Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2006

0122. Noble Dame [NK]

Είναι μερικές φορές που κάποιοι στίχοι τραγουδιών κολλάνε στο μυαλό μας. Πιάνουμε τον εαυτό μας να τους επαναλαμβάνει, με τον ρυθμό του τραγουδιού, και να ξεκινούν από αυτούς σκέψεις δεύτερες γλυκές και ζορισμένες. Είναι εποχές που τέτοιοι στίχοι μπορούν να “κυριαρχήσουν” μέρες πολλές στο μυαλό μας [σε κάθε περίσταση και σε κάθε χώρο]. Την τελευταία φορά, λοιπόν, αυτό το διαπίστωσα με τους στίχους:

Don’t be afraid to smile and then go
And if you see her talking to herself all alone
Leave her alone, her heart is at home

των Χατζιδάκι και Rudnytsky από το έργο “Reflections”. [Προτιμώ την εκτέλεση των New York Rock And Roll Ensemble μιας και, θαρρώ, έχει περισσότερο όγκο, από πλευρά ενορχήστρωσης ίσως, από αυτή των Raining Pleasure].

Don’t be afraid to smile and then go”,

λοιπόν. Πόσοι το φοβούνται και πόσοι το πραγματοποιούν; Μη φοβάσαι να χαμογελάσεις και να φύγεις. Φύγε, αλλά πρώτα, άνθρωπε, χαμογέλασε! Ένα χαμόγελο δεν κοστίζει τίποτα και ομορφαίνει τη ζωή μας. Αν τώρα, πάλι, την δεις κλεισμένη στον εαυτό της άφησέ την στην ησυχία της. Η καρδιά της είναι δοσμένη στα “του οίκου” της.

Οι στίχοι από το πανέμορφο Noble Dame που δημιουργήθηκε τριάντα τόσα χρόνια πίσω. Για σήμερα, λοιπόν, Μάνος Χατζιδάκις, New York Rock And Roll Ensemble και Noble Dame.

Noble Dame

Μάνος ΧατζιδάκιςDirian Rudnytsky

She was a lady once of noble name, noble dame

She has a silver ring from her king
Give her a nickel, take her out to dine, give her wine
Comfort her if she sighs and then cries

Look for her by the fountain on the road, say hello

Don’t be afraid to smile and then go
And if you see her talking to herself all alone
Leave her alone, her heart is at home

She was a lady once without a care, golden hair

She was the only friend of the king
May be she’ll come back and ask you for your name, noble dame
We’ll give our love to her on her way


28/02/2006

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2006

C.P.E.B. [NK]


Hamburg Sinfonias Nos. 1 – 6, Naxos [8.553285] από τον μέγιστο Carl Philipp Emanuel Bach με Capella Istropolitana και Christian Benda.
Μουσική που σε παίρνει στις πλάτες τις και σε απογειώνει. Σου δείχνει τον κόσμο από ψηλά. Τον χρωματίζει με χρώματα χαράς, ευγένειας και αξιοπρέπειας και σε κάνει υψηλόφρονα και εκτεταμένο στα όρια του εαυτού σου. Ότι πρέπει για αποτοξίνωση από την τηλεόραση και τα βάρβαρα άσματα της μίας χρήσης. Άκουσμα – ύμνος στον άνθρωπο και την δύναμη της ψυχής του. Άκουσμα για στοχασμό, για ενδυνάμωση, για αναπτέρωση των ελπίδων, για να κλείσεις τα μάτια και να δεις.
Μια νύχτα με τέτοια μουσική είναι μια νύχτα όπου όλα μπορούν να συμβούν.

24/02/2006

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2006

Χαρτιά [ΝΚ]

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. Γράφω ονοματεπώνυμα. Με ένα x τα διαγράφω. Ένα, δύο, τρία . . .
 

Τα x της ζωής μου. Οι γνώριμοι που γίνονται άγνωστοι [x] πάλι. Δεν επιθυμώ, πλέον, να λύσω καμία εξίσωση. Με ένα x διαγράφω.
 

Είναι και ένα ονοματεπώνυμο. Το γράφω προσεκτικά. Το υπογραμμίζω. Με γοητεύουν τα α των συλλαβών του. Δεν με συνδέει τίποτα με το άτομο. Μου αρέσει, όμως, να γράφω, κυρίως, το επίθετό του. Το γράφω. Το πρώτο γράμμα καλλιγραφικό λίαν. Το κοιτώ. Το υπογραμμίζω.
 

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. . .

22/02/2006

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2006

Επιστολή [ΝΚ]

111283 - 1212183

. . .
Ταξίδεψα στους νυχτωμένους δρόμους της Αθήνας. Την Πέμπτη. Με τη λεπτή βροχή, την ομπρέλα μου και τους ανθρώπους. Ταξίδεψα. Όπως τότε που βίωνα τη μοναξιά μου. Τότε που ήμουν μία προς το άγνωστο εξακοντισμένη βούληση. Βασανισμένος από τη μνήμη μιας χαμένης τελειότητας κι απαρηγόρητος παρακολουθούσα την πορεία της ζωής μου. Ανάγευση μοναξιάς, πολυτέλεια της χαύνωσης του νου, του ταξιδιού μέσα στους άλλους.

Αγόρασα κάστανα. Σταμάτησα στις φωτισμένες προθήκες των βιβλιοπωλείων. Λαχτάρησα μερικά βιβλία. Παρατήρησα τις μορφές των ανθρώπων. Των ομοίων μου. Αδικαιολόγητα πικραμένος ταξίδεψα.
. . .
Τα βιβλία του Ευγενίδιου. Το βιβλιοπωλείο της Βαβέλ. Μπόρις Βιάν “Θα φτύσω στους τάφους σας”. Μνήμες παιδικής σεξουαλικότητας. Γνωριμίας των περιγραφών. Αθωότητα των χρόνων που έφυγαν.

Αισθήματα και συναισθήματα ένας κόμπος στο νου. Ανεβαίνω την Ιπποκράτους. Πείνα. Επιθυμία για σουβλάκι. Το μαγαζί μικρό και βρόμικο. Προηγούνται άλλοι. Περιμένω. Ένα κορίτσι με τη μητέρα του. Αγγίζουν το πόμολο. Μετανιώνουν. Φεύγουν. Κατευθύνονται σ’ ένα μαγαζί απέναντι που μόλις ανακαλύπτω. Είναι η στιγμή που ο σουβλατζής, τετραπέρατος και ταχύτατος, βουτά πίτες σ’ ένα λάδι κατάμαυρο. Ακολουθώ μάνα και κόρη απέναντι.

Μαρία. Δεκατέσσερα στα δεκαπέντε. Ένα κορίτσι. Ούτε πιο όμορφο ούτε πιο άσχημο από τα άλλα. Πεταχτά και ανυπόμονα τσιμπολογεί από την ανοικτή της μητέρας της παλάμη κέρματα. Συμπληρώνει 64 δραχμές για τα δυο της σουβλάκια. Πληρώνει. Φεύγουν. Η Ιπποκράτους γυαλίζει υγρή. Βαδίζουν. Η Μαρία είναι χωλή. Η καρδιά μου σφίγγεται. Σφίγγεται.
Ανεβαίνω. Γυρνώ. Φθάνω. Είσαι εκεί. . . . 

Ξημερώνει. Ταξίδι της αναχώρησης. Λάθος πληροφόρηση. Ολιγωρία ίσως. . .
Συνταξιδιώτες. Η χοντρή ανόητη Θεσσαλονικιά που δήλωσε δημοσιογράφος. Η διήγηση του πως εκπόρθησε το Πεντάγωνο με μόνη τη δημοσιογραφική της ταυτότητα. Τα ειρωνικά βλέμματα που μου απόσπασε. Ο τρόπος και το μηδενικό ειδικό της βάρος. Ο ευγενικός τυρέμπορος από τη Λάρισα που δήλωσε ευκατάστατος και σοσιαλιστής. Το συμπαθητικό ζευγάρι των ηλικιωμένων που πήγαινε στη Θεσσαλονίκη για τους αρραβώνες του γιου του. Ο Κωστάκης. Φαρμακοποιός και ΔΕΑ. Ναι! Η νύφη τους δεν καπνίζει, δε φορεί παντελόνια, δε δουλεύει. Τέλος η μεσόκοπη γυναίκα απέναντί μου. Τα παπούτσια βγαλμένα και τα πόδια γυμνά. Φωτογραφίες των πρόσφατα παντρεμένων κοριτσιών της. Η μία παντρεμένη και “λίγο” έγκυος.
 
Ταξιδεύουμε. Η σκέψη μου σε τυλίγει. Το τραίνο συνεχώς καθυστερεί. Οι ανόητες συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Οι βαθυστόχαστες κενές κουβέντες τους. Δε συμμετέχω. Σκέφτομαι τη ζωή μας. Κοιτώ έξω. Η χοντρή αγωνιά να μάθει ποιος είμαι και τι κάνω. Δεν της δίνω την ικανοποίηση. Κατεβαίνω στο Π. Έχω μάθει όλα σχεδόν τα οικογενειακά τους.

Δεν υπάρχει τραίνο για Κ. Υπάρχει ένα μέχρι Έ. Η κοπέλα του 145 με έχει γελάσει. Ταξί με τρεις φαντάρους. Α. Ρωτώ στα καφενεία. Άντρες που πίνουν, καπνίζουν, παίζουν χαρτιά. Πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν. Έχω για δέκα λεπτά χάσει το τελευταίο λεωφορείο Θ.-Κ. Οι σιδηρόδρομοι του Ελληνικού κράτους έχουν κάνει το θαύμα τους. Οργή.
Λεωφορείο. Β. Η πόλη κοιμάται. Είναι γύρω στις εννέα και μισή. Ταξί. Πρακτορείο Κ. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα φανάρια της πόλης ρυθμίζουν μια ανύπαρκτη κίνηση. Είμαι οικείος με το περιβάλλον. Ηρεμώ. ΟΤΕ. Γνώριμοι θάλαμοι. Τηλεφώνημα. Απουσία.

Πεινώ. Στο μαγαζί ξαναγίνομαι ο Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. Τρώω πολύ. Σου τηλεφωνώ. Κάνει κρύο. Δε φορώ την επένδυση του τζάκετ. Ξενοδοχείο “Β.”. Κούραση. Αφή των σεντονιών. Πρωινό ξύπνημα. Καφεδάκι στο καφενείο του πρακτορείου. Επιβίβαση στο λεωφορείο των 8 και 30. Η Κ. χιονισμένη. Ομίχλη. Αργή κίνηση. Στο βάθος μια πλαγιά γυμνή. Κ. Ψώνια. Γλυκά για τους συναδέλφους. Λεωφορείο για Π. Κατεβαίνω στο δρόμο για το Σ. Περνώ την πύλη στις 12 παρά 5. Σου τηλεφωνώ. Μουδιασμένη. Ψυχρή σχεδόν. Χαμογελώ. Κατανοώ. Δωμάτιο 105. Ρούχα της δουλειάς.
. . .
Εσύ εδώ - κι εγώ εκεί
Για μια στιγμή - απ’ την αρχή
Να φτιάξουμε - τον κόσμο…

21/02/2006

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2006

Μονομαχία στο Μπορντώ [ΝΚ]

Βρισκόμαστε στα 1282, λίγο μετά τον “Σικελικό Εσπερινό”. Ο Κάρολος Ι Κόμης του Ανζού και της Προβηγκίας, Βασιλιάς της Σικελίας, της Αλβανίας και της Ιερουσαλήμ έχει εμπλακεί σε πόλεμο με τον Πέτρο ΙΙΙ Βασιλιά της Αραγωνίας. Έχουν και οι δυο τα προβλήματά τους και, κυρίως, άδεια ταμεία. Και ο πόλεμος, ήδη από τότε, κοστίζει. Κοστίζει πολλά. Να για πανοπλίες, να για κουζινομάχαιρα, να για μιστά, να για τους δανειστές και τους τοκογλύφους τι να απομείνει για τους δύστυχους τους Βασιλείς; Τρέχουν, λοιπόν, και δεν φτάνουν. Και θέλουν να κερδίσουν, χωρίς μακροχρόνιο πόλεμο, και επιθυμούν να μην καταξοδευτούν.

Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που ο Κάρολος, ως πιο “περπατημένος”, προτείνει επισήμως στον Πέτρο να λύσουν τις διαφορές τους με μια ωραιότατη μεταξύ τους μονομαχία [και να φάνε τα λεφτά τους σε σουβλάκια]. Του Πέτρου του καλαρέσει η ιδέα και δέχεται ασμένως [το λεξικό, το λεξικό].

Υπάρχει όμως το ζήτημα ότι για τα μεσαιωνικά δεδομένα ο Κάρολος, στα πενήντα έξι του, θεωρείται ήδη γέρος ενώ ο Πέτρος είναι δεκαπέντε χρόνια νεώτερος. Έτσι αποφασίζουν να καλέσουν και άλλους στην χαρά τους και να αρπαχτούν με παρέα εκατό επιλέκτων ιπποτών του ο κάθε βασιλέψ. Τα είπανε, τα συμφωνήσανε, σενιάρανε τον οπλισμό, ξυστρίσανε τα αλόγατα, “κλείσανε” για την 1η Ιουνίου 1283 και τυπώσανε και προσκλήσεις. “Σας καλούμε να μας καμαρώσετε. . .” και τα τοιαύτα.

Αυτή η “μονομαχία”, των 101 από την μια και των άλλων 101 από την άλλη, ήταν, για την εποχή, μια προσφυγή στον Θεό και στην αγαθή του ετυμηγορία. Αν υπήρχε τότε ΟΗΕ [τρομάρα του όπως τον έχουνε καταντήσει] ίσως να πηγαίνανε, χεράκι – χεράκι, να λύσουν εκεί τις διαφορές τους. Αλλά δεν υπήρχε ούτε ΟΗΕς ούτε άλλος Διεθνής Οργανισμός να μπερδουκλώνει τα πράγματα και να βγάζει το μαύρο άσπρο όπως, καλή ώρα, στην όμορφη, ηθική και τσαχπινογαργαλιάρα εποχή μας.

Τα “παλικάρια” το “βεβαίως και να αρπαχτούμε!” το είπανε. Αλλά δεν ήταν και κοροϊδάρες να χάσουν τα αβγά και τα πασχάλια σε ένα γήπεδο. Διότι αλόγατα είναι αυτά πέφτουνε, κεφάλια είναι αυτά σπάνε, διάβολος είναι αυτός και βάζει την ουρά του. Είχανε μεσολαβήσει και διάφορα μπήκε στην μέση και ο Πάπας [τι στο καλό πήραμε την αντιπροσωπεία του Θεού επί της γης; Εμείς πότε θα πουλήσουμε;], άστα να πάνε, μπλέξανε τα παλικάρια. Ψάχνανε, λοιπόν, τρόπο να την “κάνουνε” αξιοπρεπώς. Και οι μπαγάσηδες τον βρήκανε [ή έτσι νομίσανε!].

Ο τόπος συνάντησης ήταν στο Μπορντώ. Με εντολή του Βασιλιά Εδουάρδου της Αγγλίας [ο οποίος με εντολή του Πάπα απέφυγε κάθε άλλη προσωπική ανάμειξη] ο Ιωάννης του Γκραιλύ ανέλαβε να οργανώσει την υποδοχή των “μονομάχων” και να προετοιμάσει τον χώρο του αγώνα.

Ο Κάρολος έφθασε στο Μπορντώ με μεγάλη πομπή συνοδευόμενος από τον Βασιλιά της Γαλλίας και ένα μάτσο σημαιοστολισμένους Γάλλους ιππότες, από τους οποίους θα διάλεγε εκατό να κάνει ο άνθρωπος τη δουλειά του. Μεγάλος Βασιλιάς ήτανε. Το έδειχνε [μη πα και τον κόψουνε για παρακατιανό και του μειώσουνε οι υπηκόοι την επιχορήγηση!].

Ο Πέτρος το “έπαιξε” ΝΔ. Σεμνά και ταπεινά. Την κεφάλα κάτω, λίγα τα λόγια με τους μαστόρους και “Ότι πει ο Θεός” [άλλη σκασίλα δεν είχε ο Θεός με τα κουτσαβάκια θα έτρωγε την ώρα του].

Την ημερομηνία την ορίσανε, 1η Ιουνίου 1283. Από ώρα όμως; Γράφε μου ενίοτε [που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Σκαρίμπας]. Νωρίς το πρωί μπουκάρησε στον στίβο ο Πέτρος, ο Βασιλέψ της Αραγωνίας, με τους εκατό του να μασάνε σίδερα [τσίκλες δεν υπήρχαν τότε]. Παίξανε οι καραμούζες [τα ταρά τατά], τον αναγγείλανε οι κήρυκες και δεν άνοιξε ούτε μύτη. Ωραία πράγματα! “ Μάαστα ” είπε ο Πετράκης. Γύρισε στα καταλύματά του και έβγαλε μια ανακοινωσάρα κάτσε καλά. Ήρθατε μουσιού Κάρολε; Όχι! Χάσατε! Δική μας η νίκη. Ο Θεός μίλησε!

Λίγες ώρες αργότερα η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε με τον Βασιλιά Κάρολο αυτή τη φορά. Ταρατατζούμ τζουμ. Αίσχος τους! Μεγάλα παιδιά να κάνουν τέτοια καραγκιοζιλίκια.

Λίγες μέρες αργότερα, και κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για ανανδρία, τα μαζέψανε και πήγανε για φρέσκα. Έτσι, τελείωσε αυτή η ιστορία της παρ’ ολίγον μονομαχίας μεταξύ δυο Βασιλιάδων.

Υ.Γ

1. Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο “ΣΙΚΕΛΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ” [Κεφάλιο 14, Η μονομαχία μεταξύ των Βασιλέων, σελ 256] του κ. Steven Runciman / Εκδόσεις Γκοβόστη / 2003
2. Την “έμπνευση” μου έδωσε η εξαιρετική εγγραφή " Το Γκα του κυρίου Γκάους "της Mirandolina

18/02/2006

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2006

Σε μία Πόλη [ΝΚ]


Πριν από λίγα χρόνια, και για υπηρεσιακούς λόγους, βρέθηκα σε μια πόλη της βόρειας Ελλάδας. Στην περιοχή της πόλης αυτής είχα ζήσει και εργαστεί για ένα διάστημα εννιά και πλέον ετών. Επρόκειτο για μια γκρίζα, βιομηχανική περιοχή στην οποία, ωστόσο, είχα ζήσει καλά.
Η εποχή θα πρέπει να ήταν τέλος φθινοπώρου, αρχές χειμώνα. Έκανε κρύο, τόσο που να σου υποβάλει την σκέψη να αναζητήσεις ζεστασιά. Οι υποχρεώσεις μου τελείωσαν το μεσημεράκι. Το απογευματάκι βγήκα να περπατήσω στην πόλη. Να αναζητήσω γνώριμες γωνιές, γνώριμους δρόμους, γνώριμες προθήκες καταστημάτων. Να μετρήσω πόσο άλλαξαν. Να μετρήσω πόσο άλλαξα.
Περπατούσα και έψαχνα. Έψαχνα και σκεφτόμουνα. Σκεφτόμουνα και νοσταλγούσα. Τα πόδια μου παγωμένα. Τα χέρια στις τσέπες. Οι διαβάτες με σηκωμένους τους γιακάδες. Βιαστικοί. Έτρεχαν να γυρίσουν στο σπίτι τους.
Με χτύπησε μια σκέψη. Με κατέλαβε. Λαχτάρησα για ένα κλειδί στην τσέπη. Ένα κλειδί που άνοιγε την πόρτα ενός σπιτιού εκεί κοντά. Νέτα σκέτα. Λαχτάρησα την ζεστασιά ενός σπιτιού. Την κίνηση που ξεκλειδώνεις και μπαίνεις. Μπαίνεις και η ζεστασιά του σπιτικού σε αγκαλιάζει. Σε ζεσταίνει. Σε προστατεύει.
Ένα κλειδί και μια πόρτα. Τα έτρεξα αυτά με τη σκέψη μου και πόνεσα, σχεδόν σωματικά. Ένα κλειδί. Ένα κλειδί και μια πόρτα. Έτσι είναι η ζωή μας μερικές φορές. Μια ανάγκη. Για ένα κλειδί και μια πόρτα. . .

16/02/2006

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2006

Ανήκειν [ΝΚ]

Κοντεύει να κλείσει ένα έτος από την δημοσίευση της πρώτης εγγραφής στο ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο. Μπήκα, λοιπόν, στον συγκεκριμένο χώρο και σιγά σιγά άρχισα να τον γνωρίζω. Υπάρχουν όλων των ειδών τα είδη. Ένα υποσύνολο της κοινωνίας. Ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Επιτυχημένες, χιουμοριστικές, εκ βαθέων, ασύνταχτες, οργισμένες, απίθανες, απρόβλεπτες, χαριτωμένες, γλυκύτατες, πονεμένες, αυτοβιογραφικές, βιωματικές, και ότι άλλο μπορείτε ή θέλετε να φανταστείτε, εγγραφές.

Για όσους «γράφουν», ερασιτεχνικά ή όχι, ο χώρος αυτός είναι χρυσορυχείο. Σε βοηθά να προσδιορίσεις το που βρίσκεσαι. Θαρρείς ότι χειρίζεσαι καλά και σωστά την γλώσσα; Βρίσκεις εγγραφές που είναι καλύτερες από ότι εσύ θα μπορούσες να γράψεις. Θεωρείς ότι έχεις χιούμορ; Βρίσκεις εγγραφές με χιούμορ καλύτερο από το δικό σου. Επαληθεύεται, με λίγα λόγια, μια αγαπημένη μου φράση:

- Και του μεγάλου αεί έστι μείζον

[Κι απ’ το μεγάλο υπάρχει πάντα κάτι μεγαλύτερο. Αναξαγόρας D-K. B. 3. --> Μπαχαράκης, Αείζωον Πυρ, 1994]

Έτσι, για να γνωρίζουμε που βρισκόμαστε και ποιοι είμαστε.

Είσαι στον χώρο και περνάς ένα στάδιο όπου «ψάχνεσαι». Πόσοι επισκεφθήκαν το ημερολόγιο μου; Εκατό; Και του δείνα; Ενενήντα; Αχά! Άρα είμαι «καλύτερος»! Και άλλα τέτοια χαζά. Σε λίγο, αναπόφευκτα, ανακαλύπτεις ότι στον χώρο υπάρχουν «ομάδες». Ομάδες ανθρώπων που γνωρίζονται, συναντιόνται ή έχουν συναντηθεί, και οι οποίοι έχουν αποκαταστήσει δικούς τους κώδικες επικοινωνίες και μοιράζονται κοινές μυθολογίες. Επικοινωνούν, το χαίρονται και το δείχνουν! Παντελώς νόμιμο και κατανοητό. Ποιος είναι αυτός που θα απορρίψει την ασφάλεια του «ανήκειν» και μάλιστα για πολύ;

Μπαίνεις, λοιπόν, σε έναν ακόμα πειρασμό. Στον πειρασμό του να «ενταχθείς», να βρεις τους ομοίους σου, να μιλήσεις τη γλώσσα τους και να δηλώσεις συμμετοχή στην διαμόρφωσή της. Και με το πρίσμα αυτό σου έρχεται να γράψεις τίποτα «εξυπνάδες», που δεν τις πολυπιστεύεις, να σχολιάσεις με το ζόρι, να γίνεις αρεστός. Παιδικές ασθένειες με άλλα λόγια.

Τι μένει και τι αξίζει τελικά; Μα το να προσπαθήσεις, να μην αλλοιώσεις τον εαυτό σου. Να μην ευτελίσεις τις σκέψεις, τις απόψεις, τις ιδέες σου. Όσο μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Είναι πολλοί εκεί έξω. Με κάποιους θα ταιριάξεις, με κάποιους ίσως θα συντονιστείς. Μη βιάζεσαι, μη προσποιείσαι, μη σπαταλιέσαι. Γράψε, όσο καλύτερα μπορείς, αυτό που σκέφτεσαι, αυτό που αισθάνεσαι, αυτό που θέλεις. Έχεις ένα παράθυρο στον κόσμο. Άνοιξέ το και δείξε, αφού το θέλεις, το εσωτερικό του σπιτικού σου. Τίποτα άλλο.

15/02/2006

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2006

Καβάφης και Zide [ΝΚ]


Μου έχουν “κολλήσει” εδώ και ημέρες οι στοίχοι:

“Ηυλήσαμεν υμίν
Και ουκ ωρχήσασθε ”

Με γυροφέρνουνε και με στεναχωρούν. Έτσι. Για άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, άλλους καιρούς. Για γεγονότα που ανήκουν στην προσωπική μου ιστορία και συνεπώς, δεν αναμένεται να αλλάξουν πια. Και η ζόρικη συνέχεια;

“Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.”

Έτσι είναι. Ή χορεύεις όταν παίζει ο αυλός ή το ξεχνάς και πας για άλλα. Τα υπόλοιπα είναι “εκ του πονηρού” ή και:

“νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω”

Όπου καθόλου δεν υπάρχουν, πλέον, περιθώρια να πεις:

“Ανέγνων, έγνων, κατέγνων”

Μιας και θα σου απαντήσουνε δικαίως και ευθύς:

“Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως· ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως”

Ευτυχώς, ή δυστυχώς, μόνο το “Ανέγνων” μοιάζει προσιτό. Το “έγνων” δύσκολο και το “κατέγνων” δυσκολότερο. Διότι όλα αυτά συναρτήσεις, του χρόνου και του χώρου και των ψυχών, γεμάτες μεταβλητές και με αρχικές συνθήκες συνήθως άγνωστες. Άντε τώρα εσύ να βγάλεις συμπέρασμα και να ΄βρεις λύση. Γι’ αυτό σου λέω:

- Καλύτερα να ανάψεις ένα κερί παρά να καταραστείς το σκοτάδι!

ΣΤΑΛΣΙΜΟ

Ω! το πρωί πως κουράστηκε η μέρα
Τον κάμπο για να πλύνει ως πέρα.

Ηυλήσαμεν υμίν
Δε μας ακούσατε.

Τραγουδήσαμε
Και ουκ ωρχήσασθε

Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.

Σαν είχε η δυστυχία μας απογίνει
Εγώ προτίμησα την καλή σελήνη

Κάνει και σκούζουν τα σκυλιά
Και τα βατράχια μουσικά.

Μες στα καλόβολα τενάγη
Απλώνεται άλαλη και πάειׂ

Η χλιαρή της η γυμνότητα
Ματώνει στην αιωνιότητα.

Οδηγήσαμε χωρίς τις γκλίτσες μας
Τα κοπάδια στις καλυβίτσες μας

Όμως τα πρόβατα γιορτές είχαν γυρέψει
Κι’ έτσι ανώφελα θα να ΄χουμε προφητέψει.

Εκείνοι παν, λες για νερό,
Τα’ άσπρα κοπάδια στο μακελειό.

Χτίσαμε απάνω σ’ αμμουδιές
Τις πρόσκαιρες μας εκκλησιές.

Andre Gide
Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ / ΙΚΑΡΟΣ / Απρίλιος 1965
Σελίδα: 17

13/02/2006

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2006

Μια Διόρθωση και Μία Λέξη [ΝΚ]

Πέρασα σήμερα έξω από το κατάστημα PMW, στην Ομόνοια. Τις προθήκες του κοσμούσαν ωραιότατα ευμεγέθη αυτοκόλλητα με ένα ελληνοπρεπέστατο “Ανεξαρτήτως” να λάμπει ως αδάμας. Ευχαριστήθηκε η ψυχή μου. Εύγε [τους]!

Ακούγοντας και βλέποντας τις ημέρες αυτές τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών, με όλον αυτό τον διογκωμένο θόρυβο για τα “ακραία” καιρικά φαινόμενα και τις συνέπειες τους στην καθημερινότητά μας, μια λέξη σχηματίσθηκε στο μυαλό μου:

- Μετεωλαγνεία!

08/02/2006

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2006

Άσμα [ΝΚ]

Από την τελευταία δισκογραφική δουλειά των Χαΐνηδων ξεχώρισα [και] ένα τραγούδι με όμορφο ρυθμό και εξαιρετική, ως συνήθως, ερμηνεία σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη. Εκείνο που αρχικά με εντυπωσίασε ήταν ο στίχος:

Φέρτε μου δεύτερο καφέ
Κι αλλάξτε μου το χέρι


Όταν είδα το ποιος ήταν ο στιχουργός κατανόησα. Τέτοιοι στίχοι, κακά τα ψέματα, δεν γράφονται εύκολα. Ακούστε το και θα με θυμηθείτε!

Τα Όσα η Μοίρα Μου ΄Γραφε

[Αντώνης Σκαμνάκης – Οδυσσέας Ελύτης]

Τα όσα η μοίρα μου ΄γραφε
Κι άλλος κανείς δεν ξέρει
Τα βρήκα μέσα στον καφέ
Τα διάβασα στο χέρι

Ποτάμι βρήκα σκοτεινό
Μια σφαλιγμένη πόρτα
Κοράκια πάνω στο βουνό
Και φίδια μες στα χόρτα

Μακάρι να ΄μουν σαν τα ζα
Που βόσκουνε στον κάμπο
Γράμματα να μη γνώριζα
Μες στα μυστήρια να ΄μπω

Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
Να ψάχνω δεν συμφέρει
Φέρτε μου δεύτερο καφέ
Κι αλλάξτε μου το χέρι


Χαΐνηδες

Ο Γητευτής και το Δρακοδόντι
[MBI CD 11069]



06/02/2006

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2006

Ανεξαρτήτου [και πάσης Ελλάδος] [ΝΚ]

- “Ανεξαρτήτου” ποσού

- “Ανεξαρτήτου” ομάδας αίματος

- “Ανεξαρτήτου” τιμής

- “Ανεξαρτήτου” εποχής

- “Ανεξαρτήτου” αριθμού δόσεων

“Ανεξαρτήτου” σε ηλεκτρονικά ημερολόγια, σε διαφημίσεις της Εθνικής Τράπεζας, σε αφίσες του PMW [Patsis Music World], σε διαφημιστικό φυλλάδιο του “Παπασωτηρίου”, στο τελευταίο τεύχος του - “Computer Active”.

“Ανεξαρτήτου” παντού.

Έτσι, για να δείχνουμε μια ζαβωμένη παιδεία, να φτύνουμε πάνω στην γλώσσα και να την στρεβλώνουμε, να δίνουμε το παράδειγμα του “κουλτουριάρη” τενεκέ, του “έλα μωρέ, και τι έγινε;”. Γιατί κάποιος βλαξ το ξεκίνησε και εκατοντάδες μωροί, μεσ’ την τρελή χαρά, τον ακολούθησαν. Σε λίγο θα λες, ή θα γράφεις, “Ανεξαρτήτως. . .” και θα σε θεωρούνε αμόρφωτο ή, ακόμα χειρότερα, “κολλημένο”.
Ας πάει κι αυτό μαζί με την περίφημη “αποκατάσταση της βλάβης”. Καθιερώθηκε και χαιρετίσματα, πλέον, στου Δράμαλη τη μάννα. Όλοι οι βλαμμένοι έχουν βαλθεί, μανιωδώς, να “αποκαθιστούν βλάβες”. Άντε μετά να προκόψει η έρημη χώρα.
Αααχ! Ανεξαρτήτου αποτελέσματος, τα είπα και περιμένω, χαρά χαρούμενος, να αποκατασταθεί η λανθασμένη χρήση της λέξης [στο θρόνο της]!


02/02/2006

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2006

Πληθυντικός [ΝΚ]

“Δε μιλούσαμε στον ενικό, λόγω της παράξενης κολομβιανής συνήθειας να μιλάς στον ενικό με τον πρώτο χαιρετισμό και να περνάς στον πληθυντικό μόνο όταν υπάρχει μεγαλύτερη οικειότητα - όπως ανάμεσα σε συζύγους.”

Να μια καλή συνήθεια για να βάλουμε μερικά πράγματα [και πολλούς ανθρώπους] στην θέση που τους αξίζει. Δηλώνω, ευθύς, οπαδός του πληθυντικού αριθμού. Ενός αριθμού που σου δίνει την δυνατότητα να εκφράσεις τα αισθήματα και συναισθήματά σου με λεπτότητα και χάρη. Και, επί πλέον, σου επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις εκφράσεις, συντακτικό και τρόπους παλιούς, ίσως ξεχασμένους, και σίγουρα αγαπημένους. Πληθυντικός, λοιπόν, της έκφρασης και της οικειότητας!

Gabriel Garcia Marquez,
Ζώ για να τη διηγούμαι,
[VIVIR PARA CONTARLA]
Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2003


01/02/2006

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2006

Παλιό μα Επίκαιρο [ΝΚ]

ΑΝ

Αν ήταν
Να ‘μαστε μαζί
Και τούτο
Το χειμώνα
Θα έλιωνα
Με το φιλί
Το χιόνι
Απ’ τα μαλλιά σου

16/01/1978

Τέτοιες Μέρες [ΝΚ]

Το έχω παρατηρήσει. Όποτε η μέρα είναι ιδιαίτερη, είτε λόγω καιρού είτε λόγω ημερολογίου, σκέφτομαι πρόσωπα συγκεκριμένα. Υπάρχει, δηλαδή, μια ομάδα 5-6 ατόμων από την οποία, ανάλογα με την περίσταση, γίνεται μια “φυσική επιλογή”.

Είναι, ας πούμε, η μέρα ηλιόλουστη; Σκέφτομαι την Φ. Είναι παραμονή εθνικής επετείου;! Σκέφτομαι την Ν. Είναι μια μέρα σαν την σημερινή; Σκέφτομαι την Μ. Και κάπως έτσι πάει. Μερικές φορές το “σκέφτομαι” γίνεται τηλεφώνημα, άλλες γίνεται βαλάντωμα και άλλες “τι είναι η ζωή, τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ο παφλασμός των κυμάτων;”.

Φταίει που με τα μέλη της πιο πάνω ομάδας έχουν κοπεί ή έχουν λασπώσει ή έχουν χαθεί οι δρόμοι επικοινωνίας. Φταίει που είμαι ποντισμένος στο παρελθόν μου [και άρα στο παρόν που αναγκαστικά παρελθοντοποιείται], φταίει που συντηρώ το επιμέρους σαν όλον, φταίει που μου έχουν μείνει απορίες για συμπεριφορές και καταστάσεις. Φταίει που έχω την αίσθηση ότι οι απέναντι ανταποκρίνονται πλημμελώς στα όποια, λόγω ή έργω, αιτήματα μου.

Έτσι! Είναι κάτι τέτοιες μέρες που η σκέψη μου πάει και βρίσκει και αγκαλιάζει. Και υπάρχουν ένα σωρό ανόητα “αν”, ψεύτικα “ίσως” και μάταια “μακάρι” που δεν θα εξαργυρωθούν ποτέ και σε καμία Τράπεζα. Γιατί ο κόσμος [το “στολίδι”] είναι έτσι όπως είναι και ο καθένας έχει τα δικά του και, όπως είπε η Μαφάλντα [Quino]:

- Το επείγον δεν αφήνει χρόνο για το αναγκαίο

Και τρέχουμε λαχανιασμένοι πίσω από μια καθημερινότητα που δεν μας ταιριάζει και που ποτέ δεν θα μάθουμε αν μας αξίζει ή αν για άλλα, μεγάλα, ήμασταν πλασμένοι.

Είναι κάτι μέρες σαν αυτή, με κρύο και χιόνι, που θέλω να αρπάξω το τηλέφωνο, να γράψω επιστολές, να στείλω e-mail, να πω και να κάνω. Και δεν κάνω τίποτα. Μονάχα κάθομαι εδώ και γράφω αυτά που διαβάζετε. Λοιπόν, ακόμα μια μποτίλια στο πέλαγος [των ανθρώπων, των βίων, των καταστάσεων] που θα ταξιδέψει και, πιθανότατα, δεν θα φτάσει.
Αν, όμως, φτάσει; Η γνωστή ιστορία:

Ό,τι φεύγει, φτάνει;
Ό,τι φτάνει, δένει;
Ό,τι δένει, δίνει;
Ό,τι δίνει, κάνει;
Ό,τι κάνει, πρέπει;
Ό,τι πρέπει, είναι;

Εδώ, πλέον, σας θέλω!

24/01/2006

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2006

Γενικώς [ΝΚ]

Συλλογίστηκες, ω αφελέστατε!, ότι αυτό που για ΄σένα αποτελεί ευτύχημα για τον απέναντι μπορεί να είναι, έως και, ενόχληση;

22/01/2006

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2006

Οι Αθάνατοι [αείποτε: 3]

Πίσω και γύρω από τους αθανάτους των ερήμων και των περιβολιών, τα θνητά φυτά και οι άνθρωποι ζουν και υπάρχουν. Ο ουρανός είναι απύθμενος και η θάλασσα πανδέγμων. Οι άνθρωποι και τα φυτά ζουν την ζωήν των. Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα φαίνονται αλλοπρόσαλλα, όμως μια πιο προσεκτική θεώρησις του συνόλου καταδεικνύει στα έκθαμβα μάτια των παρατηρητών ότι παντού υπάρχει μία καταπληκτική συνέπεια, μία δομή, μία αρχιτεκτονική – όχι όμως της επιστήμης, ή του ορθολογισμού, όπως εις τας λιθοδομάς, ή τα άλλα κτίσματα, μα που αποτελεί την κατά ποικίλα διαστήματα προσωρινήν όψιν μιας αείποτε εκτυλισσομένης εντελεχείας, μιας αείποτε πολλαπλασιαζομένης διαρθρώσεως και επικοινωνίας, ενός αείποτε τελουμένου μυστηρίου, που άλλοι το ονομάζουν Κόσμον, άλλοι Χάος, ή Αρμονίαν και άλλοι Θεού σοφίαν.

Μέσα εις αυτήν την απέραντον μεγαλοσύνην και τα μικρά και τα παραμικρά έχουν την πλήρη σημασίαν των και την ανυπολόγιστον βαρύτητά των. Και εντός της αδιαλείπτου παρουσίας του αναμφισβητήτου αυτού συνόλου των μικρών και τεραστίων, των ορατών και αοράτων, των λογικών και των αλόγων, οπίσω και γύρω από τους αθανάτους, που φύονται εις τους κρημνούς και ζουν τόσον εις τας ερήμους όσον και εις τας πόλεις, τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς οι άνθρωποι, όλοι μαζί, εντός και πέραν του ατομικού, παρά τον θάνατον, εις αιώνα τον άπαντα υπάρχοντες ακμάζομεν.

Γλυφάδα, 7.7.1960

[Πηγή: http://www.embiricos2001.gr/anthOktana3.htm]

20/01/2006

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2006

ΝΜ [ΝΚ]


Όμορφη ιστορία το Διαδίκτυο. Με λίγη τύχη, λίγη γνώση και αρκετή υπομονή μπορεί κανείς να βρει ένα σωρό κείμενα, εικόνες και ήχους που τον ενδιαφέρουν. Αρκεί να γνωρίζει τι ζητάει και πώς να το ζητάει. Όλα, λέμε τώρα, μπορεί κανείς να τα βρει στο Διαδίκτυο. Ακόμα και παλιές, αδικαιολόγητα εξαφανισμένες, αγάπες να εικονίζονται διαφημίζοντας τσόκαρα Scholl για επαρχιακά φαρμακεία. Αν, λοιπόν, σας λείπει μια εικόνα για να συμπληρώσετε, ή να ολοκληρώσετε, ένα καμβά αναζητείστε την στο Διαδίκτυο. Ίσως και να σταθείτε τυχεροί [πως σας το εύχομαι!]. Τέλος πάντων, μέρα που είναι, χαλάλι της. Α! Και Χρόνια της Πολλά!

18/01/2006

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2006

Βασιλιάς της Ισπανίας [ΝΚ]

020481 649 ΤΕ 1ος Λόχος

Χθες ήμουν
Βασιλιάς της Ισπανίας
Σήμερα δεν υπάρχει
Μήτε ένα πυργί
Που να είναι πια δικό μου

Αλλεπάλληλες γραμμές των βουνών. Τέσσερις ή πέντε η μια κάτω από την άλλη. Το Καρλόβασι απλωμένο και ακίνητο. Οι τρούλοι των εκκλησιών είναι μπλε. Η θάλασσα ματ γαλάζιο. Το θάμπωμα του σούρουπου κάθεται στις πλάτες των βουνών. Άνθρωποι που βαδίζουν. Φωνές παιδιών που παίζουν. Στα χέρια μου ένα ποτήρι. Πίσω και δεξιά μου μια κοπέλα σ’ ένα μπαλκόνι. Σκυμμένη σ’ ένα κέντημα ή ένα βιβλίο.

Πράσινο και καφέ. Οι κεραμιδοσκεπές της πόλης φυτεμένες μέσα στα δέντρα. Με μια ματιά μαζεύω όσες κατακόρυφες γραμμές μπορώ. Συλλογίζομαι, ευχαριστημένος, ότι είναι σωστό να είναι κατακόρυφα τα σπίτια μας. Ο ήλιος λικνίζεται πάνω από το λιμάνι. Νιώθω το ποτό στη διαδρομή του από το λαρύγγι ως το στομάχι. Τι ζητώ;
Η Νίκη που μου χαμογελά απροκάλυπτα. Ναι! Είναι όμορφες οι κεραμιδοσκεπές, είναι όμορφη η πόλη κι όμορφο πολύ το σούρουπο. Πέρα, προς τα παλιά γραφικά βυρσοδεψία μια βάρκα ταξιδεύει. Την κοιτώ και ξεχνιέμαι. Η πλώρη βυθίζεται και σηκώνεται. Γράμματα που γράφονται και σκίζονται. Βαδίζω. Ξεμουδιάζω. Στέκομαι. Φέρνω κύκλο τη ματιά. Τα νέα κτίσματα της πόλης μοιάζουν με σφραγισμένα δόντια. Ο Φόκνερ είχε δίκιο “η άνοιξη μοιάζει με κοπέλα που έχασε τη ζώνη της”.

Πάνω στο Καρλόβασι μια καταχνιά. Μια εξάχνωση. Στα σίγουρα πρέπει να φωτογραφίσω αυτές τις αλλεπάλληλες 5 ή 6 γραμμές των βουνών. Όλα όσα βλέπω υπήρχαν προτού τα δω και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν ακόμα και όταν φύγω. Πονάω. Γίνομαι ένας ξένος και χάνομαι. Θυμάμαι που μάντεψα πίσω από μια κοινή πράσινη πόρτα τη βούληση του ανθρώπου. Στοχάστηκα τον άνθρωπο. Τη μοίρα του. Αυτή η μαλακή ανθρώπινη σάρκα.
Είμαι όλα τα πετραδάκια που πατώ. Είμαι ο ήλιος, το σύννεφο και το πουλί. Είμαι ποντισμένος στον καιρό. Μια πίεση κάθεται ηδονικά στη κοιλιά μου. Ένα γλυκό σφίξιμο στο στομάχι. Είμαι πρόθυμος να συγκατανεύσω. Είμαι έτοιμος να αντικρίσω το θαύμα δίχως να ξαφνιστώ. Είμαι έτοιμος για το παράλογο του θάνατου. Όλα είναι σωστά βαλμένα στη θέση τους. Όλα θα γίνουν καθώς πρέπει. Θέλω να ενδώσω. Το ποτήρι στα χέρια μου είναι ένα αδιάφορο ψυχρό αντικείμενο. Το αφήνω σ’ ένα τραπέζι. Ακουμπώ τα χέρια στο κιγκλίδωμα. Καρφώνω τη ματιά σ’ όσο ήλιο απόμεινε κι αρχίζω να δακρύζω.

Ξίφος φωτός τεντώνεται
Καρφώνεται
Λυγίζεται και σπάζει

Γνωρίζω πως ζει και κινείται. Έχω δει τα πρόσωπα που συναντά στα λεωφορεία. Ξέρω πως είναι να ταξιδεύεις με τρόλεϊ και έχω σταματήσει μπροστά στις βιτρίνες που σταματά. Γνωρίζω πως βαδίζει. Πως σταυρώνει τα πόδια. Έχω δει το δωμάτιό της. Την καρέκλα, το κρεβάτι, το γραφείο της. Έχω δει στο πρόσωπό της το χαμόγελο. Έχω δει τις γραμμές του προσώπου της να σκληραίνουν. Έχω ακούσει τη φωνή της χαρούμενη είτε λυπημένη. Την έχω αγγίξει μερικές φορές. Τ’ ορκίζομαι την έχω συναντήσει.

Έχω ζήσει νύχτες, έχω πιει κρασί, έχω αφεθεί. Ω! Νύχτα με μονάχα ένα φωτάκι! Η μουσική είναι ένα θηρίο που τρώει τις σάρκες. Ένας ακούραστος τοξότης είναι η μουσική. Κάθε μορφή τέχνης μπορεί να μας βασανίζει τόσο περισσότερο όσο καλύτερα τη γνωρίζουμε.

Νύχτες με σκυμμένο κεφάλι και τη μουσική να χτυπάει στους τοίχους. Συναντήσεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Βυθίσεις σε περιοχές απάτητες. Μια ασκημένη καρδιά. Μια ασκημένη σκέψη που προδίδει. Ένα σωρό αποφάσεις σπασμένες, ριγμένες καταγής. Μαγεία των νυχτερινών περιπάτων στους έρημους δρόμους με τις μυρωδιές των κήπων, τις ανάσες των ανθρώπων, το ξετύλιγμα της σκέψης. Μαγεία των μοναχικών περιπάτων, των μοναχικών στιγμών αδυσώπητης βύθισης ως τον πυρήνα του εαυτού.


Ποιος είναι ο σκοπός της διάψευσης; Ποιες είναι οι διαστάσεις της ελπίδας; Ποιος ευτύχησε ποτέ; Η νύχτα γινόταν ένας αντίπαλος και έπρεπε να παλέψω μαζί της. Αγκαλιασμένοι κυλιόμασταν χάμω. Ήξερα να χτυπώ, ήξερα να παλεύω. Η μουσική στριφογύριζε στους τοίχους και με κύκλωνε. Η σκέψη με μεθούσε. Πάλευα. Άλλοτε ήρεμα άλλοτε μανιασμένα. Πάντοτε δίχως ελπίδα.

Ξεφύλλιζα τα χαρτιά μου και πονούσα. Έφευγα περίλυπος, πικραμένος. Ο ύπνος μου ήταν βαρύς. Που και που ερχόταν στα όνειρά μου. Ξυπνούσα και ήμουν σκεφτικός, γεμάτος απορίες. Οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα. Οι κινήσεις μου ήταν βαριές, αδέξιες, συγκρατημένες. Χρειαζόμουν ένα άγγιγμα για ν’ αρχίσω να ζω. Κάποτε πίστεψα πως μου δόθηκε. Είχα κάνει λάθος. Προσπάθησα. Πίκρα των αδιάφορων συναναστροφών. Χώρος καταστραμμένος από τους λάθος ανθρώπους. Χρόνος καταστραμμένος από τους λάθος ανθρώπους. Βλοσυρό βλέμμα. Περιττές κινήσεις. Λόγια που χάνονταν. Στιγμές που δεν εγκυμονούσαν τίποτα. Γινόμουν εσωστρεφής και για τούτο ευάλωτος.

Γύρισα και κοίταξα. Ήμουν μόνος στο πέτρινο αλώνι με τον ήλιο να καρφώνει κατακόρυφα αμέτρητα δόρατα που σκοτώνουν. Βίωση της απόγνωσης. Ηδονή της σίγουρης πτώσης. Χτυπιέμαι. Φιλιώνω. Χτυπιέμαι. Ματώνω. Ελπίζω. Ματώνω. Τεντώνω το στήθος. Ισιώνω το κορμί. Πατώ γερά. Αντρειεύομαι.

Αφήνομαι. Δεν υποχωρώ. Αφήνομαι. Αφήνομαι. Αφήνομαι. Μα πότε την έχασα; Δύο ή τρεις μήνες γαλήνης και κατόπιν το σύνθημα. Μια συνάντηση ή ένα τηλεφώνημα. Κάποτε τίποτε από όλα αυτά. Μια κίνηση. Ένα όνειρο. Ένας μοναχικός άνθρωπος αφημένος στο πάει του. Ένα τραγούδι. Ένα σημειωμένο χαρτί. Η κουβέντα ενός φίλου. Μια απορία ανόητη. Το οποιοδήποτε πρόσχημα. Λειτουργία σε παράλληλα επίπεδα με την απόστασή τους να μειώνεται επικίνδυνα κάποτε. Φοβόμουν μη γείρουν και το ΄να με τ’ άλλο συντριβούν.

Νύχτες μ’ ένα φωτάκι και τη μουσική να χτυπιέται στους τοίχους. Συναντήσεις φτιαγμένες από την πολύ σκέψη. Συναντήσεις φυσική συνέπεια της σκέψεις. Τύχη στρεβλωμένη από τη βούληση. Βούληση εστιασμένη στο γεγονός. Γεγονός που περνούσε και χάνονταν. Γεγονός που επέστρεφε δίχως να μπορώ να το κρατήσω. Να το παρατείνω.

Γαλήνη δεμένη με αγωνία. Πίκρα κεντημένη πάνω στην αβεβαιότητα. Μαγεμένα πικρά δυσβάσταχτα απογεύματα. Ατέλειωτες νύχτες μ’ ένα καρφί στην καρδιά και το μυαλό μου. Πάντοτε μιλώντας λιγότερα απ’ όσα ήθελα.

Πάντοτε μιλώντας λιγότερα απ’ όσα ήξερα. Μαθημένος να διαψεύδομαι. Μαθημένος να διαψεύδω.

ΤΙΠΟΤΑ

Πολύ αργόν το βράδυ εσβούσε
και τίποτα ΄ταν το φεγγάρι
κι ό,τι ΄ταν λύπη δε λυπούσε
και τίποτα δεν είχε χάρη.

Μον’ ήταν βράδυ, τίποτ’ άλλο
με δίχως τίποτα στη έγνοια
κι αυτό το τίποτα ν’ μεγάλο
στα τίποτα τα τιποτένια.

Κι έλεα μέσα μου: τι τάχα
τι τάχα νάταν που μ’ ελύπει,
αφού ΄γω τίποτα για νάχα
δεν ένιωθα (χαρά, είτε λύπη).

Παρά έτσι, τίποτα σκεφτόντας
κι άλλο ήρθε τίποτα απ’ αγάλι:
πως τίποτα δεν μούπες - όντας
στρέψαντας - μ’είδες - το κεφάλι…

(Γ. Σκαρίμπας)

Επιστολή στη Φ. (Απομαγνητοφωνημένη από την κασέτα “Τήρησον ουν σ’ εαυτόν… “).

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2006

Τα Που Έλεγα [ΝΚ]



Αυτά ακριβώς που έγραφα χθες. Μπήκα σήμερα στο “Metropolis” της Πανεπιστημίου για μια σύντομη “ενημέρωση” και έπεσα πάνω στον καινούργιο δίσκο των Χαίνηδων. Δίχως δεύτερη σκέψη:
Άδραξα, πλήρωσα, έφυγα

Διπλό CD, λοιπόν, με τίτλο “Ο Γητευτής και το Δρακοδόντι” στο οποίο συμμετέχουν:

Κωστής Αβυσσινός
Παντελής Θαλασσινός
Σωκράτης Μάλαμας
Γιάννης Χαρούλης
Χαονία
και ο Ψαραντώνης

Ακούω τώρα το πρώτο CD και μοιάζει καλό. Ο γνωστός των Χαίνηδων ήχος που κολακεύει το μέρος της ψυχής που δεν είναι ανόητο. Το αγαπώ αυτό το συγκρότημα και αρκετά τραγούδια τους μου έχουν δώσει πολλά και με έχουν ταξιδέψει. Παρασκευοσαββατοκύριακο με Χαίνηδες λοιπόν!

13/01/2006

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2006

Ημερολόγια [ΝΚ]

Ασχολήθηκα αυτές τις ημέρες με τα Ημερολόγια μου. Έχω ήδη αρχίσει την μεταφορά τους σε ηλεκτρονική μορφή [MS Word] αλλά αυτή την φορά πέρασα “την ταυτότητα” των εγγραφών στο Excel [δηλαδή, ημερομηνία, αύξοντα αριθμό, τετράδιο, σελίδα τετραδίου]. Έχουμε, λοιπόν, και λέμε:

33 Έτη ή 11.778 Ημέρες [μεταξύ των Εγγραφών]
14 Τετράδια
1.100 Εγγραφές

και ακόμα:

Πρώτη Εγγραφή: 2/10/1973
Τελευταία Εγγραφή: 31/12/2005
Περισσότερες Εγγραφές: 95 [1979]
Λιγότερες Εγγραφές: 9 [2005]
Μέγιστο Χρονικό Διάστημα Μεταξύ δύο Εγγραφών: 93 Ημέρες
Περισσότερες Εγγραφές: Δεκέμβριο [108] και Κυριακή [194]
Λιγότερες Εγγραφές: Σεπτέμβριο [77] και Παρασκευή [130]
Μικρότερη Εγγραφή: Μία λέξη [χειροποίητη!]
Μεγαλύτερη Εγγραφή: [Περίπου] Έντεκα Σελίδες Τετραδίου

Είναι και αυτό [το συνεπώς να καταγράφεις τα όσα θεωρείς σημαντικά, ενδιαφέροντα ή και απλώς χαριτωμένα] μια μέθοδος για να κρατήσεις μια σπιθίτσα αναμένη. Τώρα για ποιους και γιατί είναι μια μεγάλη, και ίσως πονεμένη, ιστορία. Παραμένει το γεγονός, ωστόσο, ότι σε εμένα αυτόν η ανάγνωσή τους δίνει ένα χάδι στο στομάχι και μία πνευματική ευχαρίστηση. Τριάντα τρία συναπτά έτη είναι αυτά. Δεν είναι παίξε, γέλασε. Τέλος πάντων. Σας ζάλισα φοβούμαι και θα σκεφτόσαστε:
- Ωρ’ τ’ είν’ τούτος!
Τίποτα το ιδιαίτερο. Μονάχα κομματάκι αλλόηχος [κι αν βρείτε την λέξη σε λεξικό ειδοποιήστε με να αποσύρω την ληξιαρχική της πράξη γέννησης!].

Άϊντε! Πολύ το βασάνισα απόψε και Καλή σας Νύχτα με Τρυφερά Ενύπνια περί Ερώτων Ακριβών και [ευτυχώς] Ανεκπλήρωτων!

12/01/2006

Έξι Ό,τι Ζητούν Αποδέκτη [ΝΚ]

Ό,τι φεύγει, φτάνει;
Ό,τι φτάνει, δένει;
Ό,τι δένει, δίνει;
Ό,τι δίνει, κάνει;
Ό,τι κάνει, πρέπει;
Ό,τι πρέπει, είναι;

Εδώ σε θέλω!

12/01/2006

Διακοπές [ΝΚ]

Κάθε φορά που έχω ημέρες διακοπών μπροστά μου η ίδια ιστορία. Οι “Μεγάλες Προσδοκίες”. Να βάλλω “Τάξη στο Χάος”. Δηλαδή, να τακτοποιήσω, επιτέλους, τα υπάρχοντά μου. Τα όσα συσσωρεύω. Να επιλέξω, να ταξινομήσω και να τοποθετήσω όπου πρέπει, ή να αποθηκεύσω, CD, DVD, βιβλία, περιοδικά, στατικά μοντέλα, “χαρτιά”, φωτογραφίες και συναρμολογούμενα.

Τα καταφέρνω πάντα και μαζεύω ένα σωρό από δαύτα. Και φυσικά ούτε που προλαβαίνω να ακούσω, να δω, να διαβάσω ή να ασχοληθώ με το κάθε ένα από αυτά. Αρκούμαι στην σιγουριά της κίνησης του “απλώνω και το παίρνω” όταν, και εφ’ όσον, το θελήσω. Δεν λέω ότι είναι το καλύτερο το να συσσωρεύεις αντικείμενα και πραγματικά προσπαθώ να αυτοσυγκρατούμαι αλλά να, δυσκολεύομαι.

Υπάρχουν μουσικά άλμπουμ, βιβλία, και ταινίες που, μερικές φορές, τα ψάχνω χρόνια. Έ, όταν βρεθούν στην πλώρη μου [και όχι τυχαία, να εξηγούμαστε] βγάζω το πορτοφόλι μου και . . . φεύγω με σακούλα. Αναγνωρίζω την γενναιότητα του να μπορείς να απαλλαγείς από μερικά από αυτά. Δύσκολο, ωστόσο. Όπως λέει και ο κ. Βαλερί:

- Εδώ και είκοσι χρόνια δεν έχω πια βιβλία. Έκαψα και τα χαρτιά μου. Διαγράφω πράγματα ζωντανά. . . Συγκρατώ εκείνο που θέλω. Αλλά η δυσκολία δεν είναι εδώ. Είναι να συγκρατήσω εκείνο που θα θελήσω αύριο!. . Γύρεψα ένα κόσκινο μηχανικό. . .

“Η Βραδιά με τον κ. Τεστ” [Η μετάφραση του Γ. Σεφέρη και … η υπογράμμιση δική μου].

Έγινε, λοιπόν, και πάλι το αναμενόμενο. Οι διακοπές μου, των εορτών, τερματίζονται σήμερα [αύριο, πρώτα ο Θεός, στο Γραφείο] και ουδέν επί του θέματος έπραξα. Να είμαστε καλά. Στις επόμενες διακοπές, ίσως!

12/01/2006

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2006

Ενύπνιο ΔΚικό [ΝΚ]

Καλά που υπάρχουν τα έρημα τα ενύπνια [τα έγχρωμα πάντα!] και βοηθάνε να ξεφύγουμε από την, όποια, καθημερινότητά μας. Εκεί. Στην περιοχή της Ομόνοιας. Η αφετηρία των λεωφορείων. Καμιά ανάγκη για Μετρό. Την είδα να βαδίζει. Ήταν εκείνη. Επιβιβάστηκα. Κάπου σε ένα κάθισμα πίσω μου. Έκανα ότι δεν την είδα. Έκανε, ίσως, ότι δεν με είδε. Κύριο χαρακτηριστικό η υφή των μαλλιών της. Ένας συνεπιβάτης, ο διπλανός μου, που έψαχνε εναγωνίως εισιτήριο. Κατέβηκε και έψαχνε τα περίπτερα. Το μποτιλιάρισμα στην Βουλιαγμένης βοηθούσε να μην χάσει το λεωφορείο.

Λοξά κοίταξα πίσω. Πάντα στην θέση της. Πάντα η υφή των μαλλιών της. “Θα πηγαίνει στην αδελφή της”, σκέφτηκα. Η ανατροπή. Σηκώθηκε από το κάθισμά της και ήλθε δίπλα μου. Σχεδόν έδιωξε αυτόν που, στο μεταξύ, είχε καθίσει δίπλα μου. Κάθισε. Αισθάνθηκα χαρούμενος. Μιλήσαμε. Κατεβήκαμε, επί της Βουλιαγμένης, στο ύψος της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονα. Τα υπόλοιπα, δυστυχώς, δεν τα θυμάμαι. Έτσι!


10/01/2006

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2005

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2005

Σκέψη [ΝΚ]

Η σκέψη είναι άτιμο πράγμα. Αλλού την στέλνεις κι αλλού βρίσκεται. Βρε αμάν, βρε ζαμάν μη πηγαίνεις καλή μου όπου σου κατεβαίνει! Τίποτα αυτή. Τα δικά της! Την στριμώχνεις, της δίνεις οδηγίες, της χαράζεις πορεία. Ναι, καλά! Κάνει ότι συμφωνεί και ότι συμμορφώνεται και σε λίγο, τσουπ! Εκεί όπου δεν επιτρέπεται, εκεί που δεν κάνει. Κάνει κόνξες και κόλπα μυστήρια. Καμώνεται την καλή, καμώνεται την καθώς πρέπει. Και μόλις σε βρει κομμάτι μπόσικο πετιέται και σου αλλάζει τον αδόξαστο.

Όπου θέλει πάει, ότι θέλει κάνει. Κάθεσαι ήσυχος και ”βυζαίνεις προύμητος χάος”; Την πάτησες! Θα σε πάει σε γειτονιές μυστήριες, θα φέρει μπροστά σου μούρες αλλόκοτες, θα σου θυμίσει πράγματα καταχωνιασμένα, θα ανασύρει μνήμες που πονάνε, θα σε μπλέξει στα δίχτυα της και θα σε γεμίσει απορίες για την προηγούμενη, την τρέχουσα και μέλλουσα ζωή σου. Από την άλλη είναι μεγάλη μαλαγάνα. Θα σε γλυκάνει, θα σε κολακέψει, θα σου χαϊδέψει το στομάχι, θα σε πάει εκεί που ευχαριστιέσαι, θα σου δώσει ελπίδες, θα σου βρει μονοπάτια να πατήσεις και τρόπους να ανασάνεις.

Και έχει τους αγαπημένους της τόπους, τις γειτονιές που της αρέσει να βολτάρει, τα πρόσωπα που θέλει να αναθυμάται, τα γεγονότα με τα οποία ασχολείται ξανά και ξανά. Εκεί καταλήγει, εκεί τριγυρνά, εκεί σε παρασέρνει. Εκεί βρίσκει τον ρυθμό και την ανάσα της. Εκεί το βασίλειο της. Και όταν πια κουραστεί ξεμακραίνει και σ’ αφήνει για λίγο στην ησυχία σου. Είναι τότε που είναι μουδιασμένη, συγκεχυμένη, αβέβαιη. Δεν θέλει τίποτα. Φτιάχνει ένα κενό και κάθεται και ξαποσταίνει ή έτσι πιστεύεις. Γιατί όλο και κάτι σου σκαρώνει. Μα ενύπνια, μα παραστάσεις, μα καινούργιες ιδέες, δικές σου τάχα, μα ότι μπορείς να φανταστείς. Συνάμενη - κουνάμενη επανακάμπτει και το παιχνίδι αρχίζει από την αρχή. Αρθρώνει, συλλαβή – συλλαβή, τα λογάκια της και σε πάει όπου θέλει:

- Έτσι να κάνεις
- Αυτό να αποφύγεις
- Θυμάσαι την τάδε;
- Για σκέψου εκείνο
- Ωραία που ήταν τότε
- Έτσι θα γίνει
- Μακάρι να …
- Ωρέ λές;
- Μπααα
- Πλάκα θα ΄χει
- Αν όμως . . .
- Μωρέ πως έγινε και χαθήκαμε
- Τι στον διάβολο έφταιξε και εξαφανίστηκε;

Και άλλα τέτοια πολλά. Είναι άτιμο πράγμα η σκέψη. Ευτυχώς!

19/12/2005

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2005

23 Γιατί για 1 [ΝΚ]

Όταν διαπιστώθηκε ασυμμετρία σε δυο ανάμεσα [για μην να και τον Σκαρίμπα λησμονούμε] του παρόντος εγγραφές και ετέθη ένα γιατί [ως γατί ηδύ] απάντησα ευθύς [και μήτε σχόλιο δεν πήρα]:

01. Γιατί τα γεγονότα μας πετυχαίνουν σε διαφορετικές στιγμές του μυαλού μας
02. Γιατί νομίζουμε ότι μερικά πράγματα τα έχουμε σκεφτεί τόσο που να έχουμε αποφασίσει
03. Γιατί ο καιρός περνά και χάνεται και ποτέ δεν θα μπορέσεις να κάνεις αύριο ότι δεν έκανες σήμερα [κι ας λένε!]
04. Γιατί δεν μου φτάνει η μια φορά τον χρόνο
05. Γιατί η σκέψη πάει παντού
06. Γιατί κάθε SMS ή e-mail που δεν έρχεται είναι μια χαρά που μου λείπει
07. Γιατί για κάποιους ανθρώπους επιθυμούμε να γνωρίζουμε περισσότερα και συχνότερα
08. Γιατί μας κάνει καλό να συναντάμε αυτούς που σκεφτόμαστε και συμπαθούμε
09. Γιατί ο βίος έχει καταντήσει υπόθεση δύσκολη και κάποτε κουραστική
10. Γιατί μερικά απογεύματα είναι δύσκολα
11. Γιατί ακούω μουσική και την πιστεύω
12. Γιατί υπάρχουν κινηματογραφικές ταινίες
13. Γιατί έχω διαβάσει ποίηση
14. Γιατί πιστεύω στις λέξεις και την μαγεία τους
15. Γιατί απογοητεύομαι πιο συχνά από ότι θα ήθελα
16. Γιατί αντέχω την σιωπή όπως άλλοι το ποτό
17. Γιατί μερικές στιγμές επιθυμείς να τις μοιραστείς
18. Γιατί “Καθένας με τον τρόπο του γλυκαίνει την καρδιά του”
19. Γιατί, που να πάρει, η τελευταία φορά θα υπάρξει [και συνεπώς υπάρχει και άσε με να λέω]
20. Γιατί, κακά τα ψέματα, πάντα αναζητούμε το θαύμα [και το θαυμάσιο και το θαυμαστό ομοίως]
21. Γιατί δεν διαλέγουμε εαυτό
22. Γιατί ότι έγραψα, και απάντησα, στο Blog μου ισχύει
23. Γιατί, τελικά, είναι άλλο ένα e-mail και άλλο μία κυρία στα μαύρα

Ούτω.

08/12/2005

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2005

Ημέρες Γιορτής [ΝΚ]

Η γιορτή, ονομαστική είτε γενεθλίων, αποτελεί μια καλή ευκαιρία για να ανανεώσει κανείς, εφαπτομενικά, κάποιες σχέσεις του που πάσχουν. Κυρίως στις ονομαστικές γιορτές δίνεται η δυνατότητα να επικοινωνήσεις και να αναθερμάνεις δίχως να έχεις να δικαιολογηθείς. Δείχνεις στον άλλο ότι τον θυμήθηκες, τον σκέφτηκες, τον αναζήτησες και να! Επικοινώνησες!

Από την άλλη αυτές ακριβώς οι μέρες σου δίνουν την δυνατότητα να γνωστοποιήσεις στον άλλον ότι τον ξέχασες, ότι δεν τον υπολογίζεις ή ότι τον έχεις γραμμένο. Όση χαρά, λοιπόν, σου δίνουν αυτοί που σε θυμούνται, και ξαναπιάνουν το νήμα της σχέσης, τόση απογοήτευση σου δίνουν αυτοί που σε προσπερνάνε. Και υπάρχουν και οι καινούργιες σχέσεις που τέτοιες μέρες με την επικοινωνία [την όποια και όπως] ριζώνουν και δένουν.

Κάθε τέτοια ημέρα, λοιπόν, τρέφω μικρές ελπίδες. Ελπίδες για ένα ντριν, ένα μήνυμα στο κινητό, πέντε λέξεις στο ηλεκτρονικό μου γραμματοκιβώτιο. Συνηθέστατα απογοητεύομαι. Μοιάζει με μερικούς ανθρώπους να είναι πολύ δύσκολο να βρεθούμε και πάλι. Δεν νοιάζονται και δεν επιθυμούν. Όσα μοιραστήκαμε ξεχάστηκαν και πάνε. Είναι δικαίωμά τους απόλυτα σεβαστό. Τα ίδια εξ’ άλλου πράττω και εγώ. Πιθανότατα κάποιους τους απογοήτευσα, τους πίκρανα λίγο. Έτσι είναι και έτσι πάει η ζωή μας. Με τσιμπήματα απογοήτευσης, με σκιρτήματα χαράς, με ελπίδες που διαψεύδονται, με μικρά θαύματα που σκάνε μέσα στην καθημερινότητα και μας κάνουν ευχαριστημένους.

Αφτά!

07/12/2005

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2005

Στιγμές [ΝΚ]

Σήμερα, σε μία γωνία του παλιού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Ακαδημίας:

- Καλημέρα σας κ. Κ.
- Καλημέρα σας δεσποινίς Μ.

Πρόσωπο με πρόσωπο ξαφνικά στις 12+. Ασπροεντυμένη, δίχως γυαλιά, με κάτι πλαστικές τσάντες. Προφανώς πήγαινε σε κάποιο (της) εργαστήριο. Της έτεινα το χέρι. Μια χειραψία έγινε.

- Μου είχες τηλεφωνήσει σπίτι
- Ναι, αλλά εσύ με έγραψες στ’ αρχίδια σου!
- Δεν έχω αρχίδια!

Και αποχώρησε. Ναζιάρικα και θυμωμένα ίσως. Κι όμως, όταν έλεγα “στ’ αρχίδια σου” ήμουν πολύ εμπιστευτικός. Δεν έχει άλλο. 

13/05/80 --> [0429]

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2005

24 Έτη Μετά [ΝΚ]

210381 Νέο Καρλόβασι

Στο οικόπεδο απέναντι ανοίγουν θεμέλια. Εδώ και ώρες ο θόρυβος του κομπρεσέρ. Μια ομίχλη έχει καθίσει στο μυαλό μου. Ο ίδιος ο καιρός είναι συννεφιασμένος. Το στομάχι μου έχει μια αισθητή παρουσία. Δεν έχω να πράξω τίποτα. Θα ήθελα να μπορώ τα πάντα.

Έχω μπροστά μου το 5ο ημερολόγιο. Το ξεφυλλίζω. Μπορώ να γράψω μια ιστορία. Να τη στείλω ή να μη τη στείλω. Αυτό το μπορώ. Μια ιστορία με ημερομηνίες και γεγονότα. Με ημερομηνίες και γεγονότα και αποσπάσματα. Οι δείκτες του ρολογιού μου σπρώχνουν το χρόνο και με συντρίβει. Ότι διαβάζεις είναι η αντίστασή μου.

Έχω μπροστά μου το 5ο ημερολόγιο. Και είμαι γοητευμένος από τη Μιστρά. Οξύ ξάφνισμα όταν λίγες μέρες πριν ανακάλυψα (στο λόχο) ένα γράμμα με αποστολέα μια κοπελιά κάτοικο της Μιστρά (θαρρώ στο 50). Ο δρόμος τινάχτηκε και με τύλιξε. Ο χρόνος και ο χώρος δέθηκαν κι όλα τα βήματα που πάτησα πάνω στη Μιστρά μοιάζει να αντήχησαν. Έτσι δέθηκε η ζωή μας με μερικά πράγματα και είναι δύσκολο πια να ξεχωρίσει. Έτσι δεθήκαμε με μερικούς ανθρώπους και η θύμησή τους μπορεί ακόμα να μας δίνει μια πίκρα. Μια πίκρα που κάθεται παντού όπως η σκόνη.

Αν δε μπορούμε να αλλάξουμε το χώρο και το χρόνο μπορούμε να αιστανθούμε και να αφήσουμε το άπλωμα της σκέψης να μας χαρίσει τη γαλήνη του στοχασμού δεμένη, στην καλύτερη περίπτωση, με τη φλόγα της δημιουργίας. Και δε διαλέγουμε τους ανθρώπους που παίζουν ένα ρόλο στη ζωή μας. Τους ανθρώπους που την κάθε φορά ανακαλύπτουμε να υπάρχουν στα εσώτερα στρώματα της σκέψης μας. Νομίζουμε μερικές φορές ότι τους έχουμε αφήσει πίσω. Πιστεύουμε ότι τους στοχαστήκαμε αρκετά για να τους έχουμε απορροφήσει.

Είναι πάντα εκεί! Ξαφνιζόμαστε όταν σε λίγο ανακαλύπτουμε ατόφιο το σώμα και την υπόστασή τους στη σκέψη μας. Τροφοδοτούν και θρέφουν τη σκέψη μας όταν όλα τα άλλα μοιάζει να αποτυγχάνουν. Μυστηριακά βυθισμένοι στη συναισθηματική μας ζωή μπορούν να είναι η αφετηρία και το τέρμα συγχρόνως. Και είναι τόσο θαυμάσια ταιριασμένη αυτή η ταύτιση ώστε μια ολόκληρη εύφορη έκταση να προσφέρεται την κάθε φορά στο στοχασμό μας.

Αν, λοιπόν, δεν τους διαλέξαμε μπορούμε, ως τόσο, να εκλέξουμε το πως θα τους αντιμετωπίσουμε, αν φυσικά χρειάζεται καν να τους αντιμετωπίσουμε. Διαλέγω να φιλιώσω μαζί τους και να αφήσω γλυκά να με παρασύρει η σκέψη τους. Γλυκά γλυκά μέσα στο συννεφιασμένο απογεματάκι με το κομπρεσέρ απ’ απέναντι να προσπαθεί να με διώξει από το δωμάτιό μου…

"We do not Know very much of the future
Except that from generation to generation
The same things happen again and again
Men learn little from others’ experience

But in the life of one man, never
The same time returns. Sever
The cord, shed the scale. Only
The fool, fixed in his folly, may think
He can turn the wheel on which he turns "


Επιστολή στη Φ.

29/11/2005

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2005

Σχέσεις Πάλι [ΝΚ]

Το λίγο λίγο φτιάχνει το πολύ και πολλοί, επειδή φοβούνται το πολύ, χάνουν και το λίγο.

24/11/2005

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2005

Η και Το [ΝΚ]

Η "σιωπή" και το "σιωπώ" δεν κοινοποιούνται και δεν ανακοινώνονται. Βιώνονται και πληρώνονται.

23/11/2005

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2005

Lady in Black [NK]

Γίνεται. Και στις μεγάλες πόλεις, στις ανοιχτές λεωφόρους, γίνεται. Εκεί. Στ’ ανοιχτά. Ταξιδεύει. Ακινητώ. Έρχεται κατά πάνω μου. Με βλέπει, χαμογελά, σταματά. Γίνεται.

Παρατηρώ. Βλέπω. Μαθαίνω. Εξομολογούμαι. Χωρά και άλλους η σιωπή. Βασανίζουν και άλλους σκέψεις. Ένας εαυτός που θέλει να είναι ο εαυτός του είναι ένας επικίνδυνος εαυτός. Αυτό που χωρά στο τώρα θα ξεχειλίσει στο μέλλον. Για τούτο είναι τόσο λίγα αυτά που χωρούν στο τώρα. Γιατί είμαστε μεγάλα παιδιά, γιατί πρέπει να βλέπουμε πέρα από αυτό που κοιτάμε, γιατί πρέπει να σκεφτόμαστε μέχρι εκεί που μας παίρνει. Ποιος ήταν που είπε: “Μια ιδέα που δεν βρίσκει θέση να καθίσει είναι ικανή να κάνει επανάσταση”;

Ζούμε στις μεγάλες πολιτείες, ταξιδεύουμε μέσα στις σκέψεις μας και στις μεγάλες λεωφόρους. Είμαστε, κάποιες φορές, μεγάλα ιστιοφόρα με όλα τα πανιά ανοιχτά. Μεγάλα, υπερήφανα σκαριά στο πάει τους και μείς καπετανέοι. Μια φορά στο τόσο γίνεται και οι διαδρομές μας τέμνονται. Μπορεί και να το θέλει ο Θεός, μπορεί και να είναι μια σκέτη σύμπτωση. Όπως και να έχει είναι μια καλή γουλιά ευτυχίας. Γιατί ο άνθρωπος είναι απλός. Όπως λέει και ο Σεφέρης:

“. . . χείλια και δάχτυλα που λαχταρούν εν’ άσπρο στήθος”.

Έτσι είναι. Τόσους μήνες μετά. Πόσους μήνες πριν; Και η ζωή μας λιώνει, ξοδεύεται, περνά. Έχουμε να αναστήσουμε τα παιδιά μας, να φροντίσουμε τα σπιτικά και τους γύρω μας. Και ζούμε όπως ζούμε και οι σκέψεις μας ταξιδεύουν και γίνονται. Το έχω γράψει:

Οι σκέψεις μου
Είναι κλωστές
Και φτιάχνουνε
Σχοινάκια
Γύρω
Τριγύρω
Στο λαιμό
Τα μαύρα σου
Ματάκια

Και ας μην είναι μαύρα μερικές φορές!

Να μάθουμε να ζυγίζουμε τις λέξεις. Να βλέπουμε πίσω από αυτές τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο που πάσχει και πασχίζει. Οι λέξεις σμιλεύουν την σιωπή και φτιάχνουν όγκους και αγάλματα. Νησάκια στον ωκεανό της σιωπής είναι τα γραπτά μας. Και ο ωκεανός υπάρχει. Παλεύουμε, λοιπόν, να φτιάξουμε νησάκια. Νησάκια για να ξαποσταίνει το μυαλό και η ψυχή μας. Και, αν είμαστε τυχεροί και ικανοί, το μυαλό και η ψυχή και άλλων. Είναι, λοιπόν, μεγάλη παρηγοριά να γνωρίζεις ότι τα γραπτά σου διαβάζονται. Διαβάζονται και ας μην φυτρώνουν οι σπόροι που σπέρνεις. Ίσως με τον καιρό [που συνεχώς λιγοστεύει].

Κλίμα: Dire Straits / Making Movies / 5o Τραγούδι. Έτσι, για να έχει κάποιο ενδιαφέρον!


15/11/2005

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2005

Τι Θέλει ο Ποιητής να Πει;

Eγγονόπουλος Nίκος

TA BAΣANA THΣ AΓAΠHΣ

Du musst das Leben nicht verstehen,
dann wird es werden wie ein Fest.

R.M. RILKE

Kαθώς ανέμισαν τα μαλλάκια της
έτσι μπροστά στα μάτια
μου
λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά
την είδα
- και την επρόσεξα -
την ωραία
νεαρή
κόρη

με συνεκίνησε
η αρμονία
των κινήσεών της
η ραδινότης των μελών
του κορμιού της
η γοητεία του βλέμματός
της
η απαλή στρογγυλάδα
των μαστών της
η όλη χάρη τέλος
που ανεδίδετο
από το
κομψό
ολόδροσο
πλάσμα

κι' αμέσως σκέφτηκα
- και "φιλοσόφησα" -
ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον
που μπορεί κάποτε
- μα είμαι βέβαιος -
να υποφέρη
μαρτυρικά
να δυστυχήση
σα θα φαντάζεται
πως έχει σκέψη
κι' έχει ψυχή
το τρυφερό
το αιθέριο
το
πλασματάκι

και να ματώνη η καρδιά του
ν' απελπίζεται
ως θ' αποδίδη
έστω και
κόκκο νου
στ' ολότελα
άδειο
μικρό
κρανίο


10/11/2005

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2005

Ιστορίες Μικρές [ΝΚ]

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες παλιές που λίγοι τις θυμούνται. Μικρές ιστορίες ανθρώπινες και ξεχασμένες για έλξεις και αγάπες μικρές και αισθήματα που παραστράτησαν. Υπάρχουν τέτοιες ιστορίες θαμμένες κάτω από άλλες μεγαλύτερες και καταπληκτικές που ευτύχισαν και γίνηκαν ορόσημα για τους τυχερούς που τις ζήσανε. Μικρές ιστορίες που όσο ο χρόνος περνά όλο και μικραίνουν. Τόσο που στο τέλος μένει ένας μικρός σκληρός πυρήνας. Σκέτο το γεγονός της σχέσης δίχως χρόνο, πια, και δίχως τόπο. Ένας μικρός σκληρός πυρήνας που μπορεί και να σε πονά κάθε φορά που τον αγγίζεις. Κάθε φορά που ένα συμβάν ή μια συνάντηση θα τον βγάλει στην επιφάνεια και το φως.

Μα πως είναι έτσι οι σχέσεις των ανθρώπων; Πως λησμονούμε, πως αλλάζουμε μονοπάτια, πως εγκαταλείπουμε αυτά που κάποτε ποθήσαμε; Πως αφήνουμε τα όσα επενδύσαμε σε σκέψεις, αισθήματα, τρυφερότητα και πόθο να μαραζώσουνε και να μαραθούνε; Γιατί στην πρώτη δυσκολία αλλάζουμε πορεία και άλλα ζητάμε και πράττουμε αλλιώς; Και έτσι πάει η ζωή μας να σκεφτόμαστε το τι και το πώς με όρους του αν και του ίσως. Υπάρχουν κάποιες ιστορίες μικρές, παλιές, ξεχασμένες. Ιστορίες που ανασαίνουν δύσκολα. Ιστορίες που μάχονται να κρατηθούν σε μια γωνίτσα του μυαλού μας. Σβήνουν, μικραίνουν, εκμηδενίζονται. Περνά ο καιρός και αλλάζουν, μεταμορφώνονται, αφομοιώνονται και γίνονται κομμάτι της συμπεριφοράς και του εαυτού μας. Πουθενά πια ο χρόνος τους. Πουθενά πια ο τόπος τους. Είναι, όμως, εκεί. Στο μυαλό. Προσμένουν ένα κάλεσμα για να εμφανιστούν και να θυμίσουν.

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες μικρές. Ιστορίες δικές μου για τις οποίες έχω κείμενα, ήχους και εικόνες. Υπάρχουν κάποιες ιστορίες μικρές για τις οποίες δεν γνωρίζω γιατί στράβωσαν έτσι. Δεν θέλω πια να το ψάξω. Δίνω την δική μου ερμηνεία και θέλω να πιστεύω ότι δεν αδίκησα και ότι δεν απογοήτευσα περισσότερο από ότι απογοητεύτηκα και αδικήθηκα. Υπάρχουν τέτοιες ιστορίες που άλλοτε με πικραίνουν και άλλοτε με γλυκαίνουν. Ιστορίες μυστηριακά παρούσες στην καθημερινότητα της ζωής μου. Υπάρχουν, τέλος, κάποιες ιστορίες που όσο μικρές και όσο ξεχασμένες κι αν είναι δεν θα χωρέσουνε ποτέ σε μια σκέτη “Καλημέρα”.

01/11/2005

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2005

Δεν Είναι Μόνο [ΝΚ]

Δεν είναι μόνο η “Αίθουσα των Μετρητών” [εγγραφή της 12 Μαρτίου 2005]. Υπάρχει και η παράλληλη σκέψη της “ογκοποίησης”. Θέλω να πω ότι συλλογίζομαι συχνά τα ίχνη που θα μπορούσε να αφήσει το σώμα στις μετακινήσεις και τα ταξίδια του. Ας πούμε ότι για την παραμικρή του μετακίνηση αφήνει στην προηγούμενη θέση του, πάντα και συνεχώς, ένα τρισδιάστατο περίγραμμα του. Έτσι θα μορούσαν να προκύψουν “ογκοποιημένες” όλες οι διαδρομές και τα ταξίδια μας. Με μια ματιά θα βλέπαμε τους χώρους στους οποίους έχουμε υπάρξει. Που σταθήκαμε, που βαδίσαμε, που ταξιδέψαμε. Σκεφτείτε την εικόνα που θα μπορούσε να προκύψει από ένα αεροπορικό ταξίδι. Μου αρέσει!

Κι ακόμα, και προχωρώντας το κι άλλο, θα μπορούσαμε να έχουμε χρωματισμούς ανάλογους της ψυχικής μας διάθεσης. Κόκκινο για την χαρά, μαύρο για την λύπη και όλα τα ενδιάμεσα για τα ανάμεσα ή τα πάρα πέρα για τα εκτός. Μια πανδαισία χρωμάτων, ένας λαβύρινθος όγκων, μια χαρτογράφηση τόπων και χώρων με το κορμί. Τα πολυπατημένα μονοπάτια και οι μοναδικές διαδρομές. Ανάμνηση αγαπημένων χώρων και ξεχασμένων διαδρομών. Προσθέστε τώρα και τη δυνατότητα για επιλεκτική “ογκοποίηση” διαδρομών και άλλων ανθρώπων και βγάλτε συμπέρασμα! Μιλάμε, πλέον, για μια γεωγραφία της μνήμης. Προσθέστε ημερομηνίες, φωνές, γεύσεις, σκέψεις και έχετε γυρίσει πίσω. Η ζωή από την ανάποδη.

Έτσι!

18/10/2005

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2005

Γιατί δεν [ΝΚ]

Μερικά μηνύματα έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις. Απρόσμενα, λοιπόν, και με λόγο αποσπασματικό και εμφανές το άγχος έφθασε ένα τέτοιο στο [e] γραμματοκιβώτιο μου. Ο αποστολέας αναγνωρίζοντας, ίσως, τους αδύναμους πλέον δεσμούς της σχέσης αυτοβούλως την υποβαθμίζει, από την πρώτη του πρόταση, από “φιλία” σε “γνωριμία”. Άγχος, έλλειψη χρόνου, κούραση, προβληματισμός.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το αν το κείμενο αυτό με αφορά [μόλις δυο μικρές ερωτιματικές προτάσεις για την διάθεση και την υγεία μου]. Μοιάζει περισσότερο με κείμενο εκτόνωσης για ιδία χρήση. Αναφερόμαστε και περιγράφουμε το “κακό” για να του δώσουμε μορφή και να το ξορκίσουμε. Τόσο καιρό μετά την παραμικρή επικοινωνία τέτοια εγχειρήματα είναι πραγματικά δύσκολα. 

Η πρώτη αντίδραση ήταν: “Βρε, τι υποφέρει ο άνθρωπος!” και να στρωθώ να γράψω μια απάντηση. Όμως, όπως το έχω ήδη γράψει, βαρέθηκα τις φροντισμένες απαντήσεις που δεν καταλήγουν πουθενά. Τι νόημα θα είχε η ψευδαίσθηση της παράτασης της ζωής μιας σχέσης ουσιαστικά ανύπαρκτης; Για να “επικοινωνήσουμε” και πάλι δύο ή τρεις μήνες μετά ή για να πιστεύουμε ότι κάτι κινείται εκεί όπου δεν υπάρχει κίνηση; Και τι αξία έχουν οι σχέσεις που αδυνατούν να συντηρήσουν έναν στοιχειώδη ρυθμό;

Από την πλευρά μου είμαι ήσυχος. Για την συγκεκριμένη σχέση και είπα και έκανα και έδωσα. Πενιχρό το αποτέλεσμα διότι, βεβαίως, η ζωή, οι υποχρεώσεις, το τρέξιμο, το άγχος, η έλλειψη χρόνου και άλλα τέτοια γνωστά. Οι άνθρωποι τρώνε ψωμί κι οι σχέσεις τα ψωμιά τους!

Καμιά φορά οι απαντήσεις υπάρχουν εκεί που δεν το γνωρίζουμε. Έτσι και τώρα. Έστω και αν πρόκειται για έμμεση απάντηση αν διαβαστεί από τον ενδιαφερόμενο [και δεν είναι απίθανο] θα μπορούσε να λύσει κάποιες απορίες και να εξηγήσει τη στάση μου. Όπως και να έχει εύχομαι από καρδιάς να αποκατασταθεί η τάξη στη ζωή του το συντομότερο δυνατό και με το μικρότερο, πάντα, κόστος.

10/10/2005

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2005

Ενύπνιο ΔΦικό [ΝΚ]


Από ποια μονοπάτια έρχονται στα ενύπνια μας άνθρωποι με τους οποίους το νήμα της σχέσης έχει κοπεί ή έχει ξεφτίσει; Σήμερα, τόσο καιρό μετά, με τρυφερότητα και αγγίγματα που ποτέ δεν είχαμε βιώσει. Αν “οι ευθύνες αρχίζουν από τα όνειρα” πόσο λεπτή μπορεί να είναι η θέση μας; Και το ενύπνιο; Αφορά και τον άλλο ή όχι; Μας δίνει το πρόσχημα, ή και το δικαίωμα, να αναζητήσουμε, να επικοινωνήσουμε, να αναθερμάνουμε; Και τι νόημα έχουν όλα αυτά στον “κουφό” και ψυχρό και ανάλγητο κόσμο που ζούμε;

Γιατί θα πρέπει να προσμένουμε τα ενύπνια για να ξυπνήσουμε; Γιατί δεν αρπάμε το τηλέφωνο να μιλήσουμε και να πούμε και να κάνουμε; Όλα μοιάζει να είναι δύσκολα και ο εγωισμός μας βασιλιάς. Φοβόμαστε την διάψευση, την απόρριψη, την αδιαφορία. Με εκνευρίζει η ταχύτητα με την οποία αυτά τα ξαναζεσταμένα φαγητά κρυώνουν. Σαν να μη τα ζέστανες ποτέ ή, σαν να τα ζέστανες μόνο και μόνο για να πάρεις την απόφαση να τα πετάξεις μιας και δεν σηκώνουν άλλο ζέσταμα πια. Αν δεν “μαυρίσει το αίμα”, αν ο άλλος δεν σε λαχταρίσει, αν δεν θελήσει να σε δει και να σε ακούσει έχει νόημα, με αφετηρία ένα σου ενύπνιο, να τρέξεις να του πεις:

- Χαθήκαμε αλλά είμαι εδώ και θέλω πάλι να βρεθούμε

Και τι θα νιώσει, τι θα καταλάβει, τι θα πει;

Μπαα! Θα προσπεράσω. Ουδέν θα πράξω. Θα μείνει ο γλυκασμός του όνειρου και η στοναχή της καθημερινότητας μέχρι να “μαυρίσει το αίμα” και με τρόπο μαγικό, αν και εφ' όσον, ο ένας να αναζητήσει τον άλλο.

05/10/2005