Όταν, σε εθνικό επίπεδο, συσσωρευμένες αντιξοότητες συναντούν τη χρόνια συσσωρευμένη ανικανότητα τα αποτελέσματα δεν μπορεί παρά να είναι τραγικά.
Είναι ανείπωτος ο πόνος για την παρατεταμένη καταστροφή που πλήττει τη χώρα. Ανείπωτο το βάρος που αυτές τις ώρες πλακώνει την ψυχή για ανθρώπους και περιβάλλον. Ανυπολόγιστο το κόστος.
Να υπάρξει τουλάχιστον φως στο σκοτάδι. Όταν κατακαθίσουν τα αποκαΐδια ας έχουμε τουλάχιστον διδαχθεί το μάθημά μας. Σε ατομικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο ας κάνουμε πράξη το:
Είναι πρωί. Κολυμπά. Η σκέψη ξεδιπλώνεται. Σαν κύμα. Το είπε ο Θαλής και ισχύει. “Τάχιστον νους∙ διά παντός γαρ τρέχει”. Και ο δικός του. Τάχιστος, όπως και των άλλων. Έκτωρ και Ανδρομάχη. Έτσι. Λόγω ταχύτητας. Και του παιδιού τους το όνομα; Μυστήριο μέγα!
Να κολυμπά και να σκαλίζει με τη σκέψη. Το ήξερε ότι κάποτε το ήξερε. Θυμότανε ότι υπήρχε και ένα σχετικό ποίημα του Σεφέρη με τίτλο το όνομα του παιδιού. Ένα ποίημα από το αγαπημένο του “Μυθιστόρημα”. Κολυμπούσε και έσπαγε το κεφάλι του. Κοίταζε τον ήλιο που ψήλωνε και δυσανασχετούσε.
Το προσέγγιζε το όνομα. Πάνω που θαρρούσε ότι το άγγιξε, ότι αρθρώνει την πρώτη συλλαβή του, το έχανε. Και πάλι από την αρχή. Του έγινε έμμονη ιδέα. Ένα όνομα αναζητούσε. Ένα όνομα που κάποτε το γνώριζε. Τίποτα. Ο “τάχιστος” νους το είχε προσπεράσει. Ρώτησε τους συν αυτώ. Ουδέν.
Έπραττε και μιλούσε και αισθανότανε ότι, σε ένα δεύτερο επίπεδο, το μυαλό του εξακολουθούσε να αναζητά το όνομα. Συλλογίστηκε κι αυτό: “Δεν είναι αδικία να θυμόμαστε τι δεν θυμόμαστε;”.
Κολυμπήσανε. Τους είδε ο ήλιος. Κινήσανε να φύγουνε. Τα γνωστά ογδόντα σκαλιά. Είχανε πια μπει στο αυτοκίνητο όταν, ουρανοκατέβατο, εμφανίστηκε στο μυαλό του το όνομα: Αστυάναξ!
Καμιά σχέση με ότι τον τριγύριζε. Πώς του είχε καρφωθεί στο νου ότι το όνομα άρχιζε από Ε; Χαμογέλασε. Το είπε στους άλλους. Ο νους είχε κάνει το χρέος του.
Όταν γύρισε στο σπίτι αναζήτησε το ποίημα του Σεφέρη. Θυμότανε σωστά. Επρόκειτο για το ποίημα ΙΖ’ του Μυθιστορήματος. Ιδού:
ΙΖ' ΑΣΤΥΑΝΑΞ
Τώρα που θα φύγεις πάρε μαζί σου και το παιδί που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι, μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες κι έλαμπαν όπλα και τ' άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν' αγγίξουν την πράσινη επιφάνεια του νερού στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.
Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα ήτανε μια γερή χαρά μια πλούσια τάξη για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.
Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει, πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως κάτω απ' τα φύλλα εκείνου του πλατάνου και μάθε του να μελετά τα δέντρα.
Ήταν μια εποχή που εκείνος και η Ν. αντάλλασσαν καθημερινώς μηνύματα μέσω των κινητών τηλεφώνων τους. Μια εποχή που είχε θαφτεί από τα χρόνια και τα όσα μεσολάβησαν. Χωρίστηκαν. Χαθήκανε. Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα που είχαν αρχίσει να επικοινωνούν γράφοντας με τον αντίχειρα. Τότε που τα κινητά δεν ήταν του συρμού και που δεν είχαν απορροφηθεί από την καθημερινότητα.
Θυμόταν τη διαδικασία. Τη συγκίνηση την κάθε φορά που έφτανε ένα μήνυμά της. Δίχως να ανταλλάσσουν τα σημαντικά και σπουδαία είχαν ανάγει την διαδικασία σε ένα απαραίτητο συστατικό της ζωής τους. “Δεν παίρνω μήνυμα” σήμαινε, και για τους δυο: “Δεν περνά ο χρόνος”.
Μετάνιωνε που δε φρόντισε να κρατήσει τα μηνύματα που τότε ταξίδευαν μεταξύ των συσκευών τους. Ήταν εκατοντάδες μα θα μπορούσε να το έχει επιχειρήσει. Και να το έχει καταφέρει. Τι θησαυρό θα κρατούσε αν τα είχε! Αποσπασματικά κράτησε μερικά από αυτά, τα πικρά τελευταία, αντιγράφοντάς τα και ήταν, πραγματικά, πολύτιμα.
Συλλογιζότανε την εποχή, τη διαδικασία, τη Ν. Έτσι ήρθε ένα από τα μηνύματα της και θρονιάστηκε στη σκέψη του. Βρισκόταν σε επαγγελματικό ταξίδι, με συναδέλφους, κάπου στη Μακεδονία. Επιστρέφανε με αυτοκίνητο και είχε πάρει να σκοτεινιάζει σε μια Εθνική Οδό γεμάτη έργα και παρακάμψεις Μηνύματα ταξιδεύανε σχεδόν κάθε μια ώρα. Μηνύματα που σπάζανε τη μονοτονία του ταξιδιού και χαϊδεύανε το στομάχι.
Πλησιάζανε πια στο τέλος της διαδρομής. Εκεί, στο ύψος της Κηφισιάς, ήλθε το μήνυμα της:
Ένα ξύλινο κιβώτιο σε σχήμα ορθογώνιου παραλληλεπιπέδου βαμμένο καφέ. Στην αποθηκούλα κάτω από τη σκάλα, στο υπόγειο της Τ47. Ούτε που θυμόμουνα τι είχε μέσα. Το άνοιξα. Βιβλία και περιοδικά. Βιβλία σχολικά και λυσάρια. Κυρίως αναγνωστικά τα βιβλία, κυρίως μαθηματικών τα λυσάρια. Τα ξεφύλλισα. Αναθυμήθηκα.
Και τα περιοδικά. Μάσκα, Μασκούλα, Μυστήριο και τα οκτώ πρώτα τεύχη του μικρού σχήματος, 11χ15 cm2, περιοδικού “Διαμάντι’’, “Αριστουργηματικά μικρά μυθιστορήματα γύρω από Εξωτικές, Διαπλανητικές, Ιστορικές, Εξερευνητικές, Δραματικές, Πολεμικές, Κατασκοπικές, Ναυτικές ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ’’, δεμένα σ’ ένα αυτοσχέδιο τόμο από εμένα τον ίδιο.
Και αρκετά περιοδικά για τραγούδια και μουσική. Ένα τεύχος, το δεύτερο, του δεκαπενθήμερου περιοδικού “13-19’’ της 11/12/1971 με τιμή κτήσης 6 Δρχ. Τρία τεύχη, το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο, του δεκαπενθήμερου περιοδικού “ΣΩΟΥ’’ με το πρώτο αγορασμένο την 06/02/1971 και τιμή κτήσης 10 Δρχ. για το καθένα.
Και τέλος καμιά τριανταριά τεύχη του μηνιαίου περιοδικού “Μοντέρνο Τραγούδι και Τηλεόρασις’’, ΜΤΤ για συντομία, με πρώτο τεύχος το υπ’ αριθμόν 309 του Ιανουαρίου 1971 με κόστος κτήσης, για τα πρώτα τεύχη τουλάχιστον, 6 Δρχ. και στο εξώφυλλο τον αγαπητό Adamo. Η συνιστώσα “Τηλεόρασις”, βέβαια, αδυνατώ να κατανοήσω τι αντιπροσωπεύει μιας και τίποτα το σχετικό δεν βρήκα στα τεύχη που ξεφύλλισα.
Τα έχω μπροστά μου, λοιπόν. Τα ξεφυλλίζω. Με τα σημερινά δεδομένα αποτελούν φθηνές εκδόσεις με πολύ κακή ποιότητα φωτογραφιών, και έγχρωμες μόνο στο “ΣΩΟΥ’’. Όλα περιέχουν στίχους τραγουδιών με το ΜΤΤ να είναι προσανατολισμένο κυρίως σ’ αυτό. Οι στίχοι των ξενόγλωσσων τραγουδιών, αγγλικών κατά βάση, είναι σε Ελληνική φωνητική απόδοση δίχως το πρωτότυπο ή κάποια μετάφραση.
Στο “13-19’’ υπάρχει το “Τop 20’’ της εποχής ενώ στα “ΣΩΟΥ’’ και ΜΤΤ το “Top 30’’. Νοστάλγησα την εποχή, τότε που ήμουνα στα δεκάξι μου. Αναθυμήθηκα ένα σωρό τραγούδια πολλά από τα οποία είναι ακόμα αγαπημένα μου. Βρήκα άλλα άγνωστα ή που δεν τα θυμούμαι, και που σκοπεύω να τα αναζητήσω. Περιοδικά πολύτιμα για τις πληροφορίες που κουβαλούν και τις μνήμες που ξυπνούν.
Τριανταπέντε τόσα χρόνια μετά μπορώ και χαίρομαι που τα αγόρασα. Μπορώ και χαίρομαι που τα κράτησα και να χαίρομαι διπλά τώρα που τα [ξανα]διαβάζω και ανασταίνω μια εποχή. . .
Ακούγεται το τραγούδι “In The Summertime”, με τους MungoJerry, το οποίο και εμφανίζεται και σαν πρώτο στο “Top – 30” του τεύχους του Ιανουαρίου 1971 του ΜΤΤ όπως φαίνεται και στην σχετική εικόνα της παρούσας εγγραφής.
Απόθεσε τα πράγματα της κοντά στην πετσέτα του. Έπεσε. Βγήκε πρώτος. Διάβαζε ένα βιβλίο. Βγήκε δεύτερη. Έλυνε σταυρόλεξα. Την κοίταξε. Τον κοίταξε. Έφυγε πρώτη.
Τρίτη
Απόθεσε τα πράγματα του κοντά στην πετσέτα της. Έπεσε. Βγήκαν μαζί. Του χαμογέλασε. Ανταπόδωσε. Έλυνε πάλι σταυρόλεξα. Ρώτησε:
Έφτασε πρώτος. Κολύμπησαν μαζί. Βγήκαν. Έφυγαν μαζί. Μπήκαν στα αυτοκίνητά τους. Την χαιρέτησε σηκώνοντας το δεξί χέρι. Του χαμογέλασε. Ο καθρέφτης του αυτοκινήτου του γέμισε από το κόκκινο δικό της. Τον “πήγε” μέχρι το σπίτι του.
Παρασκευή
Βγήκε από το σπίτι του. Τον περίμενε με τα αλάρμ και τη μηχανή αναμμένη. Κάθισε δίπλα της. Ξεκίνησαν. Κολυμπήσανε. Τον άφησε έξω από το σπίτι του.
“Με λένε Στέλιο”, της είπε.
“Με λένε Στέλλα”, απάντησε.
“Στέλλα, τι κάνεις το βράδυ;”, τη ρώτησε.
“’Ο,τι μου πεις”, απάντησε.
Σάββατο
Το τηλεφώνημα ξύπνησε τη Φ. Ήταν εννιά το πρωί.
“Έλα, καλημέρα. Η Κατερίνα είμαι. Μου χρωστάς 299 ευρώ”
“Και γιατί;” ρώτησε, νυσταγμένη ακόμα, η Φ.
“Το βράδυ κοιμήθηκα με το Μιχάλη. Και όχι σε επτά μέρες αλλά σε πέντε.”
“Μπορείς να το αποδείξεις;”
“Ρώτα τον για τη Στέλλα”
“Εντάξει. Έλα να τα πάρεις”
Ακούγεται το “One” με τον JohnnyCash. Προσοχή στον στίχο, παρακαλώ. . .
Δρόμοι με μικρή κίνηση. Δρόμοι που οδηγούν στη θάλασσα. Ώρα πρωινή, που η μέρα ακόμη τεντώνεται. Όπως το κορμί. Διαδρομή με το αυτοκίνητο. Δεξιά η θάλασσα. Αριστερά τα έργα των ανθρώπων. Αίσθημα χαράς και προσμονής. Το αεράκι από το ανοιχτό παράθυρο, η μεταβαλλόμενη θέα. Ο κυματισμός.
Άφιξη. Τα ογδόντα, συνολικά, σκαλιά της καθόδου. “Μια θάλασσα μικρή”. Κι ο βράχος, εκεί, σαν άγκυρα. Το αγαπημένο, πλέον, σημείο. Οι ίδιες κινήσεις. Η ιδία αγαλλίαση της επαφής. Η θάλασσα! Κρύα, τόσο που ν’ ανατριχιάζει το δέρμα, να αφυπνίζεται η μνήμη. Το νησάκι, απέναντι, σαν σκαντζόχοιρος δίχως αγκάθια.
Ένα μικρό μυστήριο το γιατί η επαφή με τη θάλασσα φέρνει στην επιφάνεια τις ίδιες σκέψεις, τα ίδια πρόσωπα. Κάθε φορά. Κάθε χρόνο. Πρόσωπα με ρόλους πρωταγωνιστή σε έργα που παίχτηκαν και πάνε. Μένει η ανάμνηση να επανέρχεται και να βασανίζει. Η απορία για το αν η τελευταία πράξη ήταν αυτή που ταίριαζε ή όχι.
Στου νερού τη μέση. Κυκλωμένος από σκέψεις και πρόσωπα συγκεκριμένα. Με τον ήλιο, απέναντι, να ψηλώνει και να καίει. Εικόνες που έρχονται. Εικόνες που φεύγουν. Κομμάτια παρελθόντος που ζωντανεύουν. Γεγονότα, περιστατικά, στιγμές.
Η μνήμη αρχιτέκτονας που στήνει σκηνικά επάνω στο κύμα. Να κολυμπάς και να συλλογιέσαι. Να κολυμπάς και να τυραννιέσαι. Έτσι. Γιατί τα που όπως πέρασαν πέρασαν. Για τα που δε στάθηκες ικανός ν’ αλλάξεις. Για όλα όσα πόθησες και δε γεύτηκες.
Η θάλασσα μια μάζα ζωντανή που σε σηκώνει. Σε δέχεται. Σε δροσίζει. Για μια ώρα, σχεδόν, εσύ, οι σκέψεις σου κι αυτή. Μια καλή ευκαιρία για ενδοσκόπηση, για αναζήτηση των σημείων που η ζωή σου στράβωσε ή άλλαξε. Μια καλή ευκαιρία για ανασυγκρότηση και χάραξη πορείας. Κάτω απ’ το γαλάζιο τ’ ουρανού, μέσα στο μπλε της θάλασσας.
[Συμφώνως μα τα της προηγούμενης εγγραφής] Ακούγεται το εξαιρετικό, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, “The Green Leaves of Summer”, των Dimitri Tiomkin και Paul Francis Webster, από το συγκρότημα των BrothersFour. Το συγκεκριμένο τραγούδι αποτελεί το κύριο θέμα της κινηματογραφικής ταινίας “The Alamo”, του 1960 με τον JohnWayne. Αν κρίνω από την ιστορία της ταινίας, την οποία δεν έχω δει, και τους στίχους του τραγουδιού θα πρέπει να έχουμε το συνδυασμό που σκοτώνει. . .
Υ.Γ. Έτη Πολλά και Καλά σε Όλες/Όλους Όσες/Όσους σήμερα έχουν την ονομαστική τους γιορτή.
Είναι στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Η μητέρα μου είναι γύρω στα τριάντα πέντε της. Εγώ και η αδελφή μου στα έξη – επτά μας. Όταν θα φτάσουμε σε ηλικία που να “καταλαβαίνουμε” η μητέρα μου θα μας διηγηθεί πώς πέρασε ένα ολόκληρο βράδυ της ζωής της, την συγκεκριμένη εποχή, ακούγοντας ένα τραγούδι. Ή καλύτερα, με την προσμονή να ξανακούσει, μετά το πρώτο άκουσμα, ένα τραγούδι. Ένας, τότε, γείτονας είχε πάρτι. Από τα τραγούδια που ακουγόντουσαν, λοιπόν, ξεχώρισε και γοητεύτηκε από αυτό που μας ονομάτισε σαν: “Τα Πράσινα Λιβάδια”.
Ένα μικρό μυστήριο είναι το πώς έμαθε και συγκράτησε τον τίτλο του τραγουδιού μιας και δεν γνώριζε καθόλου Αγγλικά. Ένα τραγούδι που την εντυπωσίασε με την μελωδία του, μιας και δεν καταλάβαινε γλώσσα και στίχους, και φώλιασε στη μνήμη και την καρδιά της. Μοιάζει ότι ήταν και από τα αγαπημένα τραγούδια του υπεύθυνου για τη μουσική σ’ εκείνο το πάρτη γιατί, κατά την μητέρα μου, το τραγούδι ακούστηκε αρκετές φορές μέσα σ’ εκείνη τη νύχτα.
Μεγαλώσαμε. Αποκτήσαμε το πρώτο μας πικ-απ. Κάποια στιγμή έπεσαν στα χέρια μας και τα περίφημα “Πράσινα Λιβάδια”, “Greenfields” ο αυθεντικός τίτλος, της μητέρας μου. Επρόκειτο για έναν 45άρι, τότε, δίσκο με ένα καταπληκτικό φλιπ-σάϊντ. Το κομψοτέχνημα “TheGreenLeavesofSummer”. Και τα δυο τραγούδια ερμηνευμένα από το φωνητικό συγκρότημα των BrothersFour. Εξαιρετικά και πανέμορφα και τα δύο. Πολύ αργότερα, στις 12/02/2002, και με την επικράτηση των δίσκων σε φορμάτ CD θα αγοράσω από τα καταστήματα Metropolis της Αθήνας το δίσκο “The Brothers Four Greatest Hits” στα δώδεκα τραγούδια του οποίου περιλαμβάνονται και τα δυο πανέμορφα τραγούδια για τα οποία συζητάμε.
Από τον δίσκο αυτό ακούμε σήμερα τα μελωδικότατα “Πράσινα Λιβάδια”, μια σύνθεση των Frank Miller, Richard Dehr και Tony Gilkyson, και στην επόμενη εγγραφή ελπίζω να ακούσουμε το εξίσου μελωδικό και όμορφο “TheGreenLeavesofSummer” των Dimitri Tiomkin και Paul Francis Webster πάντα από τους BrothersFour.
Τελευταίος πρωινός καφές σήμερα στο γραφείο 702. Τελευταία πρωινή είσοδος στο κτίριο. Τελευταίο των δυο φυτών μου πότισμα. Τα αφήνω πίσω μου μαζί με κάποια ντοσιέ και τον Η/Υ μου καθαρισμένο και έτοιμο για τον νέο ιδιοκτήτη του. Αποχαιρετισμός με ένα CD από έναν νέο και εκλεκτό συνάδελφο με τον οποίο δεν ευδόκησε να συνεργαστούμε. “Sous Le Ciel De Paris”, λοιπόν, και γαλλικές μελωδίες στο ακορντεόν.
Από την Δευτέρα κανονική άδεια εβδομάδων τριών. Επιστροφή, στο καινούργιο γραφείο, την Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου. Μια κανονική άδεια που θα εξαντληθεί “επί τόπου” με μικρές αποδράσεις και χαλαρή, κατά το δυνατό, διάθεση. Οι λόγοι της μη απομάκρυνσης πολλοί με κυριότερο αυτόν της κατάστασης της υγείας της μητέρας μου που αφήνει μικρά περιθώρια για αποδράσεις.
Και πάλι το γνωστό “όνειρο” του να βάλω “τάξη στο χάος”. Και εννοώ να ξεσκαρτάρω, ταξινομήσω και διευθετήσω τα υπάρχοντα μου [δίσκους, ταινίες, βιβλία, περιοδικά, συλλογές, “χαρτιά” και άλλα] στο σπίτι [Α29] και το πατρικό [Τ47]. Κάθε φορά η σφοδρή επιθυμία, το εκ βαθέων “γλίχομαι”, και την κάθε φορά τα πενιχρά αποτελέσματα. Δεν υπόσχομαι, λοιπόν, τίποτα το μεγάλο στον εαυτό μου. Το τοποθετώ στη βάση του “Θα προσπαθήσω” και εύχομαι η κατάλληλη διάθεση να παραλληλιστεί με το διαθέσιμο χρόνο.
Τελικώς το “ημερολόγιο” αυτό έχει αποβεί αναπόσπαστο κομμάτι του χειρόγραφου. Η κανονικότητα του, αυτό το Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή, μάλιστα, το καθιστά πολύτιμο για μια στενότερη παρακολούθηση της καθημερινότητας μου. “Ποιος νοιάζεται;” θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος και να ‘χει και δίκιο. “Μπερδεμένα οικόπεδα!” είναι η απάντηση. Αλλιώς ξεκινάνε τα πράγματα κι αλλιώς καταλήγουν. Συμπέρασμα; Νοιάζεται όποιος νοιάζεται και για όσο νοιάζεται. Και αρκεί.
Πρόκειται για το τραγούδι “Luka” της SuzanneVegaτο οποίο ηχογραφήθηκε το 1987. Ακόμα ένα τραγούδι το οποίο, θαρρώ, κάλλιστα επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες από αυτές που η δημιουργός του έταξε. Προσωπικά όταν το πρωτοάκουσα, και ομολογώ ότι μου άρεσε αμέσως, σχημάτισα την εντύπωση ότι αναφέρεται σε μια κοπέλα την οποία κακοποιεί ο σύντροφός της. Μια κοπέλα που προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα στο ένοικο του αποκάτω διαμερίσματος. Οι μεγάλες πόλεις, οι δύσκολες σχέσεις, οι απρόσωπες πολυκατοικίες και τα τοιαύτα.
Η έμπνευση της δημιουργού και ερμηνεύτριας όμως ξεκίνησε από εντελώς διαφορετική βάση. Η ίδια λέει:
“Πριν από μερικά χρόνια έβλεπα μια ομάδα παιδιών να παίζει μπροστά από την πολυκατοικία μου και υπήρχε ένα απ’ αυτά, το όνομα του οποίου ήταν Λούκα, που έμοιαζε κάπως διαφορετικός από τα άλλα παιδιά. Θυμόμουνα πάντοτε το όνομά του, και θυμόμουνα πάντοτε το πρόσωπό του και δεν γνώριζα πολλά γι’ αυτόν αλλά έμοιαζε ξεκομμένος από τα άλλα παιδιά που τα έβλεπα να παίζουν. Και είναι ο χαρακτήρας του πάνω στον οποίο στήριξα το τραγούδι Λούκα. Στο τραγούδι το αγόρι Λούκα είναι ένα κακοποιημένο παιδί – στην πραγματική ζωή δεν νομίζω ότι ήταν. Νομίζω ότι ήταν μόνο διαφορετικός”
Ένας κύκλος που ολοκληρώθηκε, καταναλώνοντας χρόνο 1933 ημερών, την 31η Ιουλίου 2007. Μια επιλογή που αποδείχθηκε ανεπιτυχής. Για λόγους πολλούς. Μια επιλογή που κόστισε ικανά ψυχικά αποθέματα και με την οποία, στα τελευταία, δοκιμάστηκε η αντοχή και ο χαρακτήρας μου. Και άντεξα καλά. Αδυνατώ να ισχυριστώ ότι δεν ευθύνομαι. Ευθύνομαι και το αποδέχομαι. Και για την επιλογή και για την εξέλιξη που είχε. Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι δεν ευθύνομαι για τις αναπηρίες, την ανεπάρκεια και τον χαρακτήρα των άλλων. Η βεβαιότητα ότι, σε καμιά περίπτωση, το ποσοστό ευθύνης μου δεν υπερβαίνει το 50%. Δεν έπαιξα αλλά έχασα. Το είδα να έρχεται και να γίνεται και δεν αντέδρασα ως όφειλα. Αλλά έχει ο καθένας τον χαρακτήρα και την αξιοπρέπεια του. Απεγκλωβίστηκααλλά το πλήρωσα. Τώρα γυρίζω, έτη πέντε μετά, εκεί απ’ όπου έφυγα. Γνωρίζω πρόσωπα και πράγματα. Ελπίζω να αποδειχθώ σοφότερος και αποτελεσματικότερος. Δεν μοιάζει να είναι εύκολο αλλά έχω όλη την καλή διάθεση να το παλέψω. Μετακίνηση, μεταβατικό στάδιο προσαρμογής, νέα καθήκοντα και υποχρεώσεις. Επιστροφή στην μεγάλη οικογένεια από την οποία ξεκίνησα 24 έτη πριν. Και μου αρέσει!
Αίσθηση απίστευτης έλξης. Εγγύτητα που πολλαπλασιάζει τη βούληση να κατακτήσει το άλλο σώμα. Την άλλη ψυχή. Σώμα που δεν του επιτρέπεται και ασφυκτιά. Ανακάτεμα στο στομάχι. Αισθήσεις που μουδιάζουν το μυαλό. Συναγερμός. Μυαλό που κλειδώνει το στόμα. Αυτοπεριορισμός που μάχεται την αυτοκατάργηση. Μονοδιάστατη, εξακοντισμένη, βούληση και σκέψη. Λέξεις, που φτάνουν στην άκρη της γλώσσας και γκρεμίζονται για να μην ακουστούν. Κάθε βήμα και προσπάθεια για να σιγήσει αυτό που μοιάζει το μόνο δίκαιο. Το φυσιολογικό. Αντίσταση μέχρι εσχάτων. “Το σιγαθέν θνήσκει”.
Μια πρόταση που γίνηκε σε χρόνο ανύποπτο και που οι συνθήκες προσφέρονται για να εκπληρωθεί. Μια πρόταση που θα παρέτεινε τις κοινές στιγμές. Μια πρόταση που σκόνταψε στο “Όταν δίνεις στον απέναντι μια ευκαιρία να σου δείξει το ενδιαφέρον του κράτα και μικρό καλάθι”. Διάψευση, για πολλοστή φορά, στο χαμηλότερο επίπεδο. Ανύπαρκτο ενδιαφέρον. Στάση που εκνευρίζει, αποθαρρύνει, αποσυντονίζει και επικυρώνει μια ασυνέχεια που πληγώνει. Ασυμμετρία. Έλλειψη κρίσιμη μάζας. Εποχικότητα. Μίζερη κανονικότητα.
Εγγύτητα ζέουσα πραγματικότητα. Απαιτητική, ανυποχώρητη. Τη βιώνει. Βαδίζει δίπλα του. Το κορμί της σε απόσταση μπράτσου. Η πλούσια κόμμη. Η ματιά και της φωνής η χροιά. Αν μιλούσε το βλέμμα, αν ψιθύριζε το κορμί! Βήμα το βήμα. Μιλώντας τα επιφανειακά και ανώδυνα. Σε λίγο, όταν η εγγύτητα πάψει να κυριαρχεί, θα ανασάνει βαθιά και θα ανασυνταχθεί. Θα έχει όλο το χρόνο να μετανιώσει. Μέχρι τότε προσπαθεί να μη ξεστομίσει. Να μην πει. Να μη φανερώσει ότι μέσα του καίει. Ανόητος όποιος θαρρεί ότι μπορεί από το δάχτυλό του πίσω να κρυφτεί.
Μετρά τα βήματα. Υπολογίζει που θα την αφήσει και θα πάρει το δρόμο του. Λυπάται. Η λύτρωση έρχεται αναπάντεχα. Του θυμίζει την πρόταση. Προτείνει την υλοποίηση της. Είναι συγκρατημένος. Θανάσιμα σοβαρός. Χαίρεται που θυμάται και επιθυμεί. Συγκατανεύει. Οδεύουν. Με την εγγύτητα να τον βασανίζει. Να λαχταρά και όμως να επιβάλλει σιδηρά πειθαρχία στο μυαλό, τα μέλη και τη γλώσσα. Φθάνουν. Μετρημένες λέξεις, υπολογισμένη άρθρωση, παράταση της στιγμής, αίσθηση του πραττόμενου. Μικρές, ελεγχόμενες αποκλίσεις. Ένα φευγαλέο χάδι για ένα κοκκίνισμα.
Ειπώθηκε ότι ήταν να ειπωθεί. Ό,τι ήταν να υπονοηθεί, υπονοήθηκε και θα ταξιδέψει. Πορεία επιστροφής. Σημείο αποχωρισμού. Τη φίλησε. Το χέρι του στην πλάτη της την κράτησε πάνω του μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω από το τυπικά επιτρεπόμενο. Χωρίσανε. Το σύμπαν αγνοεί, η ζωή συνεχίζεται.
“. . . Έμοιαζε πάντα λυπημένος, - ίσως απ’ τη δύναμή του
που δεν κατάφερε ποτέ να τη σκοτώσει· - μια ωραία λύπη
σαν την πλατειάν, απογευματινή μελαγχολία της άνοιξης. Και του
Ξύπνησε με έντονη την αίσθησή της. Πάλι και πάλι. “Και τι είναι αυτό, επιτέλους, που αναζητάμε κοιμόμαστε ενώ;” αναρωτήθηκε. Ενύπνιο υπηρεσιακό με συναδέλφους πλήθος. Με κρίσεις και απόψεις που θα έκανε και θα είχε και στον ξύπνιο του ακόμα. Έγχρωμο και έντονο. Και η κατάληξη, για πολλοστή φορά, σ’ εκείνη.
Στο πατρικό της ΜΑ, στην οδό Κ. στην Ηλιούπολη. Πόσα χρόνια είχε να επισκεφθεί το σπίτι αυτό; Μπήκε στην ευρύχωρη κουζίνα. Καθόταν σε μια καρέκλα μ’ ένα όμορφο, μακρύ, κόκκινο φόρεμα. Κρατούσε στα χέρια μια φωτογραφική μηχανή, αναλογική 35άρα SLR, μ’ έναν ογκώδη τηλεφακό και την περιεργαζόταν. Στο χώρο και η ΔΦ. Μιλούσαν. Προσπέρασε. Πήγε στο νεροχύτη, έπλυνε τα χέρια του. Μπήκε στη μικρή αποθηκούλα αριστερά του νεροχύτη. Στη θέση των ραφιών μια ντουζιέρα. “Μπα! Πότε την αλλάξανε;” συλλογίστηκε. Μια πετσέτα που κρατούσε του έπεσε κάτω. Έσκυψε και τη σήκωσε.
“Όχι, δεν θα πάω κοντά της. Δεν θα πάρω τη μηχανή στα χέρια μου, δε θα της μιλήσω” σκεφτότανε. Ήταν, στον ύπνο του, θυμωμένος μαζί της. Τόσο όσο απογοητευμένος ήταν στον ξύπνιο του. Άκουσε το ξυπνητήρι στο ρολόι που φορούσε να κτυπά. Άνοιξε τα μάτια. Σηκώθηκε. Το μυαλό του ήταν ποτισμένο από την παρουσία της. Η οντότητα της, τυλιγμένη στο κόκκινο φόρεμα, κυριαρχούσε. “Μυαλό κερνάει και μυαλό πίνει” αποφάνθηκε και έπλυνε το πρόσωπο του.
Δεν ήθελε πάρε – δώσε μαζί της. Ούτε καν στον ύπνο του. Δεν την ήθελε στα ενύπνια του, δεν την ήθελε στα όνειρα του, δεν την ήθελε πουθενά. “Είχαμε την ευκαιρία μας” έλεγε στον εαυτό του “και την αφήσαμε και έφυγε και πέρασε και πάει”. Λοιπόν; Πόσο να περιμένει κανείς την σταγόνα που θα κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει; Πόσο καιρό, και πόσες φορές, μπορεί στα κρυφά να το αδειάζει και να προσποιείται ότι υπάρχει χρόνος, υπάρχουν δυνατότητες, υπάρχουν προοπτικές; Ρωμαλέα η ζωή κάνει τη δουλειά της και την κάνει σωστά. Χωρίζουν οι δρόμοι των ανθρώπων, γίνονται διχάλα. Αλίμονο σ’ αυτούς, που όντας προσκολλημένοι στο παρελθόν, πορεύονται πισωπατώντας. Μηδένισε τις σκέψεις του. Σάρωσε τις αναμνήσεις. Αποτίναξε την αίσθηση της.
“Ο χρόνος
Που πέρασε
Είναι χρόνος
Που χάθηκε
Κι οι πίκρες
Που γεύτηκες
Ουσίες του νου”
Είπε φωναχτά. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και βγήκε.
Από τις δεκαετίες του 60 και του 70 ο Salvatore Adamo και το αγαπημένο “J’ Aime”. Για όσους αντιστέκονται στην προκάτ αισθητική “VideoClip” των καιρών και μπορούν να απολαμβάνουν τραγούδια που είναι τραγούδια. . .