση των άστρων όμοια είναι αδύνατο να υπολογίσουμε αυτά που σου μιλώ.
Οι ψυχές μας βγάζουν κάτι χεράκια ροζ να κρατηθούν. Κλαίνε και κανείς δε φαίνεται να τις προσέχει. Η χαμένη τελειότητα πάλι και πάλι φαίνεται να περνά στο βάθος ανίκανη πια να μας κάνει ν’ ανακαλέσουμε τους χαμένους παράδεισους στη μνήμη μας. Όμως τα πάντα τη δικαιοσύνη τους. Και η ζωή μας. Η δική σου και η δική μου. Αυτές που πάμε να τις καταστήσουμε παράλληλες σε μία ύστατη προσπάθεια να τις ταυτίσουμε. Το παραμικρότερο κάθε τι που ζητά την αγάπη μας, τη συμπόνια μας, την κατανόησή μας, τέλος. Κι εμείς βιαστικοί και αδιάφοροι που προσπερνάμε φεύγοντας. Οι ζωές οι άλλες που μας ξεφεύγουν. Αυτές που ανασαίνουν γύρω μας χωρίς ποτέ να στυλώσουμε πάνω τους ένα μάτι αγρύπνιας. Γιατί όχι; Οι ζωές των γονιών και των αδελφών μας. Πόσο πλησιάζετε μια ζωή, πόσο ταυτίζεται μ’ ένα κομμάτι λόγου, μ’ ένα πίνακα ζωγραφικής, μ’ ένα άγαλμα;
Ανάγκη πάλι να ζητώ την καλή σου προαίρεση για τις βραδινές μου τούτες γραφές. Γι’ αυτή την πνευματική μου κατάσταση που αποκαλύπτεται. Για το αβέβαιο, τέλος, που μέσα μου σαλεύει. Ο ποιητής που έγραψε:
- Κάθε ζωή ρωτά. Κάθε ζωή ρωτιέται.
Δεν προσπαθώ να περάσω τη δική μου προβληματική μέσα στη δική σου. Μονάχα να μιλήσω θέλω. Αυτή η βασική ανθρώπινη ανάγκη που μέσα μου βρίσκεται τόσο θεριεμένη. Μήτε, για τ’ όνομα των Θεών, θέλω να σε τρομάζω. Μονάχα να σου αχνοφωτίζω κάτι δρόμους που πέρασα και περνώ.
Το κείμενο αυτό απέχει από το να είναι ένα γράμμα μα πλησιάζει να είναι κάτι σαν “Άσκηση Γραφής” ή “Πέρασμα” μια και ανάγκη να το βαφτίσω. Καληνύχτα. Συμπάθεια.

27 Φλεβάρη 1977

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου