Πέμπτη 13 Απριλίου 2006
Τρίτη 11 Απριλίου 2006
Αείποτε [ΝΚ]
Μια. Δυο. Δεκαπέντε. Εκατό, ίσως; Πάντοτε λίγες. Ακριβές. Μετρημένες. Η μια για την άλλη απαραίτητη. Συνταιριαγμένες. Για να εγκλείσουν. Να αποκλείσουν. Να σημάνουν. Να περιγράψουν. Να προσκαλέσουν. Να δείξουν. Να πούνε. Αγαπημένες που ταξιδέψανε. Κάποτε σε διπλανά τετράγωνα. Από ωκεανούς επάνω κάποτε. Στο αέρα άλλοτε. Πολλές φορές από σύρματα μέσα. Ταξιδέψανε. Φθάσανε. Λίγο και από λίγους. Αγαπηθήκανε. Ξεχαστήκανε. Σε κίτρινα χαρτιά. Σε σβησμένες οθόνες. Σε bits και bytes. Κάτω από άλλες. Δίπλα σε άλλες. Πλέον ανήμπορες. Καρβουνάκια σβησμένα. Μεταφέρανε το μήνυμα. Τελειώσανε. Πάνε. Μόνο εγώ τις θυμάμαι. Τις αναλογίζομαι. Τις πονάω. Ακόμα και για πάντα. Αγαπημένες κόρες που έπεμψα οι λέξεις που έγραψα.
11/04/2006
Κυριακή 9 Απριλίου 2006
Πειρασμός [ΝΚ]
Ιστορία μυστήρια το διαδίκτυο. Ακόμα πιο μυστήρια ιστορία τα “Ηλεκτρονικά Ημερολόγια” (Blogs, βαρβαριστί). Πολλοί άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά με τη δυνατότητα να δημοσιοποιήσουν σκέψεις, απόψεις, κείμενά τους. Και το έπραξαν. Και δημιουργήθηκε ένα μικρό χάος. Μια διαλέγετε – και – παίρνετε κατάσταση.
Μπορείς να βρεις των ειδών τα είδη όλα. Και σοβαρούς και φευγάτους και ανόητους και σοβαρούς και σοβαρότατους και επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Φιλότεχνους, φιλόζωους, εαυτούληδες, “ποιητές”, ποιητές, λογοτέχνες, “λογοτέχνες”, γλωσσοπλάστες, γλωσσαμύντορες, πυροβολημένους, στερημένους, άνετους, στριμωγμένους, βλάκες, έξυπνους και κολλημένους. Το άσπρο τονίζει το μαύρο και το μαύρο το άσπρο. Ο καθένας το λιθαράκι του και μερικοί τις κοτρόνες τους.
Μια καλή ευκαιρία για σύγκριση. Μια καλή ευκαιρία για ευγενή άμιλλα, αν θέλετε. Ευκαιρία να μετρήσει κανείς τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του. Να δει τι υπάρχει στον κόσμο. Είναι εύκολο να νομίζεις τον εαυτό σου “κάποιον” και “κάτι”. Το πιθανότερο, με λίγο ψάξιμο, να διαπιστώσεις ότι είσαι “κάποιος” ή “κάτι” λιγότερο ή και λιγότερο πολύ. Δεν θέλω να πω ότι η “σύγκριση” είναι αυτοσκοπός. Μα συμβαίνει.
Ξαφνίστηκα, λοιπόν, όταν διαπίστωσα ότι αισθανόμουν άβολα μπροστά σε καλοδουλεμένες, άρτιες, καλογραμμένες εγγραφές. Η λογική μου αναγνώριζε το καλύτερο και ανώτερο. Θαύμαζα. Υποκλινόμουνα. Μα μέσα μου, όμως, κάτι με τσίμπαγε, κάτι με ενοχλούσε. Ήθελα να γίνω έτσι, να γράψω έτσι. Μάταιος κόπος. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Είναι καλύτερο να βαδίζεις το δρόμο σου. Να ακολουθήσεις την κλήση σου. Να γράψεις γι’ αυτά που σε πονάνε. Γι’ αυτά που ανάλωσες σκέψη και ψυχή. Ή και για να το πάμε όσο, ίσως, μακριά πάει να προσπαθήσουμε το:
- Τήρησον ουν σεαυτόν απλούν, αγαθόν, ακέραιον, σεμνόν, άκομψον, του δικαίου φίλον, θεοσεβή, ευμενή, φιλόστοργον, ερρωμένον προς τα πρέποντα έργα.
(“Τα εις Εαυτόν” - Μάρκος Αυρήλιος).
Να κρατηθούμε, λοιπόν, στην τροχιά μας. Του εαυτού μας εντός. Πιστοί στις αγάπες και τις σκέψεις μας. Επακριβώς “ερρωμένοι προς τα πρέποντα έργα” [μας]. Ελεύθεροι μέσα στα περιορισμένα ενδιαφέροντα μας προσπαθώντας για το καλύτερο. Με συνέπεια και συνέχεια. Αναζητώντας τους ομοίους μας. Ελκύοντας και ελκυόμενοι από τους διαφορετικούς. Για την χαρά να κοινοποιείς, να μοιράζεσαι, να επικοινωνείς. Να χαίρεσαι και να πικραίνεσαι. Να συντονίζεσαι και να αποσυντονίζεσαι. Να λαμβάνεις μηνύματα, να στέλνεις μηνύματα. Να σου λένε και να λες. Να εντάξεις την διαδικασία στην καθημερινότητά σου. Για όσο κρατήσει. Για όσους κρατήσει. Συνειδητά, εντίμως. Αναζητώντας το καλύτερο. Αναγνωρίζοντας το καλύτερο. Ήρεμα και απλά.
09/04/2006
Υ.Γ. Σχετική με το υπόψη θέμα είναι και η εγγραφή “Ανήκειν [ΝΚ]” της 15/02/2006
Μπορείς να βρεις των ειδών τα είδη όλα. Και σοβαρούς και φευγάτους και ανόητους και σοβαρούς και σοβαρότατους και επαγγελματίες και ερασιτέχνες. Φιλότεχνους, φιλόζωους, εαυτούληδες, “ποιητές”, ποιητές, λογοτέχνες, “λογοτέχνες”, γλωσσοπλάστες, γλωσσαμύντορες, πυροβολημένους, στερημένους, άνετους, στριμωγμένους, βλάκες, έξυπνους και κολλημένους. Το άσπρο τονίζει το μαύρο και το μαύρο το άσπρο. Ο καθένας το λιθαράκι του και μερικοί τις κοτρόνες τους.
Μια καλή ευκαιρία για σύγκριση. Μια καλή ευκαιρία για ευγενή άμιλλα, αν θέλετε. Ευκαιρία να μετρήσει κανείς τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του. Να δει τι υπάρχει στον κόσμο. Είναι εύκολο να νομίζεις τον εαυτό σου “κάποιον” και “κάτι”. Το πιθανότερο, με λίγο ψάξιμο, να διαπιστώσεις ότι είσαι “κάποιος” ή “κάτι” λιγότερο ή και λιγότερο πολύ. Δεν θέλω να πω ότι η “σύγκριση” είναι αυτοσκοπός. Μα συμβαίνει.
Ξαφνίστηκα, λοιπόν, όταν διαπίστωσα ότι αισθανόμουν άβολα μπροστά σε καλοδουλεμένες, άρτιες, καλογραμμένες εγγραφές. Η λογική μου αναγνώριζε το καλύτερο και ανώτερο. Θαύμαζα. Υποκλινόμουνα. Μα μέσα μου, όμως, κάτι με τσίμπαγε, κάτι με ενοχλούσε. Ήθελα να γίνω έτσι, να γράψω έτσι. Μάταιος κόπος. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Είναι καλύτερο να βαδίζεις το δρόμο σου. Να ακολουθήσεις την κλήση σου. Να γράψεις γι’ αυτά που σε πονάνε. Γι’ αυτά που ανάλωσες σκέψη και ψυχή. Ή και για να το πάμε όσο, ίσως, μακριά πάει να προσπαθήσουμε το:
- Τήρησον ουν σεαυτόν απλούν, αγαθόν, ακέραιον, σεμνόν, άκομψον, του δικαίου φίλον, θεοσεβή, ευμενή, φιλόστοργον, ερρωμένον προς τα πρέποντα έργα.
(“Τα εις Εαυτόν” - Μάρκος Αυρήλιος).
Να κρατηθούμε, λοιπόν, στην τροχιά μας. Του εαυτού μας εντός. Πιστοί στις αγάπες και τις σκέψεις μας. Επακριβώς “ερρωμένοι προς τα πρέποντα έργα” [μας]. Ελεύθεροι μέσα στα περιορισμένα ενδιαφέροντα μας προσπαθώντας για το καλύτερο. Με συνέπεια και συνέχεια. Αναζητώντας τους ομοίους μας. Ελκύοντας και ελκυόμενοι από τους διαφορετικούς. Για την χαρά να κοινοποιείς, να μοιράζεσαι, να επικοινωνείς. Να χαίρεσαι και να πικραίνεσαι. Να συντονίζεσαι και να αποσυντονίζεσαι. Να λαμβάνεις μηνύματα, να στέλνεις μηνύματα. Να σου λένε και να λες. Να εντάξεις την διαδικασία στην καθημερινότητά σου. Για όσο κρατήσει. Για όσους κρατήσει. Συνειδητά, εντίμως. Αναζητώντας το καλύτερο. Αναγνωρίζοντας το καλύτερο. Ήρεμα και απλά.
09/04/2006
Υ.Γ. Σχετική με το υπόψη θέμα είναι και η εγγραφή “Ανήκειν [ΝΚ]” της 15/02/2006
Πέμπτη 6 Απριλίου 2006
Τρίτη 4 Απριλίου 2006
Χωρισμός [ΝΚ]
Νεράκι περνάει ο χρόνος και στο διάβα του λίγα πράγματα μένουν όρθια. Λίγα πράγματα δεν αλλάζουν. Επιστολές που έφυγαν από τα χέρια μας σε εποχές που η επιστολογραφία είχε ένα νόημα και ένα σκοπό. Δε γνωρίζω τι είναι καλύτερο. Μια χειρόγραφη, στατική, επιστολή ή ένα άμεσο προχειρογραμμένο e-mail; Το καθένα με τη χάρη, το σκοπό και τον στόχο του θα μου πείτε. Ζούμε “γρήγορα”, σκεφτόμαστε γρήγορα, γράφουμε γρήγορα. Αξίζουν τα γραπτά μας μια δεύτερη ανάγνωση ή έχουν καταντήσει [“βιομηχανικά” κι’ αυτά] προϊόντα μιας χρήσης; Ίσως είναι ότι μεγάλωσα πια μα νοσταλγώ τις εποχές που τα λόγια έβγαιναν πιο δύσκολα και ήταν βασανισμένα μέσα στη σκέψη και την ψυχή μας. Το να απευθύνεις μια επιστολή ήταν μια σοβαρή υπόθεση. Ευτύχησα να ανταλλάξω αρκετές επιστολές και, ειλικρινά, τόσα χρόνια μετά χαίρομαι που τις έχω στην κατοχή μου. Τόσα χρόνια μετά και ακόμα αντλώ ευχαρίστηση. Ακόμα ανακαλύπτω αποχρώσεις. Ακόμα παρατηρώ γραφικούς χαρακτήρες, λαθάκια, προσπάθειες και αγωνίες. Ήταν, λοιπόν, μια εποχή που δεν άνοιγες τον Η/Υ μα το γραμματοκιβώτιο σου. Μια εποχή που, ναι, περίμενες τον ταχυδρόμο. Γνώριζες το όνομα και το δρομολόγιο του. Από μια τέτοια εποχή, λοιπόν, και η επιστολή που ακολουθεί:Το στομάχι μου. Σφίγγεται σφίγγεται σφίγγεται. Μοιάζει να προσπαθεί να συγκεντρωθεί όλο σ’ ένα σημείο. Αύριο θα πετάξω ψηλά και θα φύγω. Θα μείνουν όλα πίσω μου. Το ξέρω Night is the enemy. Και για σένα. Θα μετανιώσεις. Δε μπορεί παρά να μετανιώσεις. Και οι νύχτες θα έχουν φύγει. Θα τις έχουμε χάσει. Τις νύχτες μας. Τις δικές μας νύχτες τις τόσο πιο μπροστά πληρωμένες. Θέλω να φωνάξω:
- Δε με νοιάζει τίποτα.
Το στομάχι μου που σφίγγεται σφίγγεται.
Αύριο θα πετάξω ψηλά και θα φύγω. Το αεροπλάνο θα τροχοδρομεί κι εγώ θα σε σκέφτομαι θα σε σκέφτομαι…
Δεν ξέρω για πόσο ακόμα. Και θέλω να φωνάξω να φωνάξω να φωνάξω. Να σπάσω κάτι να κλοτσήσω να πολεμήσω. Θα φύγω. Τα μάγουλα μου που δέχονται μια έξαψη. Σκέφτομαι:
- Είμαι άνθρωπος. Άνθρωπος!
Το μυαλό μου συσπειρώνεται και έπειτα τινάζεται και όλα σπάζουν. Τα χέρια μου είναι γεμάτα άμμο που τρέχει και που δε μπορώ να την κρατήσω. Σφίγγω τα χείλια με το δικό μου τρόπο και λέω:
- Είμαι άντρας! Άντρας.
Μεθαύριο θα ευχαριστήσω τους Θεούς γι’ αυτή τη νύχτα που έζησα. Και τότε το σφίξιμο στο στομάχι θα είναι χάδι.
Ήθελα να σ’ αγγίξω και σ’ άγγιξα ή τουλάχιστον προσπάθησα. Όλα γίνηκαν “ένα” σε κάποιες στιγμές. Ένα “ένα” που έτρεχε προς τη μία κατεύθυνση. Το μυαλό μου πονούσε. Ήρθαν στιγμές όπου το μόνο που θα ΄θελα θα ήταν να είμαι μάτια. Ένας ξένος μοιάζει να σ’ άκουγε. Κάτι καρφιά στο μυαλό μου μπήγονταν. Σε επίπεδα παράλληλα μουρμούριζα:
- Μα γιατί; Είναι φυσικό.
Οι λάθος εκτιμήσεις που έκανα. Κι όμως έχω τον πόνο του να χαίρομαι. Μια άγρια χαρά αφύσικη για όλες τις νύχτες που χάθηκαν. Μια χαρά που τείνει στην ηδονή ακόμα. Η ηδονή των νυχτών που χάσαμε.
Το πρόσωπό σου είναι παιδικό και δεν και δε με νοιάζει. Ποιος να γνωρίζει το πως και το τι όταν σε πέντε μήνες γυρίσω. Δε λυπάμαι για τίποτα. Σφίγγω τα μπράτσα τιθασεύω το νου επιβάλλομαι στο εαυτό μου. Η σκέψη ότι θα μετανιώσεις με τριγυρίζει. Μικρή μου night is the enemy κι ακόμα love is only sorrow. Πως αλλιώς; Οι κινήσεις που δε γίνηκαν. Και οι λάθος μου εκτιμήσεις που σωριάστηκαν. Πόσο είστε η Κ. και πόσο είμαι ο Νίκος. Και πόσο κατέχεται και την τέχνη και την τεχνική του να με απογοητεύεται.
Κι αν είμαι στρατιώτης στο όνομα των Θεών προσπάθησα να μη συμπεριφέρομαι σαν τέτοιος. Κι αν οι μέρες μου ήταν ελάχιστες ούτε για μια στιγμή δεν είπα:
- Θα της τηλεφωνήσω γιατί θα φύγω σε λίγο.
Και θα φύγω διψασμένος. Γεύτηκα όμως την ηδονή του να σπαταλάς ανοιχτόχερα τον καιρό. Να σπαταλάς τα λεπτά τα δευτερόλεπτα τις νύχτες. Όλα! Και να λες:
- Μεταθέτω τη χαρά και την ηδονή τη συσσωρεύω.
Αύριο θα θερίσω ότι έσπειρα. Δεν έσπειρες δε θα θερίσεις θα φύγεις μόνος. Μόνος με το μυαλό βαρύ περήφανος κι ατόφιος. Δεν κράτησες τα χέρια σου δεν είπες κανένα ψέμα δεν παρακάλεσες δεν υποκρίθηκες. “Δεν ξέρεις” κι έχεις το θάρρος να το λες.
Η καρδιά μου λυπάται που θα σ’ αφήσει. Και πρόσεξε μερικά τραγούδια σκοτώνουν. Night is the enemy. Τι θα κάνεις τις νύχτες που θα ΄ρθούν; Τι θα συλλογιέσαι; Τα δυο μικρά ζώα τα χέρια μας που γύρευαν ν’ ανέβουν το 'να πάνω στο άλλο. Η οικειότητα των χεριών μας που με ξάφνιασε. Το μυρμήγκιασμα του κορμιού. Η τάση του. Το σφιγμένο μου στομάχι. Το κρύο που αισθάνθηκα. Και πάντα οι λάθος εκτιμήσεις μου. Πόσο χαίρομαι που μπορώ να βγάλω τη γλώσσα στον εαυτό μου και να του φωνάξω:
- Λάθος! Εκτίμησες λάθος!
Πόσο δεν ξαφνίστηκα. Μονάχα που πόνεσα. Μονάχα που ήμουν άνθρωπος πολύ. Ήμουν γλυκός και θλιμμένος και ήθελα. Ήθελα.
Τι απ’ όλα αυτά θα έχει σημασία αύριο; Πως θα γυρίσω και τι θα κρατώ στα χέρια; Θα πετάξω ψηλά και θα φύγω. Ονειρεύομαι τη στιγμή που θα κλείσω πίσω μου την πόρτα και θα ξαπλώσω στο κρεβάτι του ξενοδοχείου. Θα φύγω με σφιγμένο στομάχι με το μυαλό μου να καίγεται και τα χείλη αποφασιστικά τεντωμένα. Θα δαγκώσω τα χείλη και θα φύγω. Σαν πληγωμένος αρχαίος Θεός της εκδίκησης θα φύγω. Και όλα θα συνεχίσουν το δρόμο τους. Ξέχασέ με αν μπορείς. Θα είμαι για καιρό ότι πιο πολύτιμο έχασες. Θα είμαι το βαρύ αντίτιμο της παραμικρής σου ευτυχίας.
Μοιάζω γιατρός που καταγράφει τα κλινικά συμπτώματα της ασθένειάς του. Ήμουν άνθρωπος και ήθελα. Ήθελα. Δε μ’ ένοιαζε τίποτα γιατί όλα μ’ ένοιαζαν και με πονούσαν. Μονάχα να έλειπαν αυτές οι γροθιές στο στομάχι. Και μονάχα να μπορούσα να γράψω τέτοιες στιγμές τραγούδια ή τουλάχιστον στίχους. Να γράψω:
Η νύχτα κουλουριάζεται
Και σκάζει
Τα χέρια μου γιόμισαν
Αστέρια
Που δεν ξέρω
Ν’ αποθέσω
Στα μαλλιά σου
Μα πως θα τα καταφέρω να κοιμηθώ; Πόσο δύσκολες θα είναι αυτές οι πρώτες νύχτες μου; Δεν ξέρω να υποσχεθώ τίποτα. Δεν ξέρω να σου πω τίποτα. Σε ήθελα και άπλωσα να σ’ αγγίξω. Σε ήθελα και σ’ άφησα να βαδίσεις και να πράξεις. Σε ήθελα και μ’ άφησες να ξοδεύω το χρόνο ανόητα. Σε ήθελα και τίποτα άλλο. Πεισματικά φωνάζω:
- Ήθελα!
Κι ούτε:
- Σ’ αγαπώ!
Ούτε τίποτα άλλο.
Τραγουδώ:
- Ήθελα. Ήθελα.
Κι αν εκτίμησα λάθος, τις νύχτες τις άφησα να φύγουν σωστά εκτιμώντας. Αυτές οι καημένες οι νύχτες του Γενάρη. Να θυμάσαι:
- Δεκάξι με είκοσι εφτά του Γενάρη ήταν οι νύχτες που μπορούσαμε να ζήσουμε και δε ζήσαμε.
Αλλιωτεύω κι αντρειεύομαι. Τραγουδώ. Θα φύγω. Θα μπορώ να σ’ αντικρίσω και να χαράξω μια σκληρή στα χείλια μου γραμμή. Δε θα ΄χω να μετανιώσω για τίποτα. Και θυμήσου:
- Το σφίξιμο στο στομάχι θα έχει γίνει ένα χάδι.
Η μυθική σημασία που απόκτησε ο ύπνος για μένα. Η ευλογία που λέγεται ύπνος. Μα πως θα κοιμηθώ απόψε; Πόσο είσαι η Κ. που ξέρω! Δεν άλλαξες θαρρώ σε τίποτα. Τα μάτια μου σαν από νύστα κλείνουν μα δε με γελούν. Θα μακρύνω τη νύχτα θα αφήσω το στομάχι μου να είναι σφιγμένο και το μυαλό μου να φλέγεται. Θα φύγω. Θα φύγω. Θα φύγω.
26/01/81 [Επιστολή στην Κ.]
Υ.Γ.
1. Night is the enemy, από το τραγούδι I’ll Cry Tonight της Jannis Ian
2. Love is only sorrow, από το τραγούδι Love is Blind της Jannis Ian
Κυριακή 2 Απριλίου 2006
Τι Έχω [ΝΚ]
Έχω ένα μεγάλο, μαρμάρινο, τραπέζι. Ένα κόκκινο βαθύ ύφασμα βαρύ. Και ένα κλειδί. Στο δρόμο το τραπέζι. Το ύφασμα στρωμένο. Θα ανοίξω το θησαυροφυλάκιο της μνήμης. Θα αποθέσω το περιεχόμενο του. Ολόκληρες μνήμες. Μνήμες μισές. Ό,τι άρχισε. Ό,τι δεν τελείωσε. Ό,τι με πλήγωσε. Με πληγώνει ό,τι. Ό,τι ζήτησα. Ό,τι πόθησα. Ό,τι ξεστράτησε. Ό,τι πάλιωσε. Ό,τι με πόνεσε και πάει. Ό,τι με τυραννάει. Ό,τι θέλησα. Ό,τι άφησα. Ό,τι ονειρεύτηκα. Ό,τι έζησα. Και εικόνες. Το «Βοξ» και πάνω του τ’ άστρα. Στο Ζάππειο ένα παγκάκι. Ένα πρωινό στο Λυκαβηττό. Στην παραλία της Γλυφάδας μια εξομολόγηση. Μια απρόσμενη επίσκεψη το καταμεσήμερο. Ένα ραντεβού στην πλατεία Κάνιγγος. Μια βόλτα απογευματινή. Την λεωφόρο Πειραιώς, την επόμενη του σεισμού, κατηφορίζοντας. Ένα όμορφο κορίτσι, με ταγιέρ, και τον ήλιο να λάμπει. Στα δάχτυλα μου ένα χαλίκι βυσσινί. Μια χειραψία άσχετη για της επαφής τη χαρά. Μια κίνηση που πνίγηκε. Απλωμένα όλα. Τακτικά. Αταξινόμητα. Και θα προσμένω. Και “Δεν μπορεί”, στον εαυτό μου θα λέω. Θα την τραβήξει το “αίμα”. Τα βήματά της θα την φέρουν. Θα περάσει. Θα κοντοσταθεί. Θα σκιρτήσει. Θα καταδεχτεί. Θα εννοήσει. Ένα μαρμάρινο τραπέζι. Ένα ύφασμα αίμα. Μια άδεια μνήμη και μια ελπίδα.
02/04/2006
Σάββατο 1 Απριλίου 2006
Λόχος Β΄ ΣΣ [ΝΚ]

Είναι Δεκέμβριος του 1981. Υπηρετώ την θητεία μου. Βρίσκομαι στην Βέροια, στο Β΄ Σώμα Στρατού. Είναι ημέρες γιορτών και όπως διαβάζω στο ημερολόγιο μου:
- Όπου, τώρα, αποδεικνύομαι τουλάχιστον ανόητος και από ένα τηλεφώνημα, που δεν έκανα, θα περάσω τα Χριστούγεννα στη Βέροια αντί στην Αθήνα. Το τηλεφώνημα θα έπρεπε να γίνει στον Λγο Σ. που βγάζει την υπηρεσία στον ΛΣ/Β΄ ΣΣ. Τώρα, θες τα τρεχάματα της γραμματείας, θες οτιδήποτε άλλο, δεν το έκανα. Βγήκε η υπηρεσία και βρέθηκα να έχω υπηρεσία στις 3 του μήνα όμως, 31/12 με 8/1/82 θα βρίσκομαι σε άδεια. Το αποτέλεσμα; Θα κάνω φρουραρχείο στις 25 του Δεκέμβρη για να μου κάνουν την υπηρεσία στις 3.
Μένω, λοιπόν, στην πανέμορφη Βέροια ελαφρώς σκασμένος. Κάποια στιγμή βρίσκομαι στον θάλαμο του Λόχου Στρατηγείου. Εκεί στο κούφωμα ενός παραθύρου ανακαλύπτω χαραγμένο το:
Ο ΛΟΧΟΣ Β. ΣΣ
ΗΤΑΝ ΟΣΑΝ ΑΝΙΞΙΑΤΙΚΟ
ΤΡΙΑΝΤΑΦΙΛΑΚΗ
Αυτό ήταν! Μου έφτιαξε τη μέρα!
01/04/2006
Παρασκευή 31 Μαρτίου 2006
Μη Αποκηρυγμένο [ΝΚ]
ΣΩΨΥΧΑ
Ξύπνησα ανήσυχος. Είχα σκεφτεί μήπως σε τρόμαξαν τα σώψυχά μου. Όρμησα στο τηλέφωνο. Σε κάλεσα. Απουσίαζες.
Στη βραδινή μας συνάντηση σε μετρούσα προσεκτικά. Έψαχνα. Γύρευα. Δεν φαινόταν να είχες προσέξει τίποτα. Σαν χωρίσαμε ανάσανα.
Και γυναίκα, στ' αληθινά, δεν γνώριζα εάν έπρεπε να κλάψω ή να γελάσω.
02.03.76
Πέμπτη 30 Μαρτίου 2006
Τετάρτη 29 Μαρτίου 2006
Εκείνη και Εκείνος [ΝΚ]
Το πρωί. Στο λεωφορείο. Από διαφορετική στάση. Σε διπλανά καθίσματα. Μικρά αγγίγματα οικειότητας. Εκείνη και εκείνος. Στα σαράντα και κάτι τους. Ζευγάρι. Ίσως “παράνομο”. Τελευταία, αρκετές φορές, από τη στάση του.
Σήμερα πλάτη με πλάτη, διαγωνίως. Μουτρωμένοι. Εκείνος με βλέμμα σκληρό. Εκείνη χαμένη στις σκέψεις της. Τσακωθήκανε τα παιδιά. Δε μου άρεσε η εικόνα τους.
Τους παρακολουθούσα. Πως εκείνος, ανεβαίνοντας, την αναζητούσε. Πως εκείνη τον άφηνε να περάσει στο μέσα κάθισμα. Τα κρυφά τους αγγίγματα.
Τους εύχομαι το καλύτερο!
29/03/2006
Τρίτη 28 Μαρτίου 2006
Δευτέρα 27 Μαρτίου 2006
Λάκης για Πάντα [ΝΚ]

Εξαιρετικός καινούργιος δίσκος του κ. Λάκη Παπαδόπουλου [γνωστού και ως Λάκη με τα Ψηλά Ρεβέρ] με τίτλο “Δεν Έχω Στιγμές”. Δεκατέσσερα καλοδουλεμένα άσματα μεταξύ των οποίων ένα άτιτλο και “κρυφό” και ένα οργανικό. Ο Λάκης έχει γράψει τη μουσική σε 12 από τα 14 τραγούδια και τους στίχους σε 6 [στα άλλα οι Ηλίας Κατσούλης, Βίκυ Γεροθόδωρου (2), Μάτα Μπάλτα] ενώ δύο κομμάτια είναι διασκευασμένα από τον ίδιο. Πρόκειται για τα “Τώρα που θα Χωρίσουμε” [Γιώργος Μαλλίδης, Κωνσταντίνος Μακρής] και “Για τις Γυναίκες Ζούμε ” [Νίκος Γούναρης – Κώστας Μάνεσης].
Αθροιστικά πρόκειται για έναν θαυμάσιο, φευγάτο, δίσκο με εξαιρετική μουσική/ενορχήστρωση [με ντραμς που ακούγονται, και συνήθως θαρρώ είναι, πραγματικά!], εμπνευσμένο στίχο και . . .ερμηνεία Λάκη! Δίσκος που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα και γλυκανάλατα νοοτροπίας λίγο απ’ όλα [για να κάνουμε “σουξέ”] ακούσματα.
Αν και είναι πραγματικά δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς κάποια τραγούδια θα μπορούσα να εκφράσω μια ιδιαίτερη αδυναμία στα:
- Αυτό Είναι [Λάκης]
- Γάτα [Λάκης]
- Είναι Απλό σ’ Αγαπώ [Λάκης – Βίκυ Γεροθόδωρου]
- Δεν Έχω Στιγμές [Βιτρίνες] [Λάκης]
Ιδού και οι στίχοι από το τελευταίο:
Δεν Έχω Στιγμές [Βιτρίνες]
Δε μείναν πολλοί που αγαπάω πολύ |
Μα μέσα σ’ αυτούς είσαι και συ
|
Δε μείναν πολλοί που ζητάω πολύ
|
Μα μέσα σ’ αυτούς είσαι πρώτη εσύ
|
Δεν έχω στιγμές για κανένα στιγμές
|
Να ξοδέψω έχω μόνο λίγες
|
Αλλά μπορεί μόνο εσύ αν το θες
|
Να ξεχαστώ μαζί σου στις βιτρίνες
|
Δεν έχω στιγμές για κανένα στιγμές
|
Περνούν τα χρόνια και λυπάμαι
|
Δεν έχω πολλά καλά να θυμάμαι
|
Γι’ αυτό μην αργείς έλα όταν κοιμάμαι
|
Στον παράδεισο μαζί να πάμε
|
Δεν είναι πολλοί που αγαπάω πολύ
|
Μα μέσα σ’ αυτούς μωρό μου είσαι εσύ
|
Δεν είναι πολλοί που ζητάω πολύ
|
Μα μέσα σ’ αυτούς είσαι πρώτη εσύ
|
Λάκης, λοιπόν, και θα με θυμηθείτε. . .
28/03/2006
Κυριακή 26 Μαρτίου 2006
Το Χαμόγελο Της. . .
Ανάμεσα στα χαρτιά μου, αποσπασμένο, ένα φύλλο παλιού περιοδικού. Αρχές της δεκαετίας του 70 ή κάπου εκεί. Ίσως από το “Φαντάζιο”. Κιτρινισμένο πια. Στην μια του όψη “Το Χαμόγελο της ήταν σαν την ίριδα”, αισθηματικό διήγημα της Πάολα Βίτι. Το διάβασα. Κομμάτι αφελές ίσως στους πονηρούς καιρούς μας μα με άγγιξε και πάλι. Άλλες εποχές, άλλα ήθη. Και τώρα; Ευρωφονιάδες , πολυάσχολοι, χρονοπένητες και μίζεροι.
Λοιπόν, το “σκανάρισα”, το συμμάζεψα, προσάρμοσα την ορθογραφία [ναι, αρκετές αλλαγές από τότε] και το παραθέτω:
ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΤΗΝ ΙΡΙΔΑ
[Αισθηματικό διήγημα της Πάολα Βίτι]
ΤΟ ΣΠΙΤΙ είχε και γκαράζ. Ήταν κάτι περισσότερο από εξοχικό σπιτάκι και κάτι λιγότερο από βίλα. Πάντως, το γκαράζ έδειχνε να είναι προνομιούχο από άποψη χώρου και πολυτέλειας σε σχέση με την υπόλοιπη κατασκευή. Ως και αυτόματη συσκευή με ηλεκτρικό μάτι είχε για να ανοίγει η μεγάλη, μονοκόμματη πόρτα του.
Τα αφεντικά του σπιτιού συνήθιζαν να παίζουν με τον μηχανισμό αυτόν, μια και δεν είχαν αγοράσει ακόμη αμάξι. Γιατί και αυτό το ήθελαν μεγάλο, ωραίο, άνετο και συζητούσαν ν' αποφασίσουν τι θα πάρουν. Τόσο ή Λία όσο και ό Αλμπέρτο ήθελαν το αυτοκίνητο για το κέφι τους. Δεν τούς ήταν απαραίτητο για άλλους λόγους. Και θα το έπαιρναν και με δόσεις μάλιστα. "Έτσι ονειρεύεται κανείς καλύτερα και για πολύν καιρό.
- Θα πηγαίνουμε περίπατο την Κυριακή, έλεγε ή Λία.
- Θα σε πηγαίνω και το Σάββατο εγώ, όταν δεν δουλεύω, αγάπη μου
- Θα πηγαίνουμε στη θάλασσα, και στους λόφους. . .
- Ναι . . . Και στο ποτάμι, θυμάσαι;
Η Λία θυμόταν. Τα μεγάλα βαριά βότσαλα με το κροτάλισμά τους, το μουρμούρισμα του νερού, τη μυρωδιά της μέντας, τη φωνή του Αλμπέρτο. Εκεί τον είχε γνωρίσει. Και τον αγάπησε αμέσως,
- Τι όμορφη πού είναι! είχε φωνάξει ό Αλμπέρτο μόλις την είδε...
Κι' ο θαυμασμός του ήταν τόσο βαθύς, πού είχε κάτι το σχεδόν θρησκευτικό.
Η Λία ήταν πράγματι πολύ όμορφη αλλά ή ίδια το συνειδητοποίησε μόνο εκείνη τη στιγμή. “Είναι το μόνο πού μπορώ να του προσφέρω”, είχε σκεφτεί. “Και ποιος ξέρει αν είναι αρκετό...”.
Για τον Αλμπέρτο ήταν αρκετό. Έτσι, λίγους μήνες αργότερα παντρεύτηκαν. Τον πρώτο καιρό έμειναν με τούς γονείς της Λίας, στο σπίτι τους. Εκεί είχαν αρχίσει να ονειρεύονται.
- Το δικό μας το σπίτι θα το χτίσουμε σε προάστιο, να ‘χει και κήπο...
- Τα δωμάτια θα τα βάψουμε όλα πολύχρωμα.
Η Λία αγαπούσε τα χρώματα. Ήθελε το κάθε τι να είναι γεμάτο χρώμα. Από μικρή ήταν έτσι.
Το σπίτι τους, όταν τελείωσε, το ονόμασε “Ουράνιο τόξο”. Και όταν με την εγκατάστασή τους εκεί έκλεισε αυτή ή περίοδος της αναμονής και των ονείρων τους, ο Αλμπέρτο γύριζε το βράδυ από τη δουλειά του στο σπίτι, έχοντας μαζί του πότε κάποιο περιοδικό, γι’ αυτοκίνητα, πότε ένα διαφημιστικό φυλλάδιο. Τέλος, αποφάσισαν να αγοράσουν ένα “Ώστιν”.
- Σαν του Τζόρτζιο; Ρώτησε η Λία.
- Ναι, ακριβώς, σαν του Τζόρτζιο.
- Και τι χρώμα θα έχει το δικό μας;
- Έχει πολλά, μπλε, γκρι, μπεζ.
- Όχι, εγώ το θέλω κίτρινο έκανε ή Λία και το χαμόγελο της ήταν τόσο φωτεινό, τόσο λαμπερό, όσο και το χρώμα πού ήθελε. Αλήθεια για σκέψου, τι ωραίο θα είναι, κίτρινο!
Ο Αλμπέρτο είχε μείνει λίγοι σκεφτικός και δεν της απάντησε αμέσως. Κίτρινα έβαφαν κάτι αυτοκίνητα με ρεκλάμες ή ορισμένα βυτιοφόρα. . . Η Λία πετάχτηκε και είπε με φωνή γεμάτη φόβο:
- Δεν έχει κίτρινο Ώστιν;
Ή καρδιά του σφίχτηκε.
- Μα θα πρέπει να έχει, είπε. Και βέβαια θα έχει. Θα ρωτήσω να μάθω αγάπη μου, σήμερα κιόλας.
Πήγε και ρώτησε στην αντιπροσωπεία κρύβοντας την αμηχανία για την ερώτησή του πίσω από μια σοβαρότητα και μια φωνή σχεδόν αυστηρή. Ο αντιπρόσωπος τον κοίταξε παραξενεμένος.
- Όχι, δεν υπάρχει, έκανε. Αυτό το χρώμα δεν το βγάζουμε. Μπορείτε όμως να το βάψετε σεις αν θέλετε. Πάντως, όσο να ‘ναι αύτή η δουλειά, εκτός από τα έξοδα παρουσιάζει και άλλα μειονεκτήματα. Ξέρετε στην ουσία... θα είναι σαν να το καταστρέφετε το αυτοκίνητο... Με συγχωρείτε πού... μα γιατί το θέλετε κίτρινο; Ποιος σας το ζήτησε αυτό το χρώμα;
- Μου το ζήτησε ή γυναίκα μου.
- Η γυναίκα σας; Εγώ στη θέση σας... Τέλος πάντων, αυτά είναι γούστα, είπε ο αντιπρόσωπος και σταμάτησε το σχόλιο, ευχαριστημένος πού δεν ήταν στη θέση του Αλμπέρτο.
ΛΟΙΠΟΝ πότε θα το έχουμε; ρωτούσε κάθε τόσο η Λία.
- Σύντομα, σύντομα, θα δεις.
Τέλος, μετά μιάν εβδομάδα, τις είπε χαρούμενος:
- Εντάξει, το Σάββατο θα μας το φέρουν.
Θα τούς το παρέδιδαν στο σπίτι τους, κάποιος από την αντιπροσωπεία, γιατί ο Αλμπέρτο δεν είχε πάρει ακόμη το δίπλωμα του και δεν μπορούσε να οδηγήσει.
Το Σάββατο, από το πρωί άρχισε η αναμονή.
- Λες να το φέρουν τώρα νωρίς ή αργότερα;
- Πιστεύω το πρωί. Θα ήθελα πολύ να το φέρουν το πρωί.
- Κι εγώ, κι εγώ. Δεν θα το βάλουμε αμέσως στο γκαράζ, έτσι; Θα το αφήσουμε λίγο έξω στον κήπο όσο είναι μέρα, ε;
- Ναι αγάπη μου!
Και σε κάθε θόρυβο μηχανής πού ακουγόταν στο δρόμο, ο Αλμπέρτο έτρεχε στην πόρτα,
- Όχι, έλεγε γυρίζοντας, δεν ήρθε ακόμα.
Κατά το μεσημέρι ή “Ώστιν” έφτασε κι' εκείνος έτρεξε έξω. "Ένας κοντός ανθρωπάκος καθόταν στο τιμόνι.
- Ο κύριος Κονσίλι; τον ρώτησε.
- Ναι, ναι εγώ είμαι!
- Ωραία, έκανε ο υπάλληλος και κατέβηκε από το αμάξι. Ξέρετε χρειάζεται αρκετό θάρρος για...
Μα, έκοψε τη φράση του βλέποντας τον Αλμπέρτο που του έκανε νόημα να σωπάσει και του έδειχνε με τρόπο πίσω του.
Ο ανθρωπάκος γύρισε το κεφάλι του και είδε τη Λία πού είχε βγει και στεκόταν στο κατώφλι. “Θεέ μου, τι όμορφη που είναι!” σκέφτηκε. “Χαλάλι της. Όχι κίτρινο αλλά παρδαλό και λουλουδάτο θα το έβαφα εγώ... Μα τι έχει; Γιατί στέκεται, έτσι μ' αυτό το αβέβαιο ύφος εκεί στην πόρτα;”.
Ένοιωσε λίγο μπερδεμένος και είπε με δυνατή φωνή:
- Καλημέρα σας κυρία Κονσίλι.
- Καλημέρα, είπε ή Λία και φώναξε: Αλμπέρτο.
- Ναι, είπε αυτός κι' έτρεξε κοντά της και την πήρε από το χέρι.
- Εδώ είναι αγάπη μου, ήρθε. Και είναι κίτρινο, κατακίτρινο, λαμπερό σαν τον ήλιο.
- Η φωνή του ήταν ζεστή, γεμάτη χαρά και θρίαμβο. Το πρόσωπο της μεταμορφώθηκε αμέσως, έλαμψε...
Και τότε κατάλαβε και ο ανθρωπάκος την αλήθεια.
ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΕ στη δουλειά του, στα γραφεία, ο αντιπρόσωπος τον ρώτησε:
- Λοιπόν, την είδες αύτη την παλαβή τη γυναίκα του;
- Ναι, την είδα... Και στην αρχή νόμισα πώς τις έκανε το χατίρι ο άντρας της γιατί είναι όμορφη.
- Είναι όμορφη;
- Πολύ. 'Αλλά δεν είναι γι' αυτό πού... Είναι κάτι χειρότερο, έκανε ο ανθρωπάκος βαριά. Ή πολύ καλύτερο, δεν ξέρω... Η γυναίκα του είναι ...τυφλή... κατάλαβες; Δεν βλέπει! Είναι ολότελα ...τυφλή!
Κι ενώ ξαναζούσε αυτήν την παράλογη πραγματικότητα, ενώ ξανάβλεπε εκείνο το κίτρινο χρώμα που αυτή δεν θα το έβλεπε ποτέ, ο μικρόσωμος υπάλληλος ένιωσε κάτι να φουσκώνει στο στήθος του. Ίσως ήταν συγκίνηση, τρυφερότητα, λύπη, αγανάκτηση.
- Παλιοζωή, μουρμούρισε. Παλιοζωή! Να πάρει και να σηκώσει...
Paola Vitti
25/03/2006
Πέμπτη 23 Μαρτίου 2006
Τρίτη 21 Μαρτίου 2006
Μια Φράση [ΝΚ]
Έχω μια φράση. Μια φράση γενική. Μια φράση ειδική. Την έχω ψάξει. Την έχω βρει. Την έχω φτιάξει. Μια φράση που έχω στείλει. Μια φράση που έχω πει. Μια φράση αγαπημένη. Μια φράση ζωηρή. Μια φράση τόσο δα μικρή. Πάει με όλα. Πάει σε όλα. Μια κλέφτρα φράση. Μια καλλονή. Μια φράση για λύπη και χαρά. Για τώρα και μετά. Μια φράση δίχως ρήμα. Μια φράση της ζωής. Κάνετε λιγάκι υπομονή και θα την γράψω. Για να την πιστεύετε. Για να χαμογελάτε. Για να ορθώνετε το κορμί και να πολεμάτε. Μια φράση έτσι. Μια φράση αλλιώς. Μια φράση για πίσω και για μπρος. Μια φράση για να πίνεις. Μια φράση για να τρως. Μια φράση άφαντη. Μια φράση φανερή. Μια φράση νεογέννητο γατί. Έχω μια φράση. Μια φράση που έχω βρει. Ας μείνει μεταξύ μας. Ας είναι για πολύ. Η φράση τούτη. Η φράση η μικρή.
- Τσιριπιτρίκ Πιφ!
Κι αν ζόρισε το πράγμα. Κι αν έγινε πολύ. Όλοι μαζί σκεφτείτε και πείτε ζωηροί:
- Τσιριπιτρίκ Πιφ!
Και ευθύς μετά:
- Τσιριπιτρίκ Παφ!
Την δίδυμή της αδελφή!
21/03/2006
Κυριακή 19 Μαρτίου 2006
Συγκέντρωση Νεολαίας Εν Έτη 1978 [ΝΚ]
Όταν κάποιος γράφει είναι αναπόφευκτο να ξεχωρίζει κάποια κείμενά του. Κείμενα τα οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι και από τα καλύτερά του. Ένα τέτοιο ξεχωριστό, για εμένα κείμενο, επιθυμώ να μοιραστώ σήμερα, βραδάκι Κυριακής, μαζί σας. Ίσως δεν είναι από τα καλύτερα αλλά, τώρα πια, όταν το διαβάζω μου κλέβει χαμόγελα. Το κείμενο γράφτηκε στις 23 Ιανουαρίου του 1978. Ώρα της καλή της Κ. όπου και να είναι, ότι και να κάνει.
Μα τι έχω πάθει; Αυτή τη στιγμή, ακριβώς αυτή τη στιγμή, το μυαλό μου μοιάζει να μην δέχεται την παραμικρή αγάπη για την Κ.. Βέβαια την συνάντησα, το Σάββατο που πέρασε, και στον δρόμο της τα έψαλα και γίνηκα χάλια. Και, σαν συνήθως, με άκουγε σιωπηλή. Και. Και.
Και χωρίσαμε το 86 εκείνη το 172 εγώ παίρνοντας σαν που το θέλησε. Και μου τηλεφώνησε δυο ώρες μετά και πως με αγαπά μου είπε. Και δύο ώρες πάλι περίπου μετά το ίδιο πάλι. Και ο πατήρ της της ομίλησε και λιγουλάκι δίκαιον της το, μα τον Δία, παραχώρησε.. Και κάντε, της είπε, υπεμονή ότι η μήτηρ σας αυτά! Και μου λέγει η Κ.: “Θα με πάγει ο πατήρ μου με το όχημα της οικογένειας σε μια της Σοσιαλιστικής Πορείας συγκέντρωση νεολαίας (τσ... τσ)”.
Τώρα η Κ. από παλαιά μου είχε πει περί την συγκέντρωση το “Σάββατο στις 8” και της είπα “Ε! Πήγαινε!”. Και εγώ ήμουν αφελής και ΄κείνη θρασεία. Ότι εγώ νόμιζα στις 8 το πρωί (μια ζωή άσχετος περί την υψηλή λειτουργία της πολιτικής εν Ελλάδι - περί αυτού βλέπε κατωτέρω επίσης) και ΄κείνο, το άτιμο, εννοούσε στις 8 το βράδυ. Και πηγαίναμε που πηγαίναμε άριστα στην μεταξύ μας σχέση ήθελε να δώσει και χέρι βοηθείας στην πολιτική ζωήν του τόπου και να μου κλειστεί μα 5-10 μπουνταλάδες και ανόητες σε μια αίθουσα και παφ-πουφ τα σιγαρέτα και τούτοι οι αφιλότιμοι να συζητούν σοβαρά-σοβαρά περί “λαϊκές μάζες”, “μαζικότητα του κινήματος”, “Κυπριακό”, ίσως, και άλλα τέτοια πολλά.
Ήγουν, αυτή η υγιώς ερωτεμένη με ΄μένα κοπέλα ευγενικά-ευγενικά ζητούσε να μην το Σαββατοκύριακο συναντηθούμε. Διότι η καλή της η μαμά (να πούμε και ΄κάνα αστείο να σκάσει το χειλάκι σου ΄κάνα χαμόγελο απογονάκο μου...) θα της έλεγε “Κόρη μου, χθες επάξια ασχολήθηκες με τα προβλήματα του τόπου φροντίζοντας πάση δυνάμει (και βλακεία) για εν καλύτερο δημοκρατικό αύριο. Τώρα, κάτσε μέσα ν’ ασχοληθείς με ημάς τους γονείς σου και τα των μαθημάτων σου”. Κατόπιν των στρογγυλών τούτων λόγων, όπως μαντεύετε, μπουκάλα εγώ.
Τώρα θα μου πεις: “Ρε κερατά, πλεονέκτης είσαι! Δεν την είδες, μήπως, το προηγούμενο Σάββατο μαζί με τον Κ. και την προηγούμενη Πέμπτη με την Σ.;”. Ναι! Το ομολογώ! Θα πρέπει εγώ, ως τίμιος άνδρας, να ομολογήσω (και σε παρένθεση κρυφή και μυστική: σκατά!). Ναι! Πάμε παρακάτω. Όμως των ειδικών λόγω συνθηκών και επειδή θα οι γονείς της πήγαιναν να την πάρουν σκέφτομαι, βλακωδώς, και λέγω:
“Πήγαινε χρυσούλα μου να ξεσκάσεις και συ που όλη μέρα κάθεσαι μέσα και μόνο βλέπεις ΄μένα”.
(Θέλει και ο έρως τα διαλείμματά του γιατί το πάρα Κυρ-ελέησον το βαριέται κι ο Θεός...). Προηγουμένως, όμως, της εξηγώ μετά επιχειρημάτων και εικόνων τα περί του πιο πάνω “θράσους”.
Και κλείνουμε τα τηλέφωνα μας να πάει η καημένη η κοπέλα, που βέβαια έχει πρόβλημα σοβαρό με την μαμά της και δεν μπορεί να βγαίνει και δεν γίνεται να συναντιόμαστε και πρέπει για να συναντιόμαστε να είναι και τρεις φίλοι της αντάμα να μας κρατούν φανάρια, πάει τέλος πάντων ένα γλυκό Σαββατόβραδο καλή, και στολισμένη υποθέτω, σε μια σοβαρή ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΝΕΟΛΑΙΑΣ. Θεοί! Γιατί δεν καταργείτε την ερωτική πράξη να βάλετε στην θέση της “Συγκέντρωση Νεολαίας” να φκιάξει ο κόσμος;
Εγώ, σαν τίμιος ερωτεμένος, κάθομαι μέσα και πλαντάζω Σάββατο βράδυ και διαβάζω “Μεταφορά και Διανομή Ηλεκτρικής Ενέργειας” του κ. Παπαδιά. Άκουσον άκουσον. Και σκέφτομαι, βλάκας σαν κάθε ειλικρινά ερωτεμένος, να κάνω και περαιτέρω θυσίες, συνώνυμο του “Μαλακίες”, για το καλό της σχέσης μας και της ηρεμίας της οικογένειας Κ. (Αχ! Αυτή η μαμά σας...). Και να με έχει πει η Κ.: “Θα σε πάρω από την Αθήνα να δεις, τζογούλα μου, τι έρωτα αφράτο σε έχω ΄γω”. Αλλά δεν με παίρνει τηλέφωνο κι εγώ βάνω τις πυτζάμες μου και γιομάτος ηρωισμό και θάρρος και πράσινες ελπίδες βουτώ στο κρεβάτι μου σίγουρος για το κοινό αύριο. Και το πούστικο έρχεται και ξημερώνει.
Και με τηλεφωνεί η Κ., περί ώρα 9 το πουρνό, και η μαμά μου με ξυπνά. Πήγαν οι γοναίοι της στο Κ. και για τούτο με παίρνει και σε λίγο με λέγει (γεμάτη κοριτσίστικη χάρη και τρυφερότητα και νάζι):
- Ξέρετε; Χθες στην “Πορεία” είμαστε μονάχα 5-6 και πήγαμε σινεμά στον Σαρλώ στην “Όπερα” και μετά τηλεφώνησα και ήλθαν οι γονείς μου και με πήραν.
Αμέ! (αυτό δικό μου). Να κορίτσι, να μάλαμα. Τέτοια κοπέλα αν σ’ αγαπάει, με τέτοιο και τόσο τρόπο, τι τους θέλεις τους εχθρούς. Αλλά, ας μην ξεχνάμε την συνταγή:
Η μαμά της έχει σπασμένα νεύρα.
Δεν γίνεται να συναντιόμαστε χωρίς φόβο.
Ο μπαμπάς της της μίλησε και της είπε...
Πρέπει για λίγο καιρό (δεν μου είπε πόσο) να κάνουμε υπομονή.
Πρέπει...
Πρέπει...
Αλλά για φαρσοκωμωδίες πολιτικές συγκεντρώσεις χωρίς την επιτήρηση των γονιών της έχει και δυνατότητα και καιρό. Γιατί, βλέπεται, ο πατέρας της θα ρώταγε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού να μάθει τι έκανε η κόρη του όσο την άφησε στην Αθήνα. Συνδικαλιζόταν ή ήταν μαζί μου; Αφήνω που ο άνθρωπος, λογικά, θα έπρεπε να υποθέσει ότι η Κ. ήταν μαζί μου... Εκείνη όμως προτίμησε να σταθεί υπόδειγμα αρετής, ήθους και βλακείας...
Εννοείται ότι ξέσπασε μπόρα ότι γίνηκα “σκληρός”, “κυνικός”, “είρωνας”, “υπερβολικός” και όλα τα σχετικά. Γίνηκαν 5-6 τηλεφωνήματα χθες και τελικά ισορροπήσαμε και αγαπηθήκαμε. Και ξύπνησα σήμερα άκεφος και πικραμένος, τόσο πολύ πικραμένος.. . . Όλα είναι σαν να ράγισαν, σαν να σπάσανε. Είναι έξω από ΄μένα που μοιάζει να μην την αγαπώ αυτές τις στιγμές και δεν μπορώ να το συγκρατήσω. Είμαι πολύ πικραμένος. Κύριε βοήθει...
19/03/2006
Παρασκευή 17 Μαρτίου 2006
Ηλεκτρονικά Ημερολόγια [ΝΚ]
Οι έτοιμοι τόποι όπου μπορείς να πλησιάσεις και να δεις. Μια βιτρίνα με έκθεμα τον εαυτό μας. Και οι άλλοι, οι “φίλοι”. Αυτοί που δεν έχουν τρία λεπτά καιρό να σταθούν μπροστά στη βιτρίνα, να διαβάσουν μια εγγραφή. Δεν προλαβαίνουν, λένε, πνίγονται. Μα για ποιους γράφουμε λοιπόν; Για τους περαστικούς μήπως; Σε ποιους, τέλος πάντων, “εξηγούμε” τον εαυτό μας; Γιατί δεν έρχονται; Γιατί δε μας γεμίζουν σχόλια, αναμνήσεις, αναφορές, γλυκά λόγια; Τόσο βιαστικοί πια; Τα γράφουμε, τα λέμε, τα στολίζουμε, τα εκθέτουμε. Προσμένουμε το φίλο να κοντοσταθεί, να αναθυμηθεί, να μοιραστούμε. Μπααά. Χαμένοι στο διάστημα, και αυτοί και εμείς. “Ουδέν ουδενί συμβαίνει, ο ουχί πέφυκε φέρειν” [Εις ουδένα συμβαίνει τι το οποίον να μη δύναται, ως εκ της φύσεως του, να υποφέρη. Μετάφραση: Felix De Giorgio, για την Μ.]. Αλλά πως βαστιέται τέτοιος “εξευτελισμός”; Να κραυγάζεις. Για σας γράφω. Για σας μοχθώ. Για σας είμαι. Κι αυτοί τίποτα. Στ’ ανοιχτά και να χάνονται. Μονάχα οι κορυφές από τ’ άσπρα πανιά τους στον ορίζοντα. Φευγάτοι. Απόμακροι. Διστακτικοί. Μίζεροι, στο κάτω-κάτω. Ούτε ένα μικρό επιφώνημα χαράς. Ούτε ένα γελάκι ευχαρίστησης. Ούτε ένα πατ-πατ στην πλατούλα. Έχουν άλλα αυτοί σοβαρότατα να ασχοληθούν. Έχουν δουλειά, καριέρα, υποχρεώσεις. Ούτε ένα πέρασμα λοιπόν. Ούτε ένα γεια. Και οι τόποι υπάρχουνε. Γεμίζουν. Ασφυκτιούν. Και έρχονται οι άγνωστοι και σου χαμογελούν και σου λένε γλυκά τίποτα. Γλυκαίνουν την ψυχή σου. Και οι άλλοι τίποτα. Τους το είπες. Τους το έγραψες. Τους το θύμισες. Δε βαριέσαι. Έχουν άλλα αυτοί. Έχουν τα δικά τους που τρώνε τα δικά σας [αν υπήρξαν ποτέ]. Έτσι πάει η ζωή μας. Με πνιγμένες φωνές, με μικρές ελπίδες, με αναπάντεχες επισκέψεις. Με e-mail που ταξιδεύουν και φτάνουν. Με e-mail που δεν γράφονται ποτέ. Με θέλω που έμειναν μισά και άλλα που θεριέψανε. Κι εμείς γράφουμε-προσπαθούμε-γράφουμε. Για τους φίλους μας. Γι’ αυτούς που ήταν. Γι’ αυτούς που είναι. Γι’ αυτούς που θα. Όσοι και όπως. Ξόβεργες στήνουμε να πιάσουμε πουλάκια. Γλυκόλαλα και άφαντα πουλάκια.
17/03/2006
Πέμπτη 16 Μαρτίου 2006
Περί Ατοπημάτων [ΝΚ]
Ένα ατόπημα στην αρχή υποθηκεύει το μέλλον.
Ένα ατόπημα στο τέλος αμαυρώνει το παρελθόν.
Ένα ατόπημα στην απογείωση εκτρέπει την σχέση.
16/03/2006
Τετάρτη 15 Μαρτίου 2006
0131. Τούτο το Μήνα [ΝΚ]
Δε λέω, καλά είναι τα τραγούδια των άλλων, τα ξενόγλωσσα. Καλά κι αγαπημένα. Χιλιάδες έχω από αυτά. Εκατοντάδες είναι αυτά που μου αρέσουν. Δεκάδες αυτά που με συγκινούν και με ταξιδεύουν. Από το “She Came In Through The Bathroom Window” των Beatles μέχρι το “La Nuit Est Sur La Ville” της Francoise Hardy ή το “Ma Che Freddo Fa” της Nada. Όλα καλά και άξια και αγαπημένα.
Αλλά τα τραγούδια στην μητρική γλώσσα είναι άλλο πράγμα. Πάνε πιο κάτω. Αγγίζουν πιο βαθιά. Σε σηκώνουν ψηλά και σε ανασταίνουν. Δεν υπάρχουν, για την ψυχή μου, Βρετανοί Χαΐνηδες, δεν υπάρχει Γάλλος Ξυδάκης, δεν υπάρχει Ιταλός Χατζιδάκις.
Αλλά τα τραγούδια στην μητρική γλώσσα είναι άλλο πράγμα. Πάνε πιο κάτω. Αγγίζουν πιο βαθιά. Σε σηκώνουν ψηλά και σε ανασταίνουν. Δεν υπάρχουν, για την ψυχή μου, Βρετανοί Χαΐνηδες, δεν υπάρχει Γάλλος Ξυδάκης, δεν υπάρχει Ιταλός Χατζιδάκις.
Τα έχω καταφέρει και έχω αποκτήσει περισσότερα από όσα μπορώ να “καταναλώσω”. Περισσότερους δίσκους από όσους προλαβαίνω να ακούσω, περισσότερα βιβλία από όσα προλαβαίνω να διαβάσω, περισσότερες ταινίες από όσες προλαβαίνω να δω. Καταναλωτική μανία; Σημεία των καιρών; Κακομαθημένος, άπληστος δυτικός; Λίγο απ’ όλα και όλα μαζί. Έτσι, πάντως, αρχίζουν οι εκπτώσεις και χάνει κανείς “πράγματα” στον ήχο, το κείμενο ή την εικόνα.
Το άλμπουμ “Ρίζα της Φωτιάς” του Βασίλη Σκουλά το είχα αποκτήσει από τον Αύγουστο του 2005 και το είχα ακούσει εντελώς επιφανειακά. Το “ανακάλυψα” πριν λίγες μέρες και γοητεύτηκα. Καθαρή μελωδική γραμμή, σοβαροί στίχοι, καλή ερμηνεία. Ξεχώρισα το τραγούδι “Τούτο το Μήνα”. Μου αρέσει η κρητική λύρα που κυριαρχεί, η μελωδία του, οι στίχοι, η ερμηνεία του Σκουλά με την ιδιαίτερη κρητική προφορά. Μου αρέσει που ακούγονται οι δακτυλισμοί του λυράρη, τα γυρίσματα, οι λέξεις που χρησιμοποιεί, το ύφος του τραγουδιού εν όλω.
Λοιπόν:
ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΑ
Τούτο το μήνα τον αποπάνω
Τον αποπάνω τον παραπάνω
Αητός εβγήκε να κυνηγήσει
Να κυνηγήσει και να γυρίσει
Δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια
Μόνο εκυνήγα δυο μαύρα μάτια
Μαύρα μου μάτια κι αγαπημένα
Και πως περνάτε χωρίς εμένα
Μαύρα μου μάτια κόκκινα χείλη
Έβγα μικρή μου στο παραθύρι
Να δεις τον ήλιο και το φεγγάρι
Να δεις το νέο που θα σε πάρει
Γαϊτάνι πλέκω και δεν αδειάζω
Δε μου βολεί να κουβεντιάζω
Πανάθεμά το και το γαϊτάνι
Κι απού το πλέκει κι απού το βάνει
Πανάθεμά το και το γαϊτάνι
Κι απού το πλέκει κι απού το βάνει
Γαϊτάνι: (το) ουσ. μεταξωτό κορδόνι για τη διακόσμηση φορεμάτων
15/03/2006
Τρίτη 14 Μαρτίου 2006
Ένα Τραγούδι Ακόμα [ΝΚ]
Εδώ και μέρες κολλημένο στο μυαλό μου το “She Came In Through The Bathroom Window” των Beatles. Κολλημένο σαν μελωδία και σαν ρυθμός. Από τα αγαπημένα μου του Abbey Road κόλλησε και δε λέει να ξεκολλήσει. Τα γυρίσματά του, τα φωνητικά του. Όλα. Να ξυπνάς και να ξετυλίγεται στο [και από το] μυαλό σου. Θολωμένος ακόμα κοιτάζω το παράθυρο του μπάνιου. Κλειστό. “Πως στο καλό;” αναρωτιέμαι. Κι όμως. Από κάπου μπήκε. Για να δούμε πως θα τελειώσει και ποιο, βεβαίως, θα είναι το επόμενο.
She Came In Through The Bathroom Window
She came in through the bathroom window
Protected by a silver spoon
But now she sucks her thumb and wanders
By the banks of her own lagoon
Didn't anybody tell her?
Didn't anybody see?
Sunday's on the phone to Monday,
Tuesday's on the phone to me
She said she'd always been a dancer
She worked at 15 clubs a day
And though she thought I knew the answer
Well I knew what I could not say.
And so I quit the police department
And got myself a steady job
And though she tried her best to help me
She could steal but she could not rob
Didn't anybody tell her?
Didn't anybody see?
Sunday's on the phone to Monday,
Tuesday's on the phone to me
Oh yeah.
Didn't anybody tell her?
Didn't anybody see?
Sunday's on the phone to Monday,
Tuesday's on the phone to me
She said she'd always been a dancer
She worked at 15 clubs a day
And though she thought I knew the answer
Well I knew what I could not say.
And so I quit the police department
And got myself a steady job
And though she tried her best to help me
She could steal but she could not rob
Didn't anybody tell her?
Didn't anybody see?
Sunday's on the phone to Monday,
Tuesday's on the phone to me
Oh yeah.
14/03/2006
Κυριακή 12 Μαρτίου 2006
Καρλόβασι και Πάλι [ΝΚ]
31 Μάη 81 à 649 ΤΕ (1ος Λόχος)
Προσπαθώ να ξεκινήσω ένα γράμμα. Αποτυγχάνω. Σήμερα μεσημεράκι δυο φωτογραφίες σου. Με βασανίζουν. [Πονοκέφαλος. Τα μάτια πονούν. Κάψουλες από χθες]
Γνωρίζω σε τι χώρους κινείσαι. Τι μαντεύεις για τους εδώ δικούς μου; Δεν έχω ανθρώπους να συνεννοηθώ. Απέναντί τους εκτιμώ τον εαυτό μου υπερβολικά. Δε θέλω. Διαβάζω πολύ. Κοιτάζω τις γραμμές των βουνών. Τις ρυτίδες της θάλασσας. Είμαι.
Σε πενήντα μέρες Αθήνα. Έχω φίλους. Η ζωή μου απ’ την αρχή. Θα προσπαθήσω.
Θέλω να σου τηλεφωνώ. Το αφήνω. Με οργίζει η σκέψη ότι θα γίνω αποδεκτός. Μετά;
Τηλεφώνημα. Αποτυχία. Δε ξαφνίστηκα. Λυπήθηκα.
- Και γιατί να στεναχωριέμαι;
Έχω το “χρόνο” που δεν έχει. Θα της γράψω. Θα τηλεφωνήσω. Το πρόβλημα ο χώρος. Η συνύπαρξη.
Προχώρησα:
- Και τι έχω κάνει γι’ αυτήν; Τι έχω δώσει;
Τίποτα. Οκτώ χρόνια τώρα. Μια πηγή έμπνευσης. Στον πνευματικό μου Γολγοθά ένα αστέρι. Ποιήματα, εικόνες, ατέλειωτοι μονόλογοι, πλάτεμα της νόησης. Όρια που μετατοπίζονται. Αυτογνωσία. Σκέψεις. Σκέψεις. Σκέψεις. Πάντοτε παρούσα.
Προερωτευμένος. Αόριστα. Δεν ήξερα να ζητήσω. Δε σκέφτηκα να διεκδικήσω. Δύναμη στις φλέβες που αρκούσε. Μάθαινα. Βυθιζόμουνα. Πονούσα. Ο ποιητής διαλέγει να χάνει. Στάθηκες η αφορμή. Και η αιτία;
Έφτιαξα μια εικόνα. Δεν τη ξεπέρασα. Στον “Απότσο” ράγισε. Είδα τον άνθρωπο. Γοητεύτηκα.
(Ιδρώνω. Ρίγη. Ίσως πυρετός.)
Φωτογραφία. Αυτό το δέρμα του προσώπου. “Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά.”
Δεν είχα να ζητήσω. Ήταν απάνθρωπο. Και τώρα. Δεν ξέρω. Δε μ’ ενδιαφέρει. Φτάνει που υπάρχουμε. Ζυμωμένη με τη σκέψη μου. Ένα κομματάκι του εαυτού μου.
Δε διάλεξα. Σε συνάντησα.
Θα ξαναγυρίσω
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




