Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Ιουλίου 2008

0496. Ο Αλοΐσιους Μιλά Για Την Εσωστρέφεια

Υπάρχουν φορές που αισθάνομαι ότι φορτώνω στον Αλοΐσιους δικές μου αμαρτίες. Δε γνωρίζω πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Υπάρχουν οι συμπτώσεις, υπάρχουν και τα θαύματα και αν δυσκολεύομαι πολύ να παραδεχτώ τα δεύτερα δεν έχω καμιά δυσκολία ν’ αναγνωρίσω τις πρώτες. Παραδέχομαι, λοιπόν, ότι σε πολλά σημεία ο βίος του Αλοΐσιους, όπως τον περιγράφει στα κείμενα του, μοιάζει ευθέως παραλληλισμένος με περιόδους του δικού μου. Και αν αδυνατώ, πλέον, να δηλώσω έκπληκτος την κάθε φορά που, ανασύροντας ένα κείμενό του, το ανακαλύπτω αυτό δεν σημαίνει ότι δεν το αναγνωρίζω και δεν το απολαμβάνω. Ένα τέτοιο “παράλληλο” κείμενο του Αλοΐσιους είναι και αυτό που ακολουθεί: 

Εσωστρέφεια, αυτή είναι η λέξη που θα μπορούσε να περιγράψει την κατάστασή μου τον τελευταίο καιρό. Είχα κλειστεί στον εαυτό μου, είχα απομονωθεί, ζούσα δύσκολα. Μπορεί να ξεκίνησε σαν άμυνα, σαν στάση απαραίτητη για να επουλώσω, υπαρκτές ή ανύπαρκτες, πληγές αλλά κάπου ίσως ξέφυγε από τον έλεγχο μου. Ανασύνταξα τις δυνάμεις μου, πάτησα πάλι στα πόδια μου, βρήκα τον τρόπο να απαλύνω το πέρασμα του χρόνου και να ζυγίσω του βίου μου τα υπέρ και κατά. Ισορρόπησα. Λησμόνησα, ωστόσο, να ξεκλειδώσω τον εαυτό μου και άφησα τον καιρό να περνά έσω κοιτώντας και ονειροπολώντας. Πρόσμενα σημάδια και μηνύματα, αγγίγματα και μικρά “θαύματα” που ανατινάζουν την καθημερινότητα. Περίμενα το απρόσμενο, το ανέλπιστο, το εξαιρετικό. Με όλους τους πόρους ανοιχτούς, περίμενα. Επιθυμούσα να πεισθώ, να αποδεχτώ, να δώσω και να λάβω. Από την άλλη, και λόγω χαρακτήρα, είχα θέσει όρους. Το “Ναι μεν, αλλά” ίσχυε. Να αποδεχθώ ήθελα, όχι να συμβιβαστώ. Είχα ενδοιασμούς, φόβους, αμφιβολίες. Από συγκεκριμένους ανθρώπους ήθελα διπλά τα μηνύματα για να αναθεωρήσω και να συνεχίσω μαζί τους. Ζητούσα κατ’ αρχήν επιμονή στο πως θα με επαναπροσεγγίσουν και κατόπιν συνέχεια και συνέπεια. Απογοητευμένος από συγκεκριμένες, μέχρι τώρα, συμπεριφορές και στάσεις διαπίστωνα αδυναμία να αποδεχτώ αβασάνιστα κάποια πράγματα. Μέσα μου είχα αποφασίσει, είχα απορρίψει. Ήμουν κλεισμένος στον εαυτό μου. Χρειάστηκε μια συνομιλία για να αποκαλυφθεί ότι, από ένα τουλάχιστον άτομο, τα διπλά μηνύματα δόθηκαν. Αιφνιδιάστηκα. Ουσιαστικά το αγνοούσα. Είχα μείνει στο πρώτο μήνυμα το οποίο, σε καμία περίπτωση, δεν στάθηκε ικανό να με κάνει να αναθεωρήσω. Το δεύτερο δεν είχε καν καταγραφεί στη μνήμη. Δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την ειλικρίνεια του απέναντι. Αν λέει ότι επικοινωνήσαμε, με πρωτοβουλία του, δυο φορές· επικοινωνήσαμε. Το ζήτημα είναι γιατί το γεγονός δεν καταγράφηκε, γιατί, έτσι απλά, η κίνηση απορρίφθηκε. Δε βρίσκω άλλη εξήγηση από το ότι εσωστρέφεια και απογοήτευση συλλειτούργησαν και ακύρωσαν το γεγονός καθ’ εαυτό. Προφανώς στην περίπτωση αυτή οι συγκεκριμένες κινήσεις δε στάθηκαν ικανές να αποαπογοητεύσουν. Είναι κρίμα ίσως, αλλά είναι γεγονός. Διαδοχικά επαναλαμβανόμενες μη αποδεκτές συμπεριφορές οδηγούν σε μόνιμη παραμόρφωση η οποία δύσκολα ξεπερνιέται. Κανένας δε μεγαλώνει δίχως συνέπειες. Όλο και πιο δύσκολα συμβιβάζεσαι ή και δικαιολογείς συμπεριφορές. Όπως και να το κάνουμε μερικά πράγματα είναι αυταποδείκτως απαράδεκτα. Εξ’ άλλου το να συζητώ, με ύφος περισπούδαστο, πόσο κάνει ένα + ένα ποτέ δεν ήταν το δυνατό μου σημείο. Δύο κάνει, τελεία και παύλα. Δεν επιθυμώ να ζορίζω ή να στενοχωρήσω κανένα με μόνη τη διαφορά ότι στο “κανένα” περιλαμβάνω πλέον και τον εαυτό μου. Είμαι πάντοτε πρόθυμος να συζητήσω με τον απέναντι και να ακούσω με προσοχή τα όσα έχει να πει. Ωστόσο, και αν λίγο γνωρίζω τον εαυτό μου, δύσκολα μπορεί να ξεπεραστεί απογοήτευση που έχει ποτίσει τόσο ώστε να “διαγράφει” ακόμα και γεγονότα και μάλιστα αρχικώς επιθυμητά. . .

 
Ακούγεται το Total Eclipse Of The Heartμε την Bonnie Tyler.

 14/07/2008

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

0491. Ο Αλοΐσιους Μετρά Renault

Ομολογώ ότι ακόμα και τώρα, τόσο καιρό μετά, ο Αλοΐσιους εξακολουθεί να με ξαφνιάζει. Παράδειγμα, για μένα τουλάχιστον, το κείμενο που ακολουθεί:

Στο γραφείο πηγαίνω και έρχομαι χρησιμοποιώντας λεωφορείο. Πρόκειται για δυο αντίθετες διαδρομές συνολικής χρονικής διάρκειας περίπου μιας ώρας. Συνήθως κάθομαι στην ίδια θέση. Στην πλευρά του οδηγού, στο πίσω μέρος του οχήματος, και δίπλα στο παράθυρο. Ταξιδεύω και κοιτάζω έξω. Ταξιδεύω και σκέφτομαι. Το μυαλό, πολλές φορές, πιάνει τα δικά του μονοπάτια και χάνεται. Ταξιδεύει κι αυτό· δίχως περιορισμούς, δίχως διαβατήριο. Και παίζει. Τα γνωστά, περίεργα, παιχνίδια του νου. Από εδώ κι από εκεί, παντού και πουθενά. Θέτει, μάλιστα, ερωτήματα στον ίδιο τον εαυτό του. Και, επειδή υπάρχει χρόνος και διάθεση, βάζει και στοιχήματα. Στοιχήματα με όρους του τύπου “αν κερδίσω θα πράξω το α, αν χάσω το β” ή “αν κερδίσω θα συμβεί το χ, αν όχι το ψ”. Η μέθοδος διευκολύνει. Ο χρόνος μοιάζει να κυλά γρηγορότερα και η διαδρομή συντομεύεται. Ζω τις τελευταίες μέρες κάποιες καταστάσεις που δεν είναι πρωτόγνωρες στη ζωή μου. Το κλίμα είναι έντονο και ιδιαίτερο. Ένα κλίμα το οποίο φέρνει στην επιφάνεια πρόσωπα που σχετίστηκαν με τις συγκεκριμένες καταστάσεις αλλά δεν υπάρχουν πλέον στη ζωή μου. Βρίσκει, έτσι, ευκαιρία ο πειρασμός και τρυπώνει. Προκύπτουν ερωτήματα του τύπου: “Να της τηλεφωνήσω ή να μη της τηλεφωνήσω; Να στείλω μήνυμα ή να προσπεράσω;”. Ταξιδεύω, σκέφτομαι τέτοια κι απ’ το παράθυρο του λεωφορείου κοιτώ. Το μυαλό λυτό. “Γιατί να μη βάλλω τον παράγοντα τύχη στην υπόθεση;” αναρωτιέμαι. Το κάνω ευθύς. Είναι απλό και από τα αγαπημένα μου. “Πόσα αυτοκίνητα Renault θα συναντήσω, από την αντίθετη κατεύθυνση ερχόμενα, ανάμεσα στη στάση κ και τη στάση λ;”. Το έχω παρατηρήσει, τα Renault είναι σχετικά σπάνια. Ανάμεσα στη στάση κ και τη στάση λ υπάρχουν άλλες τέσσερεις και συνεπώς η συνολική απόσταση είναι πέντε στάσεων. Σε μέτρα, και αν υποτεθεί μια μέση απόσταση 350 μέτρων από στάση σε στάση, γύρω στα 1.750 μέτρα. Το παιχνίδι με τα Renault είναι ένα παιχνίδι που το παίζω συχνά. Έχω, λοιπόν, την εμπειρία και την αίσθηση του μέτρου. Το αποφασίζω και μετά από έναν μικρό, και χαριτωμένο, προβληματισμό το βάζω το στοίχημα. “Αν, κινούμενοι από τη στάση κ στην στάση λ, διασταυρωθούμε με περισσότερα από πέντε Renault θα της τηλεφωνήσω!”. Όλοι η ουσία βεβαίως είναι σε αυτό το “πέντε”. Ένα πλήθος οριακά επιτεύξιμο σύμφωνα με την εμπειρία για την οποία έχω ήδη μιλήσει. Προφάσεις εν αμαρτίαις και όποιος βαριέται να ζυμώσει δέκα μέρες κοσκινίζει. Δε θέλω να της τηλεφωνήσω! Με έχει απογοητεύσει, με έχει επανειλημμένα διαψεύσει, έχουμε τελειώσει. Αλλά· υπάρχει ένα λεωφορείο που κινείται, ένα μυαλό που παίζει, ένα σώμα που ποθεί. Και υπάρχουν, βεβαίως, και τα Renault σε σχήματα και χρώματα διάφορα που κινούνται και πάνε. Βάζω το στοίχημα και μέσα μου λέω “Σιγά μη χάσω!”. Κολλάω το πρόσωπο στο τζάμι κι αρχίζω να μετράω: ένα, δύο. . . Αυτοκίνητα πάνε κι έρχονται κι εγώ ψάχνω τα συγκεκριμένα. Χρειάζεται προσοχή, μερικές φορές το πράγμα δυσκολεύει. Κάποιες φορές τα αυτοκίνητα μοιάζει να μοιάζουν. Κινούμαι, αναζητώ ασημένιους ρόμβους, την αφήνω και αλωνίζει στο μυαλό μου. Τρία, τέσσερα. . . το πράγμα αρχίζει και ζορίζει. “Κι αν χάσω; Σιγά, δεν τρελάθηκα να της τηλεφωνήσω!”. Και το λεωφορείο πάει και η απόσταση μικραίνει κι εγώ ψάχνω ρόμβους στ’ άχυρα. Η απόσταση διανύθηκε, τα Renault μετρήθηκαν με προσοχή. Ούτε πέντε, ούτε έξη. Δέκα, ολόκληρα δέκα, Renault μέτρησα! Την πάτησα, εκτέθηκα, έχασα! Συνωμότησαν οι Θεοί, σκοτεινές δυνάμεις θέλουν να με εκθέσουν στον ίδιο τον εαυτό μου. Έριξαν ένα σωρό Renault στο δρόμο μου! Λεπτή η θέση μου και η απόφαση δύσκολη πολύ. Είναι κι αυτό το πεντακάθαρο x2. Για πέντε στοιχημάτισα, δέκα μέτρησα! Σιγά να μη κάνω ότι θέλουν τα Renault! Άκου εκεί δέκα! Σε μια διαδρομή που το περισσότερο που είχα μετρήσει ήταν τρία, άντε τέσσερα. Ανεπίτρεπτο, απαράδεκτο! Είμαι σε δίλημμα. Πρέπει να το σκεφτώ πολύ, να αποφασίσω. Τα Renault δείχνουν το δρόμο· αλλά όλα τα υπόλοιπα; Και τι να της πω; “Μέτρησα δέκα Renault στη σειρά και, ωπ!, σας θυμήθηκα!”. Μπερδεύτηκα! Αυτό είναι. Θα το σκεφτώ, θα το μελετήσω. Αν χρειαστεί μπορεί να μετρήσω και τίποτα Ferrari, πάλι πέντε στην ίδια διαδρομή, και θα αποφασίσω. . . 


Προς τιμήν της Renault επιλέχθηκε άσμα εις την Γαλλική. Enrico Macias, λοιπόν, και “Pourquoi Parler D' Amour”.


 02/07/2008

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2008

0435. Ο Αλοΐσιους Ονειρεύεται

Ακόμα ένα σημείωμα, θα έλεγα, του Αλοΐσιου το οποίο αναφέρεται σε πρόσωπο που δεν μπορώ να προσδιορίσω. Ίσως, όμως, και να μην έχει τώρα πια σημασία. Ένα όνειρο ήταν, κι ας προτιμώ προσωπικά τον όρο ενύπνιο, που πέρασε και πάει. Ένα όνειρο που μάλλον δεν άφησε τίποτα, που δεν οδήγησε πουθενά. Η γνωστή ατολμία του Αλοΐσιου, η “πέσε πίτα να σε φάω” στάση του. Ίσως, όμως, (δεύτερο) και να έχει και τα δίκια του. Ποιος να γνωρίζει πόσες φορές απογοητεύτηκε και πώς. Το συγκεκριμένο όνειρο άφησε τουλάχιστον το κείμενο που ακολουθεί. Είναι κι αυτό ένα μικρό κάτι.

Ιδού: 

Τόσο καιρό μετά σε είδα· σε συνάντησα. Με ένα συνάδελφο σε μια υπηρεσιακή μονάδα. Γυμνός από τη μέση και πάνω. Έψαχνα πουκάμισο. Μπροστά μας μια μεγάλη σκάλα. Την κατέβηκες, μας είδες, δε μιλήσαμε. Μοιάζει να βρήκα ένα πουκάμισο. Βρεθήκαμε με τον συνάδελφο σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Ήρθες. Με φίλησες δυο φορές στο στόμα. Πρώτη φορά. Απρόσμενα. Ήταν ερωτικά τα φιλιά σου. Αιφνιδιάστηκα. Δεν το περίμενα. Ο συνάδελφος κοιτούσε σαν χαζός. Έφυγες. Το όνειρο συνεχίστηκε για πολύ ακόμα. Τίποτα το σπουδαίο. Ζητήματα της υπηρεσίας. Από τη στιγμή που ξύπνησα ανακαλώ το όνειρο και αντλώ. Κάνω αμαρτωλές σκέψεις. Σκέψεις που υπονομεύουν ειλημμένες αποφάσεις, που ανατρέπουν καταστάσεις. Πως αντιδρά κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις; Δυο φορές, με φίλησες στο στόμα. Έχω ακόμη τη γεύση των φιλιών σου. Σηκώθηκα και ήμουνα ποντισμένος στην ύπαρξη σου. Όλη τη μέρα περίμενα ένα μήνυμα σου από το τίποτα και το πουθενά. Ήθελα να πιστεύω, ο ανόητος εγώ, ότι πραγματικά τμήθηκαν και πάλι των βίων μας οι τροχιές. Σηκώθηκα και περίμενα ένα θαύμα παραβλέποντας ο αφελής ότι θαύμα που το προσμένεις παύει να είναι τέτοιο. Κάνω, λοιπόν, αμαρτωλές σκέψεις και τα τηλέφωνα, κινητά και σταθερά, μου βγάζουν τη γλώσσα. Είναι η ευκολία του να πετάξεις ακόμα μια μποτίλια στο πέλαγο. Και προβληματίζομαι. Τι χάνω αν δεν το κάνω; Τι κερδίζω αν το κάνω; Δύσκολες, πολύπλοκες και συνάμα μίζερες αριθμητικές. Θέλω να σταθώ απέναντι σου· να σε πάρω στα χέρια μου. Άνευ όρων και ορίων. Απλά, ανθρώπινα και σκέτα. Να πεις ναι. Για μια φορά, ρε γαμώτο, στη ζωή μου. . .


Ακούγεται η Αρλέτα στο τραγούδι “Το Τρυφερό Σου Ροζ” των Λάκη Παπαδόπουλου – Μαριανίνα Κριεζή από το άλμπουμ “Τσάι Γιασεμιού”.


15/02/2008

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2008

0422. Χάσματα

Τυχαίνει καμιά φορά και έρχονται έτσι τα πράγματα που δημιουργούνται προϋποθέσεις. Προϋποθέσεις για να έλθεις πιο κοντά με τον απέναντι. Να αναπτυχθεί ένα θετικό κλίμα, να ευδοκιμήσει μια σχέση. Τυχαίνει να είναι έτσι οι συνθήκες που να δημιουργούνται βεβαιότητες για κάποια πράγματα. Μικρά, καθημερινά, πράγματα. Όχι τίποτα δραματικά, σπουδαία και μεγάλα. Μικρά, χειροπιαστά, ανθρώπινα. Και πια, τα περιμένεις. Θεωρείς ότι με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα το “θα γίνουν” είναι σίγουρο. Το μόνο που θέλει το χρόνο του. Μια μέρα, δυο μέρες; Όχι περισσότερο. Και κοιμάσαι ήσυχος. Περιμένεις να ξυπνήσεις, απλώς, και να το δεις να συμβαίνει. Και είσαι έτοιμος. Να πεις, να κάνεις, να ανταποκριθείς. Ματαιότης ματαιοτήτων. Σου αποδεικνύουν, ευθύς, ότι είσαι λιγότερο ευφυής απ’ ότι γνώριζες ή πίστευες, κακός κριτής των ανθρώπινων, τόπου και χρόνου εκτός. Άλλη είναι η τροπή των πραγμάτων. Άλλη η πορεία τους. Άσχετη, αναπάντεχη, (από τα πριν) αδικαιολόγητη. Σιωπή. Απουσία. Εξαφάνιση. Έτσι. Στα καλά καθούμενα. Για να μη νομίζουμε. Να μην ελπίζουμε. Μένουν οι υποθέσεις. Γιατί εξαφανίστηκε; Τι συνέβη; Μην εξωγήινων απαγωγής θύμα έπεσε; Μην ολική αμνησία στης μνήμης το άνθος χτύπησε; Μην μετανάστευση ξαφνική και αδόκητη; Κάνεις το βήμα. Πέμπεις σήμα. “Πως είστε;”. Πέστε μας παρακαλώ διότι, όσο να ναι, μια ανησυχία την έχουμε. Τι εστράβωσε και έγιναν οι δρόμοι μας διχάλα, που λέει και το τραγούδι; Αμ δε, που θα λάβεις απάντηση! Είπαμε. Σιωπή. Απουσία. Εξαφάνιση. Για να μη νομίζουμε. Να μην ελπίζουμε. Και μένεις, ως συνήθως, σε μια θέση άβολη και λεπτή. Ώστε, λοιπόν, τι πράττουμε; Μένουμε ή φεύγουμε; Επιμένουμε ή τα μαζεύουμε; Διαμαρτυρόμαστε ή το καταπίνουμε; Συντονιζόμαστε ή κατεβάζουμε τα ρολά; Περιμένεις να μάθεις το πώς και το γιατί. Κι αν οι εξωγήινοι; Γνωρίζεις ότι υπάρχουν φορές που τα ανεξήγητα έχουν απλές, πειστικές, ανθρώπινες εξηγήσεις. Και προσμένεις να μάθεις για να δεις αν θα συγχωρήσεις, θα δικαιολογήσεις, θα οργιστείς. Και να είναι η πρώτη φορά, να πάει στο καλό. Αλλά δεν είναι. Και είναι μεγάλος ο πειρασμός, από την πλευρά σου, να την καταστήσεις τέτοια, τελευταία. Καλές είναι οι φιλοσοφίες και οι Προσωκρατικοί και οι Στωικοί και όλα. Αλλά. Αλλά πάντα υπάρχει ένα αλλά. Πικραίνεσαι, στεναχωριέσαι, απορείς, ζορίζεσαι, διίστασαι. Και δεν το θέλεις. Όμως, και από τα αλλά πέρα, έτσι “πάει” ο κόσμος, έτσι είναι. Με σκαμπανεβάσματα, ασυνέπειες, παλινωδίες, χάσματα. Και συ; Κολημμένος σε κάτι: “Νόει το πραττόμενον”, “Και του μεγάλου αεί έστι μείζον”, “Μητ' ευήθης ίσθι μήτε κακοήθης” και άλλα τέτοια πολλά. Λοιπόν; Μη βιάζεσαι, μην αγχώνεσαι, μην ελπίζεις. Μάθε, κρίνε, αποφάσισε, τήρησε.



Από το άλμπουμ “Diamond Life” της Sade ακούγεται το τραγούδι “Hang On to Your Love”. Εξαιρετικό άλμπουμ, εξαιρετικό τραγούδι, εξαιρετική συνθέτης και τραγουδίστρια. . .


16/01/2008

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2007

0400. Ένα Μήνυμα και Μια Σκέψη

Πριν από λίγες μέρες έλαβα ένα μήνυμα, απάντηση σ’ ένα δικό μου. Το περιεχόμενό του δεν ήταν ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο απ’ ότι περίμενα. Ωστόσο με ξάφνιασε μια σκέψη που έκανα: “Και ποια είναι η ποιότητα του περιεχομένου του;”. Με βαριά καρδιά αναγκάστηκα να ομολογήσω ότι η ποιότητα του ήταν χαμηλή. Και στενοχωρέθηκα.
Οι άνθρωποι συναντιόνται, γνωρίζονται, συναναστρέφονται, μοιράζονται, συζούν. Αποκαθιστούν, με λίγα λόγια, σχέσεις. Σχέσεις διάφορες, από απλής γνωριμίας μέχρι ερωτικές. Και δεν είναι τίποτα άλλο οι σχέσεις αυτές παρά επαφές. Επαφές που ξεκινούν από την ανταλλαγή μηνυμάτων, παλαιότερα επιστολών και τώρα SMS ή MMS και e-mail, συνεχίζουν με τηλεφωνικές συνομιλίες και κορυφώνονται με την συνύπαρξη στον ίδιο χώρο.
Οι επαφές έχουν χαρακτηριστικά. Θα έλεγα ότι, σε αδρές γραμμές, τα κύρια είναι αυτά της ποιότητας και της ποσότητας. Μεγέθη με διακριτές, κατά επαφή, αλλά και μέσες τιμές. Η μέτρηση της ποιότητας είναι δύσκολη και υποκειμενική. Αυτή της ποσότητας ευκολότερη και μάλλον αντικειμενική.
Στην ποσότητα θα μετρούσα συχνότητα και διάρκεια επαφών. Στην ποιότητα θα προσμετρούσα την συχνότητα, αυτή τη φορά με την έννοια του ρυθμού, τη διαθεσιμότητα και τον συντονισμό. Και με την διαθεσιμότητα εννοώ τη δυνατότητα της κατά βούληση επαφής ενώ με τον συντονισμό την ικανότητα του απέναντι να ανταποκρίνεται.
“Τεχνικά” ζητήματα θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Μια σχέση ανθεί, καρκινοβατεί ή σβήνει. Οι σχέσεις αξιολογούνται αθροιστικά και με την καρδιά. Δύσκολο να μπει κανείς στη λογική του πόσο και πώς. Δύσκολο και ίσως άδικο για τη σχέση. Όμως ακόμα και έτσι τα μεγέθη αυτά υπάρχουν και καμιά φορά η ύπαρξη τους μας προβληματίζει. Όπως εμένα τις μέρες αυτές και τώρα. Εδώ, στο υπόγειο της Τ47, με τους Sam And Dave να τραγουδούν “Hold On Im Comin’”. . .


Από το άλμπουμ STAX 50TH ANNIVERSARY CELEBRATION ακούγεται, βεβαίως, το Hold On I’ Comin’με τους Sam & Dave.


26/11/2007

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

0396 Σ. [Κεφάλαιο Τέταρτο]

Η ζωή κάνει τα δικά της. Σήμερα θέλουμε αυτό που δεν θα θέλουμε αύριο και αύριο αυτό που δεν θέλαμε χθες. Όλα μοιάζουν δύσκολα κάποιες φορές. Και είναι. Η επικοινωνία δύσκολη. Το να είσαι αυθόρμητος, επίσης. Οι σχέσεις αρνούνται να πεθάνουν. Όλο και κάποια νημάτια μένουν να συνδέουν. Κάποιες σπίθες πάντοτε θα παραμονεύουν ένα του ανέμου φύσημα. Είμαστε δεμένοι με συσκευές και δυνατότητες. Με SMS και e-mail. Με σιωπή και ελπίδα. Με φωνές και αγγίγματα. Τρέχουμε, καλύπτουμε, ελπίζουμε, πονάμε, πεινάμε, διψάμε, εργαζόμαστε, αναπνέουμε να μη σκάσουμε και παραμερίζουμε να μην τα τροχοφόρα μας πατήσουν. Και πάμε. Ονειρευόμαστε άλλες διαδρομές. Άλλους ανθρώπους. Άλλες καταστάσεις. Μετράμε τα διαθέσιμα. Δε φτάνουν για τίποτα. Κλεινόμαστε στο καβούκι μας πικραμένοι. Ωραία που θα ήταν να είχαμε και να κάναμε. Και δεν. Η καθημερινότητα μας σκοτώνει. Η αντίστασή μας φθίνει. Συμβιβαζόμαστε με τις συνήθειες μας, τις διαδρομές και τα ρούχα μας. “Αυτοί είμαστε” ομολογούμε στον εαυτό μας και παύουμε, προς στιγμήν, να ελπίζουμε. Και μέσα μας μάς τρώει. Τώρα, λέμε, θα ανοίξει η πόρτα και θα μπει η ζωή με το καλοκαιρινό της φόρεμα. Θα χτυπήσει το τηλέφωνο και θα είναι ο αγαπημένος. Όλα θα γίνουν κατά την επιθυμία μας. Η ζωή θα ξεπληρώσει, επιτέλους, το χρέος της και όλες οι μέρες πίκρας, όλες οι νύχτες πανικού θα γίνουν χαρά και ευτυχία. Βασιλιάδες θα είμαστε, ο απέναντι θα μας κοιτάει στα μάτια και θα είμαστε, η ευτυχία κι εμείς, ένα. Θα γίνει. Θα γίνει. Θα γίνει. Γιατί είμαστε δίκαιοι, γιατί δεν βλάψαμε κανέναν, γιατί υποφέραμε πολύ στη ζωή μας. Και οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνάνε κι εμείς φυτοζωούμε. Συντηρούμαστε μ’ ένα μισό χαμόγελο, ένα άγγιγμα που δεν ολοκληρώθηκε, μια τυχαία συνάντηση. Και όσο πάει λιώνουμε σαν τη γομολάστιχα που σβήνει τα λάθη. Ολάκερη η ζωή μας μια λάθος πορεία και να μη γνωρίζουμε πόσες μοίρες να την αλλάξουμε για να μονίμως ευτυχίσουμε. Μια ζωή με την αγωνία των χειρισμών μας και την πίκρα της μη ανταπόκρισης. Άνθρωποι που πάνε και έρχονται. Που μας προσπερνάνε άνθρωποι. Στιγμές που μοιάζει να μην κρατάμε στα χέρια μας τίποτα. Συγχρωτιζόμαστε, ελπίζουμε, υπομένουμε, γερνάμε. Και πάμε. Εμείς.


16/11/2007

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2007

0273. Συνάντηση

Πέσανε σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο. Η τελευταία τους συνάντηση πριν έξι μήνες. Φιληθήκανε. Έμοιαζε να χαρήκανε και οι δυο. Για μια ακόμα φορά του έκανε εντύπωση το φυσικό της μέγεθος. Τα μάτια της στο ύψος των ματιών του. Δεν ήταν μόνοι τους. Εκείνη με μία κυρία, εκείνος με ένα συνάδελφο. Για νιοστή φορά ανταλλάξανε αριθμούς τηλεφώνου. 

Βιαζόντουσαν. “Να μου τηλεφωνήσεις οπωσδήποτε” του ταξίδεψε. “Καλά”, απάντησε δίχως ενθουσιασμό. Τράβηξε καθένας το δρόμο του.

Ταξίδεψε στο παρελθόν τους. Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια γνωριμίας. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Αλλιώς ξεκίνησε, αλλιώς τη θέλησε, αλλιώς κατέληξε. Δεν ήταν ό,τι θα επιθυμούσε. Το είχε όμως αποδεχθεί. Θυμήθηκε χώρους και συναντήσεις. Περιπτώσεις και περιστατικά. Μηνύματα που ταξιδέψανε. Τηλεφωνήματα που έγιναν. Αν εκείνη είχε συγκατανεύσει τα πράγματα θα είχαν πάρει άλλους δρόμους. Προσπάθησε. Απορρίφθηκε. Ίσως μετά επαίνων.

Και ήθελε και δεν ήθελε να τηλεφωνήσει. Προς το παρόν το δεύτερο έμοιαζε να έχει το πάνω χέρι. Αλλά το πρώτο καραδοκούσε. Τον προβλημάτιζε το νόημα της πράξης και κυρίως το μετά. Τι θα άλλαζε στην τάξη των κόσμων τους ένα τέτοιο τηλεφώνημα; Πόσες φορές είχε διαδραματιστεί η ίδια ιστορία; Κάθε που συναντιόντουσαν ένας στιγμιαίος ενθουσιασμός και ένα “Να μου τηλεφωνήσεις” η αντίδρασή της. Και ύστερα τίποτα. Μέχρι την επόμενη τυχαία συνάντηση.

Λοιπόν, όχι. Δε θα τηλεφωνούσε. Θα κρατούσε όμως την προοπτική. Τη δυνατότητα. Για την περίπτωση που δεν θα είχε, ή δεν θα ήθελε, τίποτα να πράξει. Για ένα ηλιόλουστο πρωινό. Για ένα συννεφιασμένο απόγευμα. Για μια μελαγχολική Κυριακή. Για μια λεπτή της μνήμης κατάσταση. Μια ασταθούς ισορροπίας στιγμή ιδιαίτερη. Όταν ο καιρός θα του πλάκωνε το στήθος. Όταν θα είχε οίστρο. Όταν η θύμηση της γλυκά θα τον νάρκωνε. Τότε ή ίσως ποτέ.


Ακούγεται το “Telephone Baby” [1960] με τον, Ελληνικής καταγωγής, Johnny Otis και, ολίγον από, Marci Lee.

Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από δική μου τραβηγμένη στη Βενετία.


07/02/2007

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2006

0237. Ότι Απόμεινε [ΝΚ]

Πριν από μερικά χρόνια. Στα εξωτερικά ιατρεία μεγάλου νοσοκομείου της πόλης. Για την μητέρα μου. Κοντά μεσάνυχτα. Η νύχτα γλυκιά. Ένα χάος. Κόσμος που πάει και έρχεται. Κλίμα πανικού. Ανθρώπινος πόνος. Εξετάσεις που τραβάνε σε μάκρος. Ατέλειωτες αναμονές μπροστά από κλειστές πόρτες. Παράνοια. Προσμένω ένα τηλεφώνημα. Ένα τηλεφώνημα άγγιγμα μαγικού ραβδιού. Για να διώξει την κούραση. Να φτερώσει την ελπίδα. Να αλλάξει το αύριο. Προσμένω. Το θεωρώ απίθανο να μη γίνει. Οι ώρες περνούν. Η κούραση αυξάνεται. Το τηλέφωνο βουβό. Η απογοήτευση με έχει στριμώξει στη γωνία. Με γρονθοκοπεί. Η συσκευή ατάραχη. Ζηλεύω όλα τα ντριν που ακούω. Δε γίνεται. Το δέχομαι. Τη χρέωσα πολύ αυτή τη σιωπή. Εισέπραξα μόνο ένα “Δε γνώριζα, δεν το σκέφτηκα”. Ας είναι καλά. Δεν μπόρεσε καν ν’ αρχίσει. Ότι απόμεινε η απογοήτευση για ένα τηλεφώνημα που δεν έγινε.


Από το άλμπουμ Χαιρετισμοί, της δεκαετίας του 70, το τραγούδι “Μη με Προδώσεις”, με τη Δήμητρα Γαλάνη, σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Γιάννη Θεοδωράκη.



15/11/2006

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2006

Χαρτιά [ΝΚ]

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. Γράφω ονοματεπώνυμα. Με ένα x τα διαγράφω. Ένα, δύο, τρία . . .
 

Τα x της ζωής μου. Οι γνώριμοι που γίνονται άγνωστοι [x] πάλι. Δεν επιθυμώ, πλέον, να λύσω καμία εξίσωση. Με ένα x διαγράφω.
 

Είναι και ένα ονοματεπώνυμο. Το γράφω προσεκτικά. Το υπογραμμίζω. Με γοητεύουν τα α των συλλαβών του. Δεν με συνδέει τίποτα με το άτομο. Μου αρέσει, όμως, να γράφω, κυρίως, το επίθετό του. Το γράφω. Το πρώτο γράμμα καλλιγραφικό λίαν. Το κοιτώ. Το υπογραμμίζω.
 

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. . .

22/02/2006