Κυριακή 19 Μαρτίου 2006

Συγκέντρωση Νεολαίας Εν Έτη 1978 [ΝΚ]

Όταν κάποιος γράφει είναι αναπόφευκτο να ξεχωρίζει κάποια κείμενά του. Κείμενα τα οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι και από τα καλύτερά του. Ένα τέτοιο ξεχωριστό, για εμένα κείμενο, επιθυμώ να μοιραστώ σήμερα, βραδάκι Κυριακής, μαζί σας. Ίσως δεν είναι από τα καλύτερα αλλά, τώρα πια, όταν το διαβάζω μου κλέβει χαμόγελα. Το κείμενο γράφτηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1978. Ώρα της καλή της Κ. όπου και να είναι, ότι και να κάνει.

Μα τι έχω πάθει; Αυτή τη στιγμή, ακριβώς αυτή τη στιγμή, το μυαλό μου μοιάζει να μην δέχεται την παραμικρή αγάπη για την Κ.. Βέβαια την συνάντησα, το Σάββατο που πέρασε, και στον δρόμο της τα έψαλα και γίνηκα χάλια. Και, σαν συνήθως, με άκουγε σιωπηλή. Και. Και.
Και χωρίσαμε το 86 εκείνη το 172 εγώ παίρνοντας σαν που το θέλησε. Και μου τηλεφώνησε δυο ώρες μετά και πως με αγαπά μου είπε. Και δύο ώρες πάλι περίπου μετά το ίδιο πάλι. Και ο πατήρ της της ομίλησε και λιγουλάκι δίκαιον της το, μα τον Δία, παραχώρησε.. Και κάντε, της είπε, υπεμονή ότι η μήτηρ σας αυτά! Και μου λέγει η Κ.: “Θα με πάγει ο πατήρ μου με το όχημα της οικογένειας σε μια της Σοσιαλιστικής Πορείας συγκέντρωση νεολαίας (τσ... τσ)”.
Τώρα η Κ. από παλαιά μου είχε πει περί την συγκέντρωση το “Σάββατο στις 8” και της είπα “Ε! Πήγαινε!”. Και εγώ ήμουν αφελής και ΄κείνη θρασεία. Ότι εγώ νόμιζα στις 8 το πρωί (μια ζωή άσχετος περί την υψηλή λειτουργία της πολιτικής εν Ελλάδι - περί αυτού βλέπε κατωτέρω επίσης) και ΄κείνο, το άτιμο, εννοούσε στις 8 το βράδυ. Και πηγαίναμε που πηγαίναμε άριστα στην μεταξύ μας σχέση ήθελε να δώσει και χέρι βοηθείας στην πολιτική ζωήν του τόπου και να μου κλειστεί μα 5-10 μπουνταλάδες και ανόητες σε μια αίθουσα και παφ-πουφ τα σιγαρέτα και τούτοι οι αφιλότιμοι να συζητούν σοβαρά-σοβαρά περί “λαϊκές μάζες”, “μαζικότητα του κινήματος”, “Κυπριακό”, ίσως, και άλλα τέτοια πολλά.
Ήγουν, αυτή η υγιώς ερωτεμένη με ΄μένα κοπέλα ευγενικά-ευγενικά ζητούσε να μην το Σαββατοκύριακο συναντηθούμε. Διότι η καλή της η μαμά (να πούμε και ΄κάνα αστείο να σκάσει το χειλάκι σου ΄κάνα χαμόγελο απογονάκο μου...) θα της έλεγε “Κόρη μου, χθες επάξια ασχολήθηκες με τα προβλήματα του τόπου φροντίζοντας πάση δυνάμει (και βλακεία) για εν καλύτερο δημοκρατικό αύριο. Τώρα, κάτσε μέσα ν’ ασχοληθείς με ημάς τους γονείς σου και τα των μαθημάτων σου”. Κατόπιν των στρογγυλών τούτων λόγων, όπως μαντεύετε, μπουκάλα εγώ.
Τώρα θα μου πεις: “Ρε κερατά, πλεονέκτης είσαι! Δεν την είδες, μήπως, το προηγούμενο Σάββατο μαζί με τον Κ. και την προηγούμενη Πέμπτη με την Σ.;”. Ναι! Το ομολογώ! Θα πρέπει εγώ, ως τίμιος άνδρας, να ομολογήσω (και σε παρένθεση κρυφή και μυστική: σκατά!). Ναι! Πάμε παρακάτω. Όμως των ειδικών λόγω συνθηκών και επειδή θα οι γονείς της πήγαιναν να την πάρουν σκέφτομαι, βλακωδώς, και λέγω:
“Πήγαινε χρυσούλα μου να ξεσκάσεις και συ που όλη μέρα κάθεσαι μέσα και μόνο βλέπεις ΄μένα”.
(Θέλει και ο έρως τα διαλείμματά του γιατί το πάρα Κυρ-ελέησον το βαριέται κι ο Θεός...). Προηγουμένως, όμως, της εξηγώ μετά επιχειρημάτων και εικόνων τα περί του πιο πάνω “θράσους”.
Και κλείνουμε τα τηλέφωνα μας να πάει η καημένη η κοπέλα, που βέβαια έχει πρόβλημα σοβαρό με την μαμά της και δεν μπορεί να βγαίνει και δεν γίνεται να συναντιόμαστε και πρέπει για να συναντιόμαστε να είναι και τρεις φίλοι της αντάμα να μας κρατούν φανάρια, πάει τέλος πάντων ένα γλυκό Σαββατόβραδο καλή, και στολισμένη υποθέτω, σε μια σοβαρή ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΝΕΟΛΑΙΑΣ. Θεοί! Γιατί δεν καταργείτε την ερωτική πράξη να βάλετε στην θέση της “Συγκέντρωση Νεολαίας” να φκιάξει ο κόσμος;
Εγώ, σαν τίμιος ερωτεμένος, κάθομαι μέσα και πλαντάζω Σάββατο βράδυ και διαβάζω “Μεταφορά και Διανομή Ηλεκτρικής Ενέργειας” του κ. Παπαδιά. Άκουσον άκουσον. Και σκέφτομαι, βλάκας σαν κάθε ειλικρινά ερωτεμένος, να κάνω και περαιτέρω θυσίες, συνώνυμο του “Μαλακίες”, για το καλό της σχέσης μας και της ηρεμίας της οικογένειας Κ. (Αχ! Αυτή η μαμά σας...). Και να με έχει πει η Κ.: “Θα σε πάρω από την Αθήνα να δεις, τζογούλα μου, τι έρωτα αφράτο σε έχω ΄γω”. Αλλά δεν με παίρνει τηλέφωνο κι εγώ βάνω τις πυτζάμες μου και γιομάτος ηρωισμό και θάρρος και πράσινες ελπίδες βουτώ στο κρεβάτι μου σίγουρος για το κοινό αύριο. Και το πούστικο έρχεται και ξημερώνει.
Και με τηλεφωνεί η Κ., περί ώρα 9 το πουρνό, και η μαμά μου με ξυπνά. Πήγαν οι γοναίοι της στο Κ. και για τούτο με παίρνει και σε λίγο με λέγει (γεμάτη κοριτσίστικη χάρη και τρυφερότητα και νάζι):
- Ξέρετε; Χθες στην “Πορεία” είμαστε μονάχα 5-6 και πήγαμε σινεμά στον Σαρλώ στην “Όπερα” και μετά τηλεφώνησα και ήλθαν οι γονείς μου και με πήραν.
Αμέ! (αυτό δικό μου). Να κορίτσι, να μάλαμα. Τέτοια κοπέλα αν σ’ αγαπάει, με τέτοιο και τόσο τρόπο, τι τους θέλεις τους εχθρούς. Αλλά, ας μην ξεχνάμε την συνταγή:
Η μαμά της έχει σπασμένα νεύρα.
Δεν γίνεται να συναντιόμαστε χωρίς φόβο.
Ο μπαμπάς της της μίλησε και της είπε...
Πρέπει για λίγο καιρό (δεν μου είπε πόσο) να κάνουμε υπομονή.
Πρέπει...
Πρέπει...
Αλλά για φαρσοκωμωδίες πολιτικές συγκεντρώσεις χωρίς την επιτήρηση των γονιών της έχει και δυνατότητα και καιρό. Γιατί, βλέπεται, ο πατέρας της θα ρώταγε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού να μάθει τι έκανε η κόρη του όσο την άφησε στην Αθήνα. Συνδικαλιζόταν ή ήταν μαζί μου; Αφήνω που ο άνθρωπος, λογικά, θα έπρεπε να υποθέσει ότι η Κ. ήταν μαζί μου... Εκείνη όμως προτίμησε να σταθεί υπόδειγμα αρετής, ήθους και βλακείας...
Εννοείται ότι ξέσπασε μπόρα ότι γίνηκα “σκληρός”, “κυνικός”, “είρωνας”, “υπερβολικός” και όλα τα σχετικά. Γίνηκαν 5-6 τηλεφωνήματα χθες και τελικά ισορροπήσαμε και αγαπηθήκαμε. Και ξύπνησα σήμερα άκεφος και πικραμένος, τόσο πολύ πικραμένος.. . . Όλα είναι σαν να ράγισαν, σαν να σπάσανε. Είναι έξω από ΄μένα που μοιάζει να μην την αγαπώ αυτές τις στιγμές και δεν μπορώ να το συγκρατήσω. Είμαι πολύ πικραμένος. Κύριε βοήθει...

19/03/2006

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2006

Ηλεκτρονικά Ημερολόγια [ΝΚ]

Οι έτοιμοι τόποι όπου μπορείς να πλησιάσεις και να δεις. Μια βιτρίνα με έκθεμα τον εαυτό μας. Και οι άλλοι, οι “φίλοι”. Αυτοί που δεν έχουν τρία λεπτά καιρό να σταθούν μπροστά στη βιτρίνα, να διαβάσουν μια εγγραφή. Δεν προλαβαίνουν, λένε, πνίγονται. Μα για ποιους γράφουμε λοιπόν; Για τους περαστικούς μήπως; Σε ποιους, τέλος πάντων, “εξηγούμε” τον εαυτό μας; Γιατί δεν έρχονται; Γιατί δε μας γεμίζουν σχόλια, αναμνήσεις, αναφορές, γλυκά λόγια; Τόσο βιαστικοί πια; Τα γράφουμε, τα λέμε, τα στολίζουμε, τα εκθέτουμε. Προσμένουμε το φίλο να κοντοσταθεί, να αναθυμηθεί, να μοιραστούμε. Μπααά. Χαμένοι στο διάστημα, και αυτοί και εμείς. “Ουδέν ουδενί συμβαίνει, ο ουχί πέφυκε φέρειν” [Εις ουδένα συμβαίνει τι το οποίον να μη δύναται, ως εκ της φύσεως του, να υποφέρη. Μετάφραση: Felix De Giorgio, για την Μ.]. Αλλά πως βαστιέται τέτοιος “εξευτελισμός”; Να κραυγάζεις. Για σας γράφω. Για σας μοχθώ. Για σας είμαι. Κι αυτοί τίποτα. Στ’ ανοιχτά και να χάνονται. Μονάχα οι κορυφές από τ’ άσπρα πανιά τους στον ορίζοντα. Φευγάτοι. Απόμακροι. Διστακτικοί. Μίζεροι, στο κάτω-κάτω. Ούτε ένα μικρό επιφώνημα χαράς. Ούτε ένα γελάκι ευχαρίστησης. Ούτε ένα πατ-πατ στην πλατούλα. Έχουν άλλα αυτοί σοβαρότατα να ασχοληθούν. Έχουν δουλειά, καριέρα, υποχρεώσεις. Ούτε ένα πέρασμα λοιπόν. Ούτε ένα γεια. Και οι τόποι υπάρχουνε. Γεμίζουν. Ασφυκτιούν. Και έρχονται οι άγνωστοι και σου χαμογελούν και σου λένε γλυκά τίποτα. Γλυκαίνουν την ψυχή σου. Και οι άλλοι τίποτα. Τους το είπες. Τους το έγραψες. Τους το θύμισες. Δε βαριέσαι. Έχουν άλλα αυτοί. Έχουν τα δικά τους που τρώνε τα δικά σας [αν υπήρξαν ποτέ]. Έτσι πάει η ζωή μας. Με πνιγμένες φωνές, με μικρές ελπίδες, με αναπάντεχες επισκέψεις. Με e-mail που ταξιδεύουν και φτάνουν. Με e-mail που δεν γράφονται ποτέ. Με θέλω που έμειναν μισά και άλλα που θεριέψανε. Κι εμείς γράφουμε-προσπαθούμε-γράφουμε. Για τους φίλους μας. Γι’ αυτούς που ήταν. Γι’ αυτούς που είναι. Γι’ αυτούς που θα. Όσοι και όπως. Ξόβεργες στήνουμε να πιάσουμε πουλάκια. Γλυκόλαλα και άφαντα πουλάκια.

17/03/2006

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2006

Περί Ατοπημάτων [ΝΚ]


Ένα ατόπημα στην αρχή υποθηκεύει το μέλλον.
Ένα ατόπημα στο τέλος αμαυρώνει το παρελθόν.
Ένα ατόπημα στην απογείωση εκτρέπει την σχέση.

16/03/2006

Τετάρτη 15 Μαρτίου 2006

Στη Μ.


Φθέγξομαι οις θέμις εστί· θύρας δ’ επίθεσθε βέβηλοι.


Ορφέας, D-K. B. 7.

0131. Τούτο το Μήνα [ΝΚ]

Δε λέω, καλά είναι τα τραγούδια των άλλων, τα ξενόγλωσσα. Καλά κι αγαπημένα. Χιλιάδες έχω από αυτά. Εκατοντάδες είναι αυτά που μου αρέσουν. Δεκάδες αυτά που με συγκινούν και με ταξιδεύουν. Από το “She Came In Through The Bathroom Window” των Beatles μέχρι το “La Nuit Est Sur La Ville” της Francoise Hardy ή το “Ma Che Freddo Fa” της Nada. Όλα καλά και άξια και αγαπημένα. 

Αλλά τα τραγούδια στην μητρική γλώσσα είναι άλλο πράγμα. Πάνε πιο κάτω. Αγγίζουν πιο βαθιά. Σε σηκώνουν ψηλά και σε ανασταίνουν. Δεν υπάρχουν, για την ψυχή μου, Βρετανοί Χαΐνηδες, δεν υπάρχει Γάλλος Ξυδάκης, δεν υπάρχει Ιταλός Χατζιδάκις.

Τα έχω καταφέρει και έχω αποκτήσει περισσότερα από όσα μπορώ να “καταναλώσω”. Περισσότερους δίσκους από όσους προλαβαίνω να ακούσω, περισσότερα βιβλία από όσα προλαβαίνω να διαβάσω, περισσότερες ταινίες από όσες προλαβαίνω να δω. Καταναλωτική μανία; Σημεία των καιρών; Κακομαθημένος, άπληστος δυτικός; Λίγο απ’ όλα και όλα μαζί. Έτσι, πάντως, αρχίζουν οι εκπτώσεις και χάνει κανείς “πράγματα” στον ήχο, το κείμενο ή την εικόνα.

Το άλμπουμ “Ρίζα της Φωτιάς” του Βασίλη Σκουλά το είχα αποκτήσει από τον Αύγουστο του 2005 και το είχα ακούσει εντελώς επιφανειακά. Το “ανακάλυψα” πριν λίγες μέρες και γοητεύτηκα. Καθαρή μελωδική γραμμή, σοβαροί στίχοι, καλή ερμηνεία. Ξεχώρισα το τραγούδι “Τούτο το Μήνα”. Μου αρέσει η κρητική λύρα που κυριαρχεί, η μελωδία του, οι στίχοι, η ερμηνεία του Σκουλά με την ιδιαίτερη κρητική προφορά. Μου αρέσει που ακούγονται οι δακτυλισμοί του λυράρη, τα γυρίσματα, οι λέξεις που χρησιμοποιεί, το ύφος του τραγουδιού εν όλω.

Λοιπόν:

ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΑ

Τούτο το μήνα τον αποπάνω
Τον αποπάνω τον παραπάνω
Αητός εβγήκε να κυνηγήσει
Να κυνηγήσει και να γυρίσει
Δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια
Μόνο εκυνήγα δυο μαύρα μάτια

Μαύρα μου μάτια κι αγαπημένα
Και πως περνάτε χωρίς εμένα
Μαύρα μου μάτια κόκκινα χείλη
Έβγα μικρή μου στο παραθύρι
Να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι
Να δεις το νέο που θα σε πάρει

Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω
Δε μου βολεί να κουβεντιάζω
Πανάθεμά το και το γαϊτάνι
Κι απού το πλέκει κι απού το βάνει
Πανάθεμά το και το γαϊτάνι
Κι απού το πλέκει κι απού το βάνει


Γαϊτάνι: (το) ουσ. μεταξωτό κορδόνι για τη διακόσμηση φορεμάτων


15/03/2006

Τρίτη 14 Μαρτίου 2006

Ένα Τραγούδι Ακόμα [ΝΚ]

Εδώ και μέρες κολλημένο στο μυαλό μου το “She Came In Through The Bathroom Window” των Beatles. Κολλημένο σαν μελωδία και σαν ρυθμός. Από τα αγαπημένα μου του Abbey Road κόλλησε και δε λέει να ξεκολλήσει. Τα γυρίσματά του, τα φωνητικά του. Όλα. Να ξυπνάς και να ξετυλίγεται στο [και από το] μυαλό σου. Θολωμένος ακόμα κοιτάζω το παράθυρο του μπάνιου. Κλειστό. Πως στο καλό;” αναρωτιέμαι. Κι όμως. Από κάπου μπήκε. Για να δούμε πως θα τελειώσει και ποιο, βεβαίως, θα είναι το επόμενο.

She Came In Through The Bathroom Window

She came in through the bathroom window
Protected by a silver spoon
But now she sucks her thumb and wanders
By the banks of her own lagoon

Didn't anybody tell her?
Didn't anybody see?
Sunday's on the phone to Monday,
Tuesday's on the phone to me

She said she'd always been a dancer
She worked at 15 clubs a day
And though she thought I knew the answer
Well I knew what I could not say.

And so I quit the police department
And got myself a steady job
And though she tried her best to help me
She could steal but she could not rob

Didn't anybody tell her?
Didn't anybody see?
Sunday's on the phone to Monday,
Tuesday's on the phone to me
Oh yeah.

14/03/2006

Κυριακή 12 Μαρτίου 2006

Καρλόβασι και Πάλι [ΝΚ]


31 Μάη 81 à 649 ΤΕ (1ος Λόχος)

Προσπαθώ να ξεκινήσω ένα γράμμα. Αποτυγχάνω. Σήμερα μεσημεράκι δυο φωτογραφίες σου. Με βασανίζουν. [Πονοκέφαλος. Τα μάτια πονούν. Κάψουλες από χθες]

Γνωρίζω σε τι χώρους κινείσαι. Τι μαντεύεις για τους εδώ δικούς μου; Δεν έχω ανθρώπους να συνεννοηθώ. Απέναντί τους εκτιμώ τον εαυτό μου υπερβολικά. Δε θέλω. Διαβάζω πολύ. Κοιτάζω τις γραμμές των βουνών. Τις ρυτίδες της θάλασσας. Είμαι.

Σε πενήντα μέρες Αθήνα. Έχω φίλους. Η ζωή μου απ’ την αρχή. Θα προσπαθήσω.
Θέλω να σου τηλεφωνώ. Το αφήνω. Με οργίζει η σκέψη ότι θα γίνω αποδεκτός. Μετά;
Τηλεφώνημα. Αποτυχία. Δε ξαφνίστηκα. Λυπήθηκα.
- Και γιατί να στεναχωριέμαι;
Έχω το “χρόνο” που δεν έχει. Θα της γράψω. Θα τηλεφωνήσω. Το πρόβλημα ο χώρος. Η συνύπαρξη.

Προχώρησα:
- Και τι έχω κάνει γι’ αυτήν; Τι έχω δώσει;
Τίποτα. Οκτώ χρόνια τώρα. Μια πηγή έμπνευσης. Στον πνευματικό μου Γολγοθά ένα αστέρι. Ποιήματα, εικόνες, ατέλειωτοι μονόλογοι, πλάτεμα της νόησης. Όρια που μετατοπίζονται. Αυτογνωσία. Σκέψεις. Σκέψεις. Σκέψεις. Πάντοτε παρούσα.

Προερωτευμένος. Αόριστα. Δεν ήξερα να ζητήσω. Δε σκέφτηκα να διεκδικήσω. Δύναμη στις φλέβες που αρκούσε. Μάθαινα. Βυθιζόμουνα. Πονούσα. Ο ποιητής διαλέγει να χάνει. Στάθηκες η αφορμή. Και η αιτία;

Έφτιαξα μια εικόνα. Δεν τη ξεπέρασα. Στον “Απότσο” ράγισε. Είδα τον άνθρωπο. Γοητεύτηκα.
(Ιδρώνω. Ρίγη. Ίσως πυρετός.)
Φωτογραφία. Αυτό το δέρμα του προσώπου. “Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά.”

Δεν είχα να ζητήσω. Ήταν απάνθρωπο. Και τώρα. Δεν ξέρω. Δε μ’ ενδιαφέρει. Φτάνει που υπάρχουμε. Ζυμωμένη με τη σκέψη μου. Ένα κομματάκι του εαυτού μου.

Δε διάλεξα. Σε συνάντησα.

Θα ξαναγυρίσω

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2006

Κείμενο [ΝΚ]

Καταπιάνομαι να γράψω δυο-τρεις φράσεις. Δε γνωρίζω πως γίνηκε και μετά το βραδινό τηλεφώνημά σου η καρδιά μου βάρυνε. Σαν κάτι να χάλασε στην αρμονία του κόσμου. Άκουσα πάλι τη φωνή σου να σκληραίνει και τέλος να σπάζει. Δε μιλώ για να σε τρομάζω, δε γράφω για να σε τρομάζω. Πάλι και πάλι αισθάνομαι την ανάγκη να ζητώ τη συμπάθεια σου γι’ αυτό που είμαι και για τον τρόπο που παρουσιάζομαι να είμαι. Πάλι και πάλι αρχή και τέλος. Γράφω μονάχα για να σκορπίσω το χρόνο που περνά μέσα μου, να τον απαλύνω. Γράφω κάνοντας μια προσπάθεια όμοια μ’ αυτή που συμβούλεψες την Ξένη. Θυμάσαι;
Τώρα ζητώ πάλι τη συμπάθεια σου που αυτή η γραφή θα φτάσει στα χέρια σου. Κάθε ζωή έχει μια υπέροχη μοναδικότητα κι εμείς πρέπει να την ανακαλύψουμε με κάθε κόπο και κάθε μόχθο που από μέσα μας μπορούμε να προσφέρουμε. Κάθε κομματάκι ζωής με τη μοναδικότητα των δυνατοτήτων και την αρμονία του, κάθε κομματάκι με τη δικαιοσύνη του. Σου έχω μιλήσει για το πόσο είμαι ανυπόμονος. Φορές που αισθάνομαι μια εξακοντισμένη βούληση μια εξακοντισμένη ανάγκη. Έτσι και τώρα. Και δε γνωρίζω προς τα που. Αισθάνομαι μονάχα ότι είμαι εξακοντισμένος, ότι κάπου τείνω. Καιρό τώρα βλέπω τη ζωή τη γύρω μου σαν μια σκηνή τεράστιου θεάτρου. Μ’ όλη μου τη προσοχή παρακολουθώ το έργο που παίζεται και που εγώ ο ίδιος παίζω.
Προσπαθώ να εκτιμήσω τις αποστάσεις ανάμεσα στις καρδιές, ανάμεσα στα σώματα των ανθρώπων. Προσπαθώ να μαντέψω το αντίκρισμα των λόγων και των κινήσεων τους. Προσπαθώ κι όσο περισσότερο τόσο θαρρώ πως αστοχώ. Όπως είναι αδύνατο να εκτιμήσουμε την πραγματική απόσταση των άστρων όμοια είναι αδύνατο να υπολογίσουμε αυτά που σου μιλώ.
Οι ψυχές μας βγάζουν κάτι χεράκια ροζ να κρατηθούν. Κλαίνε και κανείς δε φαίνεται να τις προσέχει. Η χαμένη τελειότητα πάλι και πάλι φαίνεται να περνά στο βάθος ανίκανη πια να μας κάνει ν’ ανακαλέσουμε τους χαμένους παράδεισους στη μνήμη μας. Όμως τα πάντα τη δικαιοσύνη τους. Και η ζωή μας. Η δική σου και η δική μου. Αυτές που πάμε να τις καταστήσουμε παράλληλες σε μία ύστατη προσπάθεια να τις ταυτίσουμε. Το παραμικρότερο κάθε τι που ζητά την αγάπη μας, τη συμπόνια μας, την κατανόησή μας, τέλος. Κι εμείς βιαστικοί και αδιάφοροι που προσπερνάμε φεύγοντας. Οι ζωές οι άλλες που μας ξεφεύγουν. Αυτές που ανασαίνουν γύρω μας χωρίς ποτέ να στυλώσουμε πάνω τους ένα μάτι αγρύπνιας. Γιατί όχι; Οι ζωές των γονιών και των αδελφών μας. Πόσο πλησιάζετε μια ζωή, πόσο ταυτίζεται μ’ ένα κομμάτι λόγου, μ’ ένα πίνακα ζωγραφικής, μ’ ένα άγαλμα;
Ανάγκη πάλι να ζητώ την καλή σου προαίρεση για τις βραδινές μου τούτες γραφές. Γι’ αυτή την πνευματική μου κατάσταση που αποκαλύπτεται. Για το αβέβαιο, τέλος, που μέσα μου σαλεύει. Ο ποιητής που έγραψε:
- Κάθε ζωή ρωτά. Κάθε ζωή ρωτιέται.
Δεν προσπαθώ να περάσω τη δική μου προβληματική μέσα στη δική σου. Μονάχα να μιλήσω θέλω. Αυτή η βασική ανθρώπινη ανάγκη που μέσα μου βρίσκεται τόσο θεριεμένη. Μήτε, για τ’ όνομα των Θεών, θέλω να σε τρομάζω. Μονάχα να σου αχνοφωτίζω κάτι δρόμους που πέρασα και περνώ.
Το κείμενο αυτό απέχει από το να είναι ένα γράμμα μα πλησιάζει να είναι κάτι σαν “Άσκηση Γραφής” ή “Πέρασμα” μια και ανάγκη να το βαφτίσω. Καληνύχτα. Συμπάθεια.

27 Φλεβάρη 1977

ΔενμουΑ [ΝΚ]



Δεν μου αρέσουν:

  1. Οι ασυγκίνητοι
  2. Αυτοί που έχουν την ομορφιά κάτω από την μύτη τους και στρέφουν αλλού το βλέμμα
  3. Αυτοί που δεν αναγνωρίζουν
  4. Αυτοί που αναγνωρίζουν αλλά δεν ενθαρρύνουν/επικροτούν
  5. Αυτοί που σιωπούν
  6. Αυτοί που δεν μπορούν να συντηρήσουν έναν ρυθμό σε μια σχέση
  7. Αυτοί που θέλουν αλλά δεν
  8. Αυτοί που τα γνωρίζουν όλα
  9. Αυτοί που δεν γνωρίζουν τίποτα
  10. Αυτοί που δεν θυμούνται τίποτα
  11. Αυτοί που τα θυμούνται όλα
  12. Αυτοί που είναι σήμερα έτσι και αύριο αλλιώς
Μα πάνω απ’ όλα και κυρίως, λοιπόν, δεν μου αρέσουν οι ασυγκίνητοι!

09/03/2006

Τρίτη 7 Μαρτίου 2006

Εν ΔΑΥΕ [ΝΚ]

Είναι μερικά πράγματα που έχεις κάνει και τα οποία, σε χρόνο ανύποπτο, επιστρέφουν. Απρίλιος του 2000, λοιπόν, και η ηχογράφηση μιας κασέτας ξεκινά. Δεν είναι μια απλή κασέτα. Είναι μια κασέτα με δυο γονείς [σαν τα παιδιά!].

Ένα τραγούδι εγώ. Ένα τραγούδι η απέναντι. Μια κασέτα νι. Μια κασέτα περισπωμένη. Σπίτι μου – γραφείο – σπίτι της. Σπίτι της – γραφείο – σπίτι μου. Μια κασέτα που ταξιδεύει, διανυκτερεύει, γράφεται. Τραγούδι το τραγούδι γεμίζει και αποκτά προσωπικότητα. Το θέμα ελεύθερο. Τραγούδια ελληνικά, ξένα, αργά, γρήγορα, λαϊκά, ροκ, ελαφρά, μπαλάντες. Ότι μπορείς να φανταστείς.

Ταξιδεύει. Διανυκτερεύει. Γράφεται. Παίρνει δυο μήνες. Ολοκληρώνεται. Αντιγράφεται. Αποδίδεται στους δημιουργούς της. Έχει ένα σωρό τεχνικά προβλήματα. Διαφορές στη στάθμη ηχογράφησης, διαφορές στην ποιότητα του ήχου. Θόρυβο. Ποιος νοιάζεται;

Ένα παιχνίδι του μυαλού και της καρδιάς. Να γράψεις τραγούδια που αγαπάς. Τραγούδια που ταιριάζουν στο κλίμα. Τραγούδια που απαντούν στα προηγούμενα. Σαν παιδάκι να περιμένεις την απάντηση. Να ψάξεις, να διαλέξεις, να πειραματιστείς, να ηχογραφήσεις.

Έμεινε η κασέτα. Έμεινε να θυμίζει μια εποχή. Την άκουσα αυτές τις μέρες και μου άρεσε. Ανακάλυψα πράγματα που μου είχαν ξεφύγει. Αναθυμήθηκα. Νοστάλγησα. Ήταν μια καλή προσπάθεια προσέγγισης. Μια προσπάθεια γνωριμίας. Οι σχέσεις φθίνουν. Τα πράγματα μένουν.

Μια κασέτα νι, λοιπόν, μια κασέτα περισπωμένη. . .

07/03/2006

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2006

Ενύπνια [ΝΚ]

Ζουν! Τα ενύπνια ζουν! Στην ψυχή, στην σάρκα, στις αισθήσεις μας. Στο μυαλό μας ζουν τα ενύπνια. Μας παραμονεύουν. Μας αναστατώνουν. Μας πληγώνουν. Δεν μπορούμε, τελικά, να ξεχάσουμε τίποτα. Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τίποτα. Είναι όλα εκεί. Ζωντανά, πραγματικά, απαιτητικά. Υπάρχουν και το δείχνουν. Είναι δικά μας. Είναι παιδιά μας. Είναι γεννήματά μας. Σάρκα από την ψυχή μας. Το γλυκό της ζωής μας αλάτι.

Έτσι:

Είδα, μίλησα
Δεν άγγιξα
Δεν θέλω
Ν’ αντικρίσω
Κανέναν
Δεν θέλω
Να μιλήσω
Σε κανέναν
Δεν θέλω
Ν’ αγγίξω
Κανέναν
Απόψε
Στο ενύπνιο
Μ’ όλους
Της ψυχής
Τους πόρους
Ανοιχτούς. . .


12/05/94

Σάββατο 4 Μαρτίου 2006

Ίσως και να Είναι Έτσι

Ο Εραστής

Μιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε, άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.

Εγγονόπουλος Nίκος


04/03/2006

Πέμπτη 2 Μαρτίου 2006

18.628 (=51*365+13) [ΝΚ]

ΑΛΛΟΗΧΟΣ

 
Ο χρόνος περνούσε κάποτε
Απ' τα χείλη του
Και χάνονταν
Τον φυλάκιζε για λίγο
Κι ύστερα τον σφεντόνιζε
Η μεγάλη του ευχαρίστηση
Να αρθρώνει τη σκέψη του
Μένοντας πάντοτε
Αναλλοίωτα αδιαίρετος
Κρατούσε μια
Θανάσιμη σοβαρότητα
Ήταν βασανισμένος από
Την μνήμη μιας
Χαμένης τελειότητας
Ανεξάρτητη της νόησης
Δυναστευμένος από τους
Τόπους της απουσίας του
Είχε τη συνήθεια των
Μοναχικών ανθρώπων
Ρωτούσε κι αποκρίνονταν
Μόνος στον εαυτό του
 
Ήταν βαφτισμένος
Και τ' όνομά του
Αλλόηχος
                                              

11.12.76

22.02.77
23.02.77

02/03/2006

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2006

0122. Noble Dame [NK]

Είναι μερικές φορές που κάποιοι στίχοι τραγουδιών κολλάνε στο μυαλό μας. Πιάνουμε τον εαυτό μας να τους επαναλαμβάνει, με τον ρυθμό του τραγουδιού, και να ξεκινούν από αυτούς σκέψεις δεύτερες γλυκές και ζορισμένες. Είναι εποχές που τέτοιοι στίχοι μπορούν να “κυριαρχήσουν” μέρες πολλές στο μυαλό μας [σε κάθε περίσταση και σε κάθε χώρο]. Την τελευταία φορά, λοιπόν, αυτό το διαπίστωσα με τους στίχους:

Don’t be afraid to smile and then go
And if you see her talking to herself all alone
Leave her alone, her heart is at home

των Χατζιδάκι και Rudnytsky από το έργο “Reflections”. [Προτιμώ την εκτέλεση των New York Rock And Roll Ensemble μιας και, θαρρώ, έχει περισσότερο όγκο, από πλευρά ενορχήστρωσης ίσως, από αυτή των Raining Pleasure].

Don’t be afraid to smile and then go”,

λοιπόν. Πόσοι το φοβούνται και πόσοι το πραγματοποιούν; Μη φοβάσαι να χαμογελάσεις και να φύγεις. Φύγε, αλλά πρώτα, άνθρωπε, χαμογέλασε! Ένα χαμόγελο δεν κοστίζει τίποτα και ομορφαίνει τη ζωή μας. Αν τώρα, πάλι, την δεις κλεισμένη στον εαυτό της άφησέ την στην ησυχία της. Η καρδιά της είναι δοσμένη στα “του οίκου” της.

Οι στίχοι από το πανέμορφο Noble Dame που δημιουργήθηκε τριάντα τόσα χρόνια πίσω. Για σήμερα, λοιπόν, Μάνος Χατζιδάκις, New York Rock And Roll Ensemble και Noble Dame.

Noble Dame

Μάνος ΧατζιδάκιςDirian Rudnytsky

She was a lady once of noble name, noble dame

She has a silver ring from her king
Give her a nickel, take her out to dine, give her wine
Comfort her if she sighs and then cries

Look for her by the fountain on the road, say hello

Don’t be afraid to smile and then go
And if you see her talking to herself all alone
Leave her alone, her heart is at home

She was a lady once without a care, golden hair

She was the only friend of the king
May be she’ll come back and ask you for your name, noble dame
We’ll give our love to her on her way


28/02/2006

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2006

C.P.E.B. [NK]


Hamburg Sinfonias Nos. 1 – 6, Naxos [8.553285] από τον μέγιστο Carl Philipp Emanuel Bach με Capella Istropolitana και Christian Benda.
Μουσική που σε παίρνει στις πλάτες τις και σε απογειώνει. Σου δείχνει τον κόσμο από ψηλά. Τον χρωματίζει με χρώματα χαράς, ευγένειας και αξιοπρέπειας και σε κάνει υψηλόφρονα και εκτεταμένο στα όρια του εαυτού σου. Ότι πρέπει για αποτοξίνωση από την τηλεόραση και τα βάρβαρα άσματα της μίας χρήσης. Άκουσμα – ύμνος στον άνθρωπο και την δύναμη της ψυχής του. Άκουσμα για στοχασμό, για ενδυνάμωση, για αναπτέρωση των ελπίδων, για να κλείσεις τα μάτια και να δεις.
Μια νύχτα με τέτοια μουσική είναι μια νύχτα όπου όλα μπορούν να συμβούν.

24/02/2006

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2006

Χαρτιά [ΝΚ]

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. Γράφω ονοματεπώνυμα. Με ένα x τα διαγράφω. Ένα, δύο, τρία . . .
 

Τα x της ζωής μου. Οι γνώριμοι που γίνονται άγνωστοι [x] πάλι. Δεν επιθυμώ, πλέον, να λύσω καμία εξίσωση. Με ένα x διαγράφω.
 

Είναι και ένα ονοματεπώνυμο. Το γράφω προσεκτικά. Το υπογραμμίζω. Με γοητεύουν τα α των συλλαβών του. Δεν με συνδέει τίποτα με το άτομο. Μου αρέσει, όμως, να γράφω, κυρίως, το επίθετό του. Το γράφω. Το πρώτο γράμμα καλλιγραφικό λίαν. Το κοιτώ. Το υπογραμμίζω.
 

Κάθε πρωί. Με τον καφέ. Σε άσπρα χαρτιά. . .

22/02/2006

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2006

Επιστολή [ΝΚ]

111283 - 1212183

. . .
Ταξίδεψα στους νυχτωμένους δρόμους της Αθήνας. Την Πέμπτη. Με τη λεπτή βροχή, την ομπρέλα μου και τους ανθρώπους. Ταξίδεψα. Όπως τότε που βίωνα τη μοναξιά μου. Τότε που ήμουν μία προς το άγνωστο εξακοντισμένη βούληση. Βασανισμένος από τη μνήμη μιας χαμένης τελειότητας κι απαρηγόρητος παρακολουθούσα την πορεία της ζωής μου. Ανάγευση μοναξιάς, πολυτέλεια της χαύνωσης του νου, του ταξιδιού μέσα στους άλλους.

Αγόρασα κάστανα. Σταμάτησα στις φωτισμένες προθήκες των βιβλιοπωλείων. Λαχτάρησα μερικά βιβλία. Παρατήρησα τις μορφές των ανθρώπων. Των ομοίων μου. Αδικαιολόγητα πικραμένος ταξίδεψα.
. . .
Τα βιβλία του Ευγενίδιου. Το βιβλιοπωλείο της Βαβέλ. Μπόρις Βιάν “Θα φτύσω στους τάφους σας”. Μνήμες παιδικής σεξουαλικότητας. Γνωριμίας των περιγραφών. Αθωότητα των χρόνων που έφυγαν.

Αισθήματα και συναισθήματα ένας κόμπος στο νου. Ανεβαίνω την Ιπποκράτους. Πείνα. Επιθυμία για σουβλάκι. Το μαγαζί μικρό και βρόμικο. Προηγούνται άλλοι. Περιμένω. Ένα κορίτσι με τη μητέρα του. Αγγίζουν το πόμολο. Μετανιώνουν. Φεύγουν. Κατευθύνονται σ’ ένα μαγαζί απέναντι που μόλις ανακαλύπτω. Είναι η στιγμή που ο σουβλατζής, τετραπέρατος και ταχύτατος, βουτά πίτες σ’ ένα λάδι κατάμαυρο. Ακολουθώ μάνα και κόρη απέναντι.

Μαρία. Δεκατέσσερα στα δεκαπέντε. Ένα κορίτσι. Ούτε πιο όμορφο ούτε πιο άσχημο από τα άλλα. Πεταχτά και ανυπόμονα τσιμπολογεί από την ανοικτή της μητέρας της παλάμη κέρματα. Συμπληρώνει 64 δραχμές για τα δυο της σουβλάκια. Πληρώνει. Φεύγουν. Η Ιπποκράτους γυαλίζει υγρή. Βαδίζουν. Η Μαρία είναι χωλή. Η καρδιά μου σφίγγεται. Σφίγγεται.
Ανεβαίνω. Γυρνώ. Φθάνω. Είσαι εκεί. . . . 

Ξημερώνει. Ταξίδι της αναχώρησης. Λάθος πληροφόρηση. Ολιγωρία ίσως. . .
Συνταξιδιώτες. Η χοντρή ανόητη Θεσσαλονικιά που δήλωσε δημοσιογράφος. Η διήγηση του πως εκπόρθησε το Πεντάγωνο με μόνη τη δημοσιογραφική της ταυτότητα. Τα ειρωνικά βλέμματα που μου απόσπασε. Ο τρόπος και το μηδενικό ειδικό της βάρος. Ο ευγενικός τυρέμπορος από τη Λάρισα που δήλωσε ευκατάστατος και σοσιαλιστής. Το συμπαθητικό ζευγάρι των ηλικιωμένων που πήγαινε στη Θεσσαλονίκη για τους αρραβώνες του γιου του. Ο Κωστάκης. Φαρμακοποιός και ΔΕΑ. Ναι! Η νύφη τους δεν καπνίζει, δε φορεί παντελόνια, δε δουλεύει. Τέλος η μεσόκοπη γυναίκα απέναντί μου. Τα παπούτσια βγαλμένα και τα πόδια γυμνά. Φωτογραφίες των πρόσφατα παντρεμένων κοριτσιών της. Η μία παντρεμένη και “λίγο” έγκυος.
 
Ταξιδεύουμε. Η σκέψη μου σε τυλίγει. Το τραίνο συνεχώς καθυστερεί. Οι ανόητες συζητήσεις δίνουν και παίρνουν. Οι βαθυστόχαστες κενές κουβέντες τους. Δε συμμετέχω. Σκέφτομαι τη ζωή μας. Κοιτώ έξω. Η χοντρή αγωνιά να μάθει ποιος είμαι και τι κάνω. Δεν της δίνω την ικανοποίηση. Κατεβαίνω στο Π. Έχω μάθει όλα σχεδόν τα οικογενειακά τους.

Δεν υπάρχει τραίνο για Κ. Υπάρχει ένα μέχρι Έ. Η κοπέλα του 145 με έχει γελάσει. Ταξί με τρεις φαντάρους. Α. Ρωτώ στα καφενεία. Άντρες που πίνουν, καπνίζουν, παίζουν χαρτιά. Πρόθυμοι να εξυπηρετήσουν. Έχω για δέκα λεπτά χάσει το τελευταίο λεωφορείο Θ.-Κ. Οι σιδηρόδρομοι του Ελληνικού κράτους έχουν κάνει το θαύμα τους. Οργή.
Λεωφορείο. Β. Η πόλη κοιμάται. Είναι γύρω στις εννέα και μισή. Ταξί. Πρακτορείο Κ. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα φανάρια της πόλης ρυθμίζουν μια ανύπαρκτη κίνηση. Είμαι οικείος με το περιβάλλον. Ηρεμώ. ΟΤΕ. Γνώριμοι θάλαμοι. Τηλεφώνημα. Απουσία.

Πεινώ. Στο μαγαζί ξαναγίνομαι ο Δόκιμος Έφεδρος Αξιωματικός. Τρώω πολύ. Σου τηλεφωνώ. Κάνει κρύο. Δε φορώ την επένδυση του τζάκετ. Ξενοδοχείο “Β.”. Κούραση. Αφή των σεντονιών. Πρωινό ξύπνημα. Καφεδάκι στο καφενείο του πρακτορείου. Επιβίβαση στο λεωφορείο των 8 και 30. Η Κ. χιονισμένη. Ομίχλη. Αργή κίνηση. Στο βάθος μια πλαγιά γυμνή. Κ. Ψώνια. Γλυκά για τους συναδέλφους. Λεωφορείο για Π. Κατεβαίνω στο δρόμο για το Σ. Περνώ την πύλη στις 12 παρά 5. Σου τηλεφωνώ. Μουδιασμένη. Ψυχρή σχεδόν. Χαμογελώ. Κατανοώ. Δωμάτιο 105. Ρούχα της δουλειάς.
. . .
Εσύ εδώ - κι εγώ εκεί
Για μια στιγμή - απ’ την αρχή
Να φτιάξουμε - τον κόσμο…

21/02/2006

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2006

Μονομαχία στο Μπορντώ [ΝΚ]

Βρισκόμαστε στα 1282, λίγο μετά τον “Σικελικό Εσπερινό”. Ο Κάρολος Ι Κόμης του Ανζού και της Προβηγκίας, Βασιλιάς της Σικελίας, της Αλβανίας και της Ιερουσαλήμ έχει εμπλακεί σε πόλεμο με τον Πέτρο ΙΙΙ Βασιλιά της Αραγωνίας. Έχουν και οι δυο τα προβλήματά τους και, κυρίως, άδεια ταμεία. Και ο πόλεμος, ήδη από τότε, κοστίζει. Κοστίζει πολλά. Να για πανοπλίες, να για κουζινομάχαιρα, να για μιστά, να για τους δανειστές και τους τοκογλύφους τι να απομείνει για τους δύστυχους τους Βασιλείς; Τρέχουν, λοιπόν, και δεν φτάνουν. Και θέλουν να κερδίσουν, χωρίς μακροχρόνιο πόλεμο, και επιθυμούν να μην καταξοδευτούν.

Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που ο Κάρολος, ως πιο “περπατημένος”, προτείνει επισήμως στον Πέτρο να λύσουν τις διαφορές τους με μια ωραιότατη μεταξύ τους μονομαχία [και να φάνε τα λεφτά τους σε σουβλάκια]. Του Πέτρου του καλαρέσει η ιδέα και δέχεται ασμένως [το λεξικό, το λεξικό].

Υπάρχει όμως το ζήτημα ότι για τα μεσαιωνικά δεδομένα ο Κάρολος, στα πενήντα έξι του, θεωρείται ήδη γέρος ενώ ο Πέτρος είναι δεκαπέντε χρόνια νεώτερος. Έτσι αποφασίζουν να καλέσουν και άλλους στην χαρά τους και να αρπαχτούν με παρέα εκατό επιλέκτων ιπποτών του ο κάθε βασιλέψ. Τα είπανε, τα συμφωνήσανε, σενιάρανε τον οπλισμό, ξυστρίσανε τα αλόγατα, “κλείσανε” για την 1η Ιουνίου 1283 και τυπώσανε και προσκλήσεις. “Σας καλούμε να μας καμαρώσετε. . .” και τα τοιαύτα.

Αυτή η “μονομαχία”, των 101 από την μια και των άλλων 101 από την άλλη, ήταν, για την εποχή, μια προσφυγή στον Θεό και στην αγαθή του ετυμηγορία. Αν υπήρχε τότε ΟΗΕ [τρομάρα του όπως τον έχουνε καταντήσει] ίσως να πηγαίνανε, χεράκι – χεράκι, να λύσουν εκεί τις διαφορές τους. Αλλά δεν υπήρχε ούτε ΟΗΕς ούτε άλλος Διεθνής Οργανισμός να μπερδουκλώνει τα πράγματα και να βγάζει το μαύρο άσπρο όπως, καλή ώρα, στην όμορφη, ηθική και τσαχπινογαργαλιάρα εποχή μας.

Τα “παλικάρια” το “βεβαίως και να αρπαχτούμε!” το είπανε. Αλλά δεν ήταν και κοροϊδάρες να χάσουν τα αβγά και τα πασχάλια σε ένα γήπεδο. Διότι αλόγατα είναι αυτά πέφτουνε, κεφάλια είναι αυτά σπάνε, διάβολος είναι αυτός και βάζει την ουρά του. Είχανε μεσολαβήσει και διάφορα μπήκε στην μέση και ο Πάπας [τι στο καλό πήραμε την αντιπροσωπεία του Θεού επί της γης; Εμείς πότε θα πουλήσουμε;], άστα να πάνε, μπλέξανε τα παλικάρια. Ψάχνανε, λοιπόν, τρόπο να την “κάνουνε” αξιοπρεπώς. Και οι μπαγάσηδες τον βρήκανε [ή έτσι νομίσανε!].

Ο τόπος συνάντησης ήταν στο Μπορντώ. Με εντολή του Βασιλιά Εδουάρδου της Αγγλίας [ο οποίος με εντολή του Πάπα απέφυγε κάθε άλλη προσωπική ανάμειξη] ο Ιωάννης του Γκραιλύ ανέλαβε να οργανώσει την υποδοχή των “μονομάχων” και να προετοιμάσει τον χώρο του αγώνα.

Ο Κάρολος έφθασε στο Μπορντώ με μεγάλη πομπή συνοδευόμενος από τον Βασιλιά της Γαλλίας και ένα μάτσο σημαιοστολισμένους Γάλλους ιππότες, από τους οποίους θα διάλεγε εκατό να κάνει ο άνθρωπος τη δουλειά του. Μεγάλος Βασιλιάς ήτανε. Το έδειχνε [μη πα και τον κόψουνε για παρακατιανό και του μειώσουνε οι υπηκόοι την επιχορήγηση!].

Ο Πέτρος το “έπαιξε” ΝΔ. Σεμνά και ταπεινά. Την κεφάλα κάτω, λίγα τα λόγια με τους μαστόρους και “Ότι πει ο Θεός” [άλλη σκασίλα δεν είχε ο Θεός με τα κουτσαβάκια θα έτρωγε την ώρα του].

Την ημερομηνία την ορίσανε, 1η Ιουνίου 1283. Από ώρα όμως; Γράφε μου ενίοτε [που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Σκαρίμπας]. Νωρίς το πρωί μπουκάρησε στον στίβο ο Πέτρος, ο Βασιλέψ της Αραγωνίας, με τους εκατό του να μασάνε σίδερα [τσίκλες δεν υπήρχαν τότε]. Παίξανε οι καραμούζες [τα ταρά τατά], τον αναγγείλανε οι κήρυκες και δεν άνοιξε ούτε μύτη. Ωραία πράγματα! “ Μάαστα ” είπε ο Πετράκης. Γύρισε στα καταλύματά του και έβγαλε μια ανακοινωσάρα κάτσε καλά. Ήρθατε μουσιού Κάρολε; Όχι! Χάσατε! Δική μας η νίκη. Ο Θεός μίλησε!

Λίγες ώρες αργότερα η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε με τον Βασιλιά Κάρολο αυτή τη φορά. Ταρατατζούμ τζουμ. Αίσχος τους! Μεγάλα παιδιά να κάνουν τέτοια καραγκιοζιλίκια.

Λίγες μέρες αργότερα, και κατηγορώντας ο ένας τον άλλο για ανανδρία, τα μαζέψανε και πήγανε για φρέσκα. Έτσι, τελείωσε αυτή η ιστορία της παρ’ ολίγον μονομαχίας μεταξύ δυο Βασιλιάδων.

Υ.Γ

1. Η ιστορία αυτή είναι από το βιβλίο “ΣΙΚΕΛΙΚΟΙ ΕΣΠΕΡΙΝΟΙ” [Κεφάλιο 14, Η μονομαχία μεταξύ των Βασιλέων, σελ 256] του κ. Steven Runciman / Εκδόσεις Γκοβόστη / 2003
2. Την “έμπνευση” μου έδωσε η εξαιρετική εγγραφή " Το Γκα του κυρίου Γκάους "της Mirandolina

18/02/2006

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2006

Σε μία Πόλη [ΝΚ]


Πριν από λίγα χρόνια, και για υπηρεσιακούς λόγους, βρέθηκα σε μια πόλη της βόρειας Ελλάδας. Στην περιοχή της πόλης αυτής είχα ζήσει και εργαστεί για ένα διάστημα εννιά και πλέον ετών. Επρόκειτο για μια γκρίζα, βιομηχανική περιοχή στην οποία, ωστόσο, είχα ζήσει καλά.
Η εποχή θα πρέπει να ήταν τέλος φθινοπώρου, αρχές χειμώνα. Έκανε κρύο, τόσο που να σου υποβάλει την σκέψη να αναζητήσεις ζεστασιά. Οι υποχρεώσεις μου τελείωσαν το μεσημεράκι. Το απογευματάκι βγήκα να περπατήσω στην πόλη. Να αναζητήσω γνώριμες γωνιές, γνώριμους δρόμους, γνώριμες προθήκες καταστημάτων. Να μετρήσω πόσο άλλαξαν. Να μετρήσω πόσο άλλαξα.
Περπατούσα και έψαχνα. Έψαχνα και σκεφτόμουνα. Σκεφτόμουνα και νοσταλγούσα. Τα πόδια μου παγωμένα. Τα χέρια στις τσέπες. Οι διαβάτες με σηκωμένους τους γιακάδες. Βιαστικοί. Έτρεχαν να γυρίσουν στο σπίτι τους.
Με χτύπησε μια σκέψη. Με κατέλαβε. Λαχτάρησα για ένα κλειδί στην τσέπη. Ένα κλειδί που άνοιγε την πόρτα ενός σπιτιού εκεί κοντά. Νέτα σκέτα. Λαχτάρησα την ζεστασιά ενός σπιτιού. Την κίνηση που ξεκλειδώνεις και μπαίνεις. Μπαίνεις και η ζεστασιά του σπιτικού σε αγκαλιάζει. Σε ζεσταίνει. Σε προστατεύει.
Ένα κλειδί και μια πόρτα. Τα έτρεξα αυτά με τη σκέψη μου και πόνεσα, σχεδόν σωματικά. Ένα κλειδί. Ένα κλειδί και μια πόρτα. Έτσι είναι η ζωή μας μερικές φορές. Μια ανάγκη. Για ένα κλειδί και μια πόρτα. . .

16/02/2006

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2006

Ανήκειν [ΝΚ]

Κοντεύει να κλείσει ένα έτος από την δημοσίευση της πρώτης εγγραφής στο ηλεκτρονικό μου ημερολόγιο. Μπήκα, λοιπόν, στον συγκεκριμένο χώρο και σιγά σιγά άρχισα να τον γνωρίζω. Υπάρχουν όλων των ειδών τα είδη. Ένα υποσύνολο της κοινωνίας. Ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Επιτυχημένες, χιουμοριστικές, εκ βαθέων, ασύνταχτες, οργισμένες, απίθανες, απρόβλεπτες, χαριτωμένες, γλυκύτατες, πονεμένες, αυτοβιογραφικές, βιωματικές, και ότι άλλο μπορείτε ή θέλετε να φανταστείτε, εγγραφές.

Για όσους «γράφουν», ερασιτεχνικά ή όχι, ο χώρος αυτός είναι χρυσορυχείο. Σε βοηθά να προσδιορίσεις το που βρίσκεσαι. Θαρρείς ότι χειρίζεσαι καλά και σωστά την γλώσσα; Βρίσκεις εγγραφές που είναι καλύτερες από ότι εσύ θα μπορούσες να γράψεις. Θεωρείς ότι έχεις χιούμορ; Βρίσκεις εγγραφές με χιούμορ καλύτερο από το δικό σου. Επαληθεύεται, με λίγα λόγια, μια αγαπημένη μου φράση:

- Και του μεγάλου αεί έστι μείζον

[Κι απ’ το μεγάλο υπάρχει πάντα κάτι μεγαλύτερο. Αναξαγόρας D-K. B. 3. --> Μπαχαράκης, Αείζωον Πυρ, 1994]

Έτσι, για να γνωρίζουμε που βρισκόμαστε και ποιοι είμαστε.

Είσαι στον χώρο και περνάς ένα στάδιο όπου «ψάχνεσαι». Πόσοι επισκεφθήκαν το ημερολόγιο μου; Εκατό; Και του δείνα; Ενενήντα; Αχά! Άρα είμαι «καλύτερος»! Και άλλα τέτοια χαζά. Σε λίγο, αναπόφευκτα, ανακαλύπτεις ότι στον χώρο υπάρχουν «ομάδες». Ομάδες ανθρώπων που γνωρίζονται, συναντιόνται ή έχουν συναντηθεί, και οι οποίοι έχουν αποκαταστήσει δικούς τους κώδικες επικοινωνίες και μοιράζονται κοινές μυθολογίες. Επικοινωνούν, το χαίρονται και το δείχνουν! Παντελώς νόμιμο και κατανοητό. Ποιος είναι αυτός που θα απορρίψει την ασφάλεια του «ανήκειν» και μάλιστα για πολύ;

Μπαίνεις, λοιπόν, σε έναν ακόμα πειρασμό. Στον πειρασμό του να «ενταχθείς», να βρεις τους ομοίους σου, να μιλήσεις τη γλώσσα τους και να δηλώσεις συμμετοχή στην διαμόρφωσή της. Και με το πρίσμα αυτό σου έρχεται να γράψεις τίποτα «εξυπνάδες», που δεν τις πολυπιστεύεις, να σχολιάσεις με το ζόρι, να γίνεις αρεστός. Παιδικές ασθένειες με άλλα λόγια.

Τι μένει και τι αξίζει τελικά; Μα το να προσπαθήσεις, να μην αλλοιώσεις τον εαυτό σου. Να μην ευτελίσεις τις σκέψεις, τις απόψεις, τις ιδέες σου. Όσο μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Είναι πολλοί εκεί έξω. Με κάποιους θα ταιριάξεις, με κάποιους ίσως θα συντονιστείς. Μη βιάζεσαι, μη προσποιείσαι, μη σπαταλιέσαι. Γράψε, όσο καλύτερα μπορείς, αυτό που σκέφτεσαι, αυτό που αισθάνεσαι, αυτό που θέλεις. Έχεις ένα παράθυρο στον κόσμο. Άνοιξέ το και δείξε, αφού το θέλεις, το εσωτερικό του σπιτικού σου. Τίποτα άλλο.

15/02/2006

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2006

Καβάφης και Zide [ΝΚ]


Μου έχουν “κολλήσει” εδώ και ημέρες οι στοίχοι:

“Ηυλήσαμεν υμίν
Και ουκ ωρχήσασθε ”

Με γυροφέρνουνε και με στεναχωρούν. Έτσι. Για άλλους τόπους, άλλους ανθρώπους, άλλους καιρούς. Για γεγονότα που ανήκουν στην προσωπική μου ιστορία και συνεπώς, δεν αναμένεται να αλλάξουν πια. Και η ζόρικη συνέχεια;

“Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.”

Έτσι είναι. Ή χορεύεις όταν παίζει ο αυλός ή το ξεχνάς και πας για άλλα. Τα υπόλοιπα είναι “εκ του πονηρού” ή και:

“νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω”

Όπου καθόλου δεν υπάρχουν, πλέον, περιθώρια να πεις:

“Ανέγνων, έγνων, κατέγνων”

Μιας και θα σου απαντήσουνε δικαίως και ευθύς:

“Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως· ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως”

Ευτυχώς, ή δυστυχώς, μόνο το “Ανέγνων” μοιάζει προσιτό. Το “έγνων” δύσκολο και το “κατέγνων” δυσκολότερο. Διότι όλα αυτά συναρτήσεις, του χρόνου και του χώρου και των ψυχών, γεμάτες μεταβλητές και με αρχικές συνθήκες συνήθως άγνωστες. Άντε τώρα εσύ να βγάλεις συμπέρασμα και να ΄βρεις λύση. Γι’ αυτό σου λέω:

- Καλύτερα να ανάψεις ένα κερί παρά να καταραστείς το σκοτάδι!

ΣΤΑΛΣΙΜΟ

Ω! το πρωί πως κουράστηκε η μέρα
Τον κάμπο για να πλύνει ως πέρα.

Ηυλήσαμεν υμίν
Δε μας ακούσατε.

Τραγουδήσαμε
Και ουκ ωρχήσασθε

Κι όταν μας ήρθε κέφι για χορό
Κανένας πια δεν έπαιζε αυλό.

Σαν είχε η δυστυχία μας απογίνει
Εγώ προτίμησα την καλή σελήνη

Κάνει και σκούζουν τα σκυλιά
Και τα βατράχια μουσικά.

Μες στα καλόβολα τενάγη
Απλώνεται άλαλη και πάειׂ

Η χλιαρή της η γυμνότητα
Ματώνει στην αιωνιότητα.

Οδηγήσαμε χωρίς τις γκλίτσες μας
Τα κοπάδια στις καλυβίτσες μας

Όμως τα πρόβατα γιορτές είχαν γυρέψει
Κι’ έτσι ανώφελα θα να ΄χουμε προφητέψει.

Εκείνοι παν, λες για νερό,
Τα’ άσπρα κοπάδια στο μακελειό.

Χτίσαμε απάνω σ’ αμμουδιές
Τις πρόσκαιρες μας εκκλησιές.

Andre Gide
Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΣ / ΙΚΑΡΟΣ / Απρίλιος 1965
Σελίδα: 17

13/02/2006

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2006

Μια Διόρθωση και Μία Λέξη [ΝΚ]

Πέρασα σήμερα έξω από το κατάστημα PMW, στην Ομόνοια. Τις προθήκες του κοσμούσαν ωραιότατα ευμεγέθη αυτοκόλλητα με ένα ελληνοπρεπέστατο “Ανεξαρτήτως” να λάμπει ως αδάμας. Ευχαριστήθηκε η ψυχή μου. Εύγε [τους]!

Ακούγοντας και βλέποντας τις ημέρες αυτές τα κεντρικά δελτία ειδήσεων των καναλιών, με όλον αυτό τον διογκωμένο θόρυβο για τα “ακραία” καιρικά φαινόμενα και τις συνέπειες τους στην καθημερινότητά μας, μια λέξη σχηματίσθηκε στο μυαλό μου:

- Μετεωλαγνεία!

08/02/2006

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2006

Άσμα [ΝΚ]

Από την τελευταία δισκογραφική δουλειά των Χαΐνηδων ξεχώρισα [και] ένα τραγούδι με όμορφο ρυθμό και εξαιρετική, ως συνήθως, ερμηνεία σε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη. Εκείνο που αρχικά με εντυπωσίασε ήταν ο στίχος:

Φέρτε μου δεύτερο καφέ
Κι αλλάξτε μου το χέρι


Όταν είδα το ποιος ήταν ο στιχουργός κατανόησα. Τέτοιοι στίχοι, κακά τα ψέματα, δεν γράφονται εύκολα. Ακούστε το και θα με θυμηθείτε!

Τα Όσα η Μοίρα Μου ΄Γραφε

[Αντώνης Σκαμνάκης – Οδυσσέας Ελύτης]

Τα όσα η μοίρα μου ΄γραφε
Κι άλλος κανείς δεν ξέρει
Τα βρήκα μέσα στον καφέ
Τα διάβασα στο χέρι

Ποτάμι βρήκα σκοτεινό
Μια σφαλιγμένη πόρτα
Κοράκια πάνω στο βουνό
Και φίδια μες στα χόρτα

Μακάρι να ΄μουν σαν τα ζα
Που βόσκουνε στον κάμπο
Γράμματα να μη γνώριζα
Μες στα μυστήρια να ΄μπω

Μυστήρια τέτοια δε συμφέ-
Να ψάχνω δεν συμφέρει
Φέρτε μου δεύτερο καφέ
Κι αλλάξτε μου το χέρι


Χαΐνηδες

Ο Γητευτής και το Δρακοδόντι
[MBI CD 11069]



06/02/2006

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2006

Ανεξαρτήτου [και πάσης Ελλάδος] [ΝΚ]

- “Ανεξαρτήτου” ποσού

- “Ανεξαρτήτου” ομάδας αίματος

- “Ανεξαρτήτου” τιμής

- “Ανεξαρτήτου” εποχής

- “Ανεξαρτήτου” αριθμού δόσεων

“Ανεξαρτήτου” σε ηλεκτρονικά ημερολόγια, σε διαφημίσεις της Εθνικής Τράπεζας, σε αφίσες του PMW [Patsis Music World], σε διαφημιστικό φυλλάδιο του “Παπασωτηρίου”, στο τελευταίο τεύχος του - “Computer Active”.

“Ανεξαρτήτου” παντού.

Έτσι, για να δείχνουμε μια ζαβωμένη παιδεία, να φτύνουμε πάνω στην γλώσσα και να την στρεβλώνουμε, να δίνουμε το παράδειγμα του “κουλτουριάρη” τενεκέ, του “έλα μωρέ, και τι έγινε;”. Γιατί κάποιος βλαξ το ξεκίνησε και εκατοντάδες μωροί, μεσ’ την τρελή χαρά, τον ακολούθησαν. Σε λίγο θα λες, ή θα γράφεις, “Ανεξαρτήτως. . .” και θα σε θεωρούνε αμόρφωτο ή, ακόμα χειρότερα, “κολλημένο”.
Ας πάει κι αυτό μαζί με την περίφημη “αποκατάσταση της βλάβης”. Καθιερώθηκε και χαιρετίσματα, πλέον, στου Δράμαλη τη μάννα. Όλοι οι βλαμμένοι έχουν βαλθεί, μανιωδώς, να “αποκαθιστούν βλάβες”. Άντε μετά να προκόψει η έρημη χώρα.
Αααχ! Ανεξαρτήτου αποτελέσματος, τα είπα και περιμένω, χαρά χαρούμενος, να αποκατασταθεί η λανθασμένη χρήση της λέξης [στο θρόνο της]!


02/02/2006

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2006

Πληθυντικός [ΝΚ]

“Δε μιλούσαμε στον ενικό, λόγω της παράξενης κολομβιανής συνήθειας να μιλάς στον ενικό με τον πρώτο χαιρετισμό και να περνάς στον πληθυντικό μόνο όταν υπάρχει μεγαλύτερη οικειότητα - όπως ανάμεσα σε συζύγους.”

Να μια καλή συνήθεια για να βάλουμε μερικά πράγματα [και πολλούς ανθρώπους] στην θέση που τους αξίζει. Δηλώνω, ευθύς, οπαδός του πληθυντικού αριθμού. Ενός αριθμού που σου δίνει την δυνατότητα να εκφράσεις τα αισθήματα και συναισθήματά σου με λεπτότητα και χάρη. Και, επί πλέον, σου επιτρέπει να χρησιμοποιήσεις εκφράσεις, συντακτικό και τρόπους παλιούς, ίσως ξεχασμένους, και σίγουρα αγαπημένους. Πληθυντικός, λοιπόν, της έκφρασης και της οικειότητας!

Gabriel Garcia Marquez,
Ζώ για να τη διηγούμαι,
[VIVIR PARA CONTARLA]
Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2003


01/02/2006