Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2006

Καβάφης και Zide [ΝΚ]


Μου έχουν “κολλήσει” εδώ και ημέρες οι στοίχοι:

“Ηυλήσαμεν υμίν
Και ουκ ωρχήσασθε ”

Με γυροφέρνουνε και με στεναχωρούν. Έτσι. Για άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, άλλους καιρούς. Για γεγονότα που ανήκουν στην προσωπική μου ιστορία και συνεπώς, δεν αναμένεται να αλλάξουν πια. Και η ζόρικη συνέχεια;

“Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.”

Έτσι είναι. Ή χορεύεις όταν παίζει ο αυλός ή το ξεχνάς και πας για άλλα. Τα υπόλοιπα είναι “εκ του πονηρού” ή και:

“νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω”

Όπου καθόλου δεν υπάρχουν, πλέον, περιθώρια να πεις:

“Ανέγνων, έγνων, κατέγνων”

Μιας και θα σου απαντήσουνε δικαίως και ευθύς:

“Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως· ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως”

Ευτυχώς, ή δυστυχώς, μόνο το “Ανέγνων” μοιάζει προσιτό. Το “έγνων” δύσκολο και το “κατέγνων” δυσκολότερο. Διότι όλα αυτά συναρτήσεις, του χρόνου και του χώρου και των ψυχών, γεμάτες μεταβλητές και με αρχικές συνθήκες συνήθως άγνωστες. Άντε τώρα εσύ να βγάλεις συμπέρασμα και να ΄βρεις λύση. Γι’ αυτό σου λέω:

- Καλύτερα να ανάψεις ένα κερί παρά να καταραστείς το σκοτάδι!

ΣΤΑΛΣΙΜΟ

Ω! το πρωί πως κουράστηκε η μέρα
Τον κάμπο για να πλύνει ως πέρα.

Ηυλήσαμεν υμίν
Δε μας ακούσατε.

Τραγουδήσαμε
Και ουκ ωρχήσασθε

Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.

Σαν είχε η δυστυχία μας απογίνει
Εγώ προτίμησα την καλή σελήνη

Κάνει και σκούζουν τα σκυλιά
Και τα βατράχια μουσικά.

Μες στα καλόβολα τενάγη
Απλώνεται άλαλη και πάειׂ

Η χλιαρή της η γυμνότητα
Ματώνει στην αιωνιότητα.

Οδηγήσαμε χωρίς τις γκλίτσες μας
Τα κοπάδια στις καλυβίτσες μας

Όμως τα πρόβατα γιορτές είχαν γυρέψει
Κι’ έτσι ανώφελα θα να ΄χουμε προφητέψει.

Εκείνοι παν, λες για νερό,
Τα’ άσπρα κοπάδια στο μακελειό.

Χτίσαμε απάνω σ’ αμμουδιές
Τις πρόσκαιρες μας εκκλησιές.

Andre Gide
Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ / ΙΚΑΡΟΣ / Απρίλιος 1965
Σελίδα: 17

13/02/2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου