Τρίτη 14 Ιουνίου 2005

35, 132, 102, 171, 12 στη σειρά! [ΝΚ]

Ένα παγωμένο δεξί προφίλ. Γαλάζιος οφθαλμός, καμπουρωτή μύτη. Δυο-τρεις ρυτιδίτσες που, λοξά, κατηφορίζουν. Ούτε ένα ανφάς, έτσι, για τα προσχήματα. Και μια απόσταση, αναπνοής. Αν “τα στερνά τιμούν τα πρώτα” την έχουμε πατήσει! Κατά τα άλλα: “Το καλοκαίρι αποκαλύπτει όσα ο χειμώνας κρύβει”.


14/06/2005

Ποτε [ΝΚ]

Γνωρίζω. Ειρωνεύτηκα. Αμάρτησα [Για κάθε ένα]. Κι ας μην το ήθελα έτσι. Κι ας αγαπώ να λαμβάνω. Άμυνα, ίσως; Μα τι ζητώ τέλος πάντων; Ένα σύμπαν στα μέτρα μου! Τόσο δύσκολο είναι; Εντάξει, την επόμενη, αν, φορά, θα καμωθώ άλλα κι αλλιώς κι αλλιώτικα. [Αμ δε!].

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2005

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2005

Μαρίες [Κάτι θα γνώριζε ο ποιητής. . .]

ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΑΡΙΕΣ

Απ’ τον καιρό που εγέννησε Μαρία το Χριστό
Ο Σατανάς τα έβαλε μ’ εκείνες τις καϋμένες.
Αν το μυαλό σας θέλετε να τώχετε σωστό
Απ΄ τις Μαρίες μακρυά – γιατ΄είν’ δαιμονισμένες!

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Χιουμοριστική Ανθολογία
Τόμοι Α-Β, Σελ. 258
Εκδόσεις Τ. Δρακόπουλου
Σταδίου 48
Αθήνα 1958

Πώς Μιλούνε οι Άγγελοι [!]

Ήταν μικρή, με μάγουλα αχνισμένα
Με μάτια ολόμαυρα, ζωή γεμάτα.
Χαμογελούσε μόνο πικραμένα,
Κι’ εσώπαινε: Αγγέλου, είπα, νειάτα!

Κι’ επρόσμενα ν΄ανοίξη ο άγγελος μου
Το μοσχοβόλο στόμα αρμονικά
Να φανερώση του άλλου κόσμου
Του παραδείσου του τα μυστικά.

Και άνοιξες, ω άγγελε, το στόμα. . .
Με χτύπους καρτερούσα τι θα ειπής.
Αχ! Τα λογάκια σου θυμούμαι ακόμα:
«Θέλετε καπινό; Με αγαπείς;»

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Χιουμοριστική Ανθολογία
Τόμοι Α-Β, Σελ. 258
Εκδόσεις Τ. Δρακόπουλου
Σταδίου 48
Αθήνα 1958

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2005

Μια Μύγα [Με . . . νόημα!]

"Μια Μύγα"

Ένα αμάξι βαριά φορτωμένο
ανεβαίνει με μόχτο έναν όχτο.
Έξι βόιδια τραβούνε,
δέκα σκλάβοι βοηθούνε.
- Οχόι, χάιντε, χάι!...
Το βόιδι φυσάει,
ο σκλάβος βογκάει
και τρίζει τ' αμάξι κι αχάει.
Τέλος, στο ίσωμα βγαίνει
και κάθε ψυχή ξανασαίνει.
Και μια μύγα στη ρόδα κρυμμένη,
ξεπετιέται σαλπίζει,
θριαμβικά ξεφωνίζει:
- Μια στιγμή ν' ανασάνω
μια στιγμή ν' ανασάνω.
Πώς τ' ανέβασα μόνη μου επάνω;!


Βασίλης Ρώτας

Παράπονο [ΝΚ]

Το ένα
Κι ένα
Δύο μου
Και
Τα δικά σου
Άλλο

08/06/05
[Στο Φάληρο]

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2005

Θέκλη

Κυκλοφόρησε το καινούργιο μυθιστόρημα της άξιας κ. Αθηνάς Κακούρη με τίτλο ¨Θέκλη¨ [Μάιος 2005, από την “Εστία”]. Το διάβασα και είναι, όπως αναμενόταν, καλό.

Προσοχή στο αντίτυπο που θα αποκτήσετε. Δυστυχώς η πρώτη παρτίδα μοιάζει προβληματική. Λείπουν “χαρακτήρες” ή τμήματα λέξεων στις σελίδες:

51, 99, 115, 131, 134, 179, 198, 211, 230, 243, 262, 275, 294, 307, 326, 339, 390, 486, 499, 518.

Το έργο ολοκληρώνεται σε 600 σελίδες και κοστίζει περίπου 19€. Παραθέτω την περίληψη του οπισθόφυλλου:

ΣΕΙΡΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΣ
 
Το μυθιστόρημα αυτό μας μεταφέρει σε μία στιγμή μεγάλης προσπάθειας, αγαλλίασης και πένθους. ατά χρόνια του 1912 και του 1913. Οι βαλκανικοί πόλεμοι έρχονται αιφνιδιαστικά να απαιτήσουν φοβερές θυσίες απ΄ όλους. Είναι οι ώρες πού ο κοινωνικός ιστός διαλύεται ξεσκεπάζοντας ανελέητα κάθε αδυναμία. Οι ώρες των ανέμων πού σμπαραλιάζουν τις άθλιες - και τόσο ανθρώπινες – απόπειρες των ατόμων να σχηματίσουν γύρω τους νησίδα ασφαλείας, ενόσω πάλι άλλοι μαγεύονται από ψυχικές αρετές κι από ικανότητες πού ανακαλύπτουν ξαφνικά στον εαυτό τους. Όταν οι ισχυροί σπαράζουν ζουν από αγιάτρευτους καημούς. Κι όταν, μέσα ατή γενική αναταραχή, ο έρωτας δείχνει τη δύναμή του, καταστροφέας. θριαμβευτής και ζωοδότης.

Παρασυρμένη ατή δίνη της γενικής αναταραχής. μια νεαρή γυναίκα περνά οπό την ευτυχία της απροβλημάτιστης αφέλειας στην οδυνηρή ευδαιμονία της αυτογνωσίας.

Ένα βιβλίο με όλα τα χαρακτηριστικά του μεγάλου μυθιστορήματος - κι όχι ως προς την έκτασή του μόνο... Με πρωταγωνιστές αληθινούς, πού τούς ακολουθεί βήμα βήμα καθώς εξελίσσεται ή πλοκή, δηλαδή ή ελληνική ιστορία. ή εκθαμβωτικά πρόσφατη κι εκθαμβωτικά άγνωστη.

ISBN 960-05-1198-5
βιβλιοπωλείον τnς ΕΣΤΙΑΣ

6/6/2005

Τρίτη 31 Μαΐου 2005

Καβάφης [Πεζό μεν . . .]

Tο Σύνταγμα της Hδονής
(από τα Kρυμμένα Ποιήματα 1877; - 1923, Ίκαρος1993)

Mη ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης. Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών. Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. Mη λέγης, τόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας.
Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.

Κωνσταντίνος Καβάφης
Copyright © 1998 - 2000 Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Τετάρτη 18 Μαΐου 2005

Έτσι [ΝΚ]

Χαθήκαμε, όπως χάνονται οι άνθρωποι στις μεγάλες πολιτείες. Στο απέναντι τετράγωνο, στο διπλανό κτίριο.

17/05/05

Τρίτη 17 Μαΐου 2005

Tι-Nα-Tον [NK]

Τι να τον κάνεις τον καινούργιο σου, γυαλιστερό, εαυτό εάν δεν έχεις κάπου να τον δείξεις;

17/05/2005

Δευτέρα 16 Μαΐου 2005

Ακόμα Ένα

ΧΙ 47. [ΓΥΓΗΣ]

Ου μοι μέλει τα Γύγεω
Του Σαρδίων άνακτος
Ουθ’ αιρέει με χρυσός,
Ουκ αινέω τυράννους·
Εμοί μέλει μύροισι
Καταβρέχειν υπήνην·
Εμοί μέλει ρόδοισι
Καταστέφειν κάρηνα.
Το σήμερον μέλει μοι·
Το δ’ αύριον τις οίδεν;

Τα πλούτη του Γύγη μ’ αφήνουν
αδιάφορο, του βασιλιά των Σαρδίων,
ούτε ο χρυσός με σκλαβώνει,
και δεν ψάλλω τυράννους.
Εμένα με νοιάζει με μύρα
να λούζω το γένι,
εγώ θέλω με ρόδα
κεφάλια να στεφανώνω.
Το σήμερα μ’ ενδιαφέρει
τ’ αύριο ποιος το γνωρίζει;

ΑΝΑΚΡΕΩΝ

ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΤΑΚΗ
500 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΔΩΡΙΚΟΣ 1987

Γιάννης Σκαρίμπας [και πάλι!]

ΤΙΠΟΤΑ

Πολύ αργόν το βράδυ εσβούσε
και τίποτα ´ταν το φεγγάρι
κι ό,τι ´ταν λύπη δε λυπούσε
και τίποτα δεν είχε χάρη
Μον’ ήταν βράδυ, τίποτ’ άλλο
με δίχως τίποτα στη έγνοια
κι αυτό το τίποτα ν’ μεγάλο
στα τίποτα τα τιποτένια

Κι έλεα μέσα μου : τι τάχα
τι τάχα νάταν που μ’ ελύπει,
αφού ´γω τίποτα για νάχα
δεν ένιωθα ( χαρά, είτε λύπη )

Παρά έτσι, τίποτα σκεφτόντας
κι άλλο ήρθε τίποτα απ’ αγάλι :
πως τίποτα δεν μούπες - όντας
στρέψαντας - μ’ είδες - το κεφάλι…

Γιάννης Σκαρίμπας / Βοϊδάγγελοι
Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970
ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

Δευτέρα 25 Απριλίου 2005

Τρίτη 12 Απριλίου 2005

Π[υ]ροτροπή [ΝΚ]

Ασχοληθείτε με εκείνους για τους οποίους είσαστε σημαντικοί. Οι άλλοι, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μάθουν ποτέ.

12/04/2005

Δευτέρα 11 Απριλίου 2005

Απόσπασμα 7 [ΝΚ]

Όλο και πιο δύσκολα, όλο και πιο αργά, όλο και πιο άχαρα. Για ποια σειρά να μιλήσουμε; Γι’ αυτήν που θα θέλαμε; Γι’ αυτήν που θυμόμαστε ή γι’ αυτήν που, στο κάτω-κάτω, μπορούμε; Τι να τραγουδήσουμε; Και πώς; Που πότε και γιατί. ΟΛΑ. Κι ας μην έχουμε, κάποτε, τίποτα. Μονάχα φόβους, ανησυχίες, μικροπανικούς, άδικους εγκλωβισμούς, συνήθειες που φονεύουν και σκέψεις που σπαρταρούν. Και πάνω απ’ όλα τον χωροχρόνο της σκέψης μας και το πώς αυτή βιώνεται. Αυτό το αμείλικτο υπόβαθρο σιωπής, αυτή η αδυσώπητη γνώση του πως η σκέψη ξετυλίγεται, το που πατά, το που και πως στρέφει. Και όλα αυτά μέσα σ’ ένα ξεκάθαρο κενό, σε μια απόλυτη σιωπή που πάνω της ξαπλώνει η μονωδία της σκέψης. Αυτός ο συρμός με τον ξεκάθαρο όγκο και την απαρέγκλιτη πορεία. Δεν μπορώ ν’ αλλάξω μήτε ένα γιώτα. Κάποτε δεν το θέλω κιόλας. Προσμένω, λοιπόν. Ακίνητος, συντηρητικός, στεγνός κάποτε, προσμένω. Μια ανάσταση, μια ανάταση, μια άνοιξη που ξεκίνησε και αργεί.

28/03/1993

Έσο [ΝΚ]

Έσο επιεικής με το βέβαιο.

11/04/2005

Παρασκευή 8 Απριλίου 2005

Πέμπτη 7 Απριλίου 2005

7 Απριλίου 2005, 13:35 [ΝΚ]

Σε είδα. Πριν από δέκα λεπτά. Στην αρχή της οδού Αθηνάς. Διασταυρωθήκαμε. Ήσουν αλλού. Δεν σου μίλησα. Και μου έχει ξανατύχει. Μακάρι και να γνωρίζαμε πόσες φορές και ποιοι περνάνε δίπλα μας ή βρίσκονται δίπλα μας. Τι νόημα θα είχε να πούμε τα τυπικά μας; Τι θα άλλαζε στην τάξη του κόσμου; Το παραμικρό για να συμβεί, ή να μην συμβεί, χρειάζεται την κρίσιμη μάζα του. Μια μάζα που πάντα υπολείπεται. Υγίαινε.

Είναι [ΝΚ]

Οι σκέψεις μου
Είναι κλωστές
Και φτιάχνουνε
Σχοινάκια
Γύρω
Τριγύρω
Στο λαιμό
Τα μαύρα σου
Ματάκια

Δευτέρα 4 Απριλίου 2005

Το άλλου αμάρτημα …

Το άλλου αμάρτημα εκεί δει καταλιπείν.

Το αμάρτημα του άλλου πρέπει να μένη περιωρισμένον εις εαυτό.

Μετάφραση: Felix De Giorgio
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ: ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Βιβλίον Θ΄, Παράγραφος 20 Σελ. 226
Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ / ΑΘΗΝΑ

V. 170 [Περί Έρωτος]

“Άιδιον ουδέν έρωτος, α δ’ όλβια, δεύτερα πάντα
εστίν από στόματος δ’ έπτυσα και το μέλι.”
Τούτο λέγει Νοσσίς· τίνα δ’ α Κύπρις ουκ
εφίλασεν
ουκ οίδεν κήνα γ’ άνθεα ποία ρόδα.

“Τίποτα πιο γλυκό απ’ τον έρωτα, κι όλα τ’ άλλα
δεύτερο πράμα.
Ακόμα και το μέλι έφτυσα απ’ το στόμα.”
Τούτα λέγει η Νοσσίς. Κι αυτήν που η Αφροδίτη
δεν την εφίλησε
που να ξέρη τι άνθη είναι τα ρόδα;

ΝΟΣΣΙΣ
ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΤΑΚΗ
500 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΔΩΡΙΚΟΣ 1987

Παραλλαγή [ΝΚ]

Ο [Απ]αιτών [Απο]λαμβάνει!

05/04/2005

Τρίτη 29 Μαρτίου 2005

Απόσπασμα 5 [ΝΚ]

Δύσκολο ν’ αφήνεις τον εαυτό σου κάπου θέλοντας να βαδίσεις.

19/11/77

Απόσπασμα 4 [ΝΚ]

Η σκέψη, τόσο αδυσώπητη μέσα μου.

28/11/1977

Απόσπασμα 3 [ΝΚ]

Αυτό που χάνεται είναι το ήθος, η φυσική ομορφιά των ανθρώπων.

17/11/77

Απόσπασμα 2 [ΝΚ]

Κι όμως, κι όμως. Κάποτε ο καιρός, οι καταστάσεις, οι άνθρωποι, έχοντας ωριμάσει συγκλίνουν. Ωρίμασαν και συγκλίνουν στο ένα σημείο έχοντας, στο μεγαλύτερο ποσοστό της, η πορεία τους ξεφύγει από τα φιλοσοφίζοντα, θεωρητικά μας κατασκευάσματα. Τα σενάρια των μοναχικών ανθρώπων τα κατασκευασμένα σε στιγμές όπου η πίκρα είναι ένα βάρος ασήκωτο και, κάπως, πρέπει να την απαλλαγούμε.

Η τάξη του κόσμου πολλές φορές υπολογίζει, υποθάλπει και δημιουργεί τους ευνοούμενους σχηματισμούς της ανεξάρτητα από την πεπερασμένη σκέψη των ανθρώπινων όντων που εμπλέκονται σ’ αυτούς. Προσεκτικά η μοίρα ετοιμάζει τις συμπτώσεις της και το βαρύ χέρι του χρόνου μοιάζει να είναι πολύ σίγουρο, μερικές φορές, ώστε να το εμπιστευτούμε απόλυτα. Και ξυπνάς ένα πρωί και κάθεσαι να γράψεις ένα γράψιμο στο ημερολόγιό σου και έχεις, μόλις πριν λίγο, με την Κ. μιλήσει. Αισθάνεσαι, τότε, τον κόσμο να είναι αλλιώς.

28/8/1977

Απόσπασμα [ΝΚ]

Μητέρα Σιωπή Ευλόγησε.

21/06/76

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2005

Τράπεζα [ΝΚ]

Ζητείται τράπεζα για ... κατάθεση ψυχής!

28/03/2005

Μη ως …

Μη ως μύρια μέλλων έτη ζην. Το χρεών επήρτηται. Έως ζης, έως έξεστιν, αγαθός γενού.

Μη φέρεσαι ούτω ωσάν να έμελλες να ζήσης δέκα χιλιάδες έτη. Το μοιραίον κρέμαται ήδη υπεράνω σου. Όσον ζης, όσον είναι ακόμη δυνατόν, γίνε καλός.

Μετάφραση: Felix De Giorgio
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ: ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Βιβλίον Δ΄, Παράγραφος 17 Σελ. 94
Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ / ΑΘΗΝΑ

28/03/2005

81. [Ηράσθην]

Ηράσθην, εφίλουν, έτυχον, κατέπραξ’, αγαπώμαι·
τις δε, και ης, και πώς, η θεός οίδε μόνη.

Αγάπησα, φίλησα, σύντυχα, χάρηκα κι αγαπιέμαι.
Μα ποιος εγώ κι εκείνη ποια και πως εγίνη
η Αφροδίτη μονάχα το ξέρει.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΤΑΚΗ
500 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΔΩΡΙΚΟΣ 1987

83. [Άνεμος]

Είθ άνεμος γενόμην, συ δ’ επιστείχουσα παρ’
αγάς
στήθεα γυμνώσαις, και με πνέοντα λάβοις.
 
Αχ άνεμος νάμουν και συ στην ακρογιαλιά
να βαδίζεις
τα στήθη γυμνώνοντας, και να με πάρεις ως πνέω.
 
ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΤΑΚΗ
500 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΔΩΡΙΚΟΣ 1987

19. Κείμενο [ΝΚ]

Αγαπητή …

Να τι σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να σου γράψω. Να σου γράψω και να σου αποστείλω φυσικά! Και ίσως το κάνω. Το να είσαι στρατιώτης, είτε ΥΕΑ ως εγώ, μπορεί να σημαίνει πάμπολλα. Και πρώτα απ’ όλα ότι μοιράζεσαι τη ζωή σου. Τη μοιράζεσαι μ΄ ανθρώπους που δε διάλεξες και στο κάτω-κάτω δε συμπαθείς. Και έρχονται οι ώρες της ατονίας της απόγνωσης της ανίας και του μικροπανικού. Τα προς τα πίσω γυρίσματα του κεφαλιού. Κρατιέσαι απ’ ότι έκανες απ’ ότι δεν έκανες κι απ’ ότι θα κάνεις ή δε θα κάνεις.

Η ημέρα γίνηκε ένας στόχος που πρέπει να καταρριφθεί! Και καταρρίπτεται. Σημειωμένες σ’ ένα μπλοκάκι σβήνω τις μέρες. Και την κάθε φορά έχω να πω:
- Επέζησα κι αυτή τη μέρα.

Και ακολουθεί η ευλογία του ύπνου. Του ύπνου με το θείο σπόρο του όνειρου που δε φυτρώνει πάντα. Το κάθε πρωί βρίσκω τη ζωή μου γεμάτη λάθη και το κάθε βράδυ γεμάτη ελπίδες. Το βράδυ που πολλές φιλώ σκοπιά κάτω από τ’ άστρα. Στην Κόρινθο έγραψα:

Ζω σ' έναν ωκεανό
Φιλώ σκοπιά
Δε βλέπω τα μάτια σου
Δεν ακούω τη φωνή σου...

Και στη ΣΕΑΠ:

Νύχτα με πέντε
Πεφταστέρια
Και τ' όνομά της
Στα χείλη...

Φιλώ σκοπιά.
Φωνάζω:
- Αλτ! Τις ει;

Είναι οι συνάδελφοι που μου σπάζουν τις σκέψεις. Η σκέψη μου είναι ένας όγκος σκοτεινός. Μια ζώσα πραγματικότητα. Ακόμα μια εξακοντίζομαι στο μέλλον. Στην άδεια. Στο βάσανο του κάθε στρατιώτη. Η ΑΔΕΙΑ. Η μουσική. Ο καφές. Οι φίλοι… Ακόμα και το Super Market που το κλίμα του μου λειψε. Όλα όσα φτιάχνουν αυτό που λέμε “πολιτική ζωή”. Μια ζωή που αρχίζει να υπάρχει κατά αντιδιαστολή προς τη “στρατιωτική ζωή”.

Είναι αλήθεια. Αρχίζεις να εκτιμάς κάτι από τη στιγμή που θα το χάσεις. Και να σημειωθεί ότι είμαι ένας που πάντα εκτιμούσε τη μουσική τους καφέδες τους φίλους. Η σκέψη των πραγμάτων που κάναμε και των καταστάσεων που ζήσαμε σου δίνει μια ζεστασιά στο μυαλό κι ένα χάδι στο στομάχι.

Και η νύχτα συνεχίζεται. Δε θέλω να κοιτάξω το ρολόι μου. Αν το κοιτάξω ο χρόνος θα σταματήσει να ρέει. Τι απόγιναν οι σχηματισμοί στους οποίους συμμετείχα; Συλλογίζομαι το σώμα μου ογκοποιημένο να ταξιδεύει Τερψιθέα-Αθήνα. Πόσες διαδρομές; Πόσες φορές ο όγκος του σώματός μου; Σχεδόν θα γεμίζει ολάκερο το πλάτος του δρόμου. Και τα λεωφορεία. Αυτή η ζώσα πραγματικότητα. Δεν έπαψα στιγμή να συλλογίζομαι τα λεωφορεία που περνούν τη Μυστρά. Όλες τις ώρες. Μέρα και νύχτα. Μου έχουν γίνει σχεδόν έμμονη ιδέα. Μια ιδέα που συγκινεί. Πηδώ από το παρόν στο παρελθόν. Από το παρελθόν στο μέλλον. Όλα είναι μια μάζα και είμαι παντού.

Να βάψω τα άρβυλά μου να ξυριστώ να τοποθετήσω το όπλο μου στον οπλοβαστό. Να μη λησμονήσω ν’ αφήσω χαρτάκι στο θαλαμοφύλακα. Όλα με τάξη όλα με πρόγραμμα. Με άλλαξαν. Μια πρόγευση της ζεστασιάς του κρεβατιού με κυριεύει.

Με προσοχή. Να μη χαλάσω τα στρωσίδια. Παρακαλώ τους Θεούς να μου στείλουν το όνειρο. Το όποιο όνειρο. Θα κλείσω τα μάτια και θα βυθιστώ. Επέζησα κι αυτή τη μέρα… Επέζησα και την κέρδισα μόνο και μόνο για τούτη τη γραφή και του μυαλού το λιώσιμο. 

Καλήν αντάμωση παντού…
17 Δεκέμβρη 1980 / Μελετητήρια ΣΕΑΠ – στο κενό ανάμεσα σε δυο διαγωνίσματα Β΄ Σταδίου

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2005

199. [Ήδυλος]

Οίνος και προπόσεις κατεκοίμισαν Αγλαονίκην
Αι δόλιαι, και έρως ηδύς ο Νικαγόρεω,
ης πάρα Κύπριδι ταύτα μύροις έτι πάντα μυδώντα
κείνται, παρθενίων υγρά λάφυρα πόθων,
σάνδαλα, και μαλακαί, μαστών ενδύματα, μίτραι,
ύπνου και σκυλμών των τότε μαρτύρια.

Το κρασί κι οι δόλιες προπόσεις κατακοίμισαν
την Αγλαονίκη,
κι ο γλυκός έρως του Νικαγόρα.
Και στην Κύπρι αφιερωμένα τα υγρά λάφυρα κείτονται
της παρθενιάς της, φορτωμένα ακόμα με μύρα·
τα σάνδαλα, ο λεπτός των μαστών της δεσμός και τα στέφανα,
μάρτυρες
του δικού της ύπνου, της δικής του βίας.

ΗΔΥΛΟΣ

ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΤΑΚΗ
500 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΔΩΡΙΚΟΣ 1987

4. [Φιλόδημος]

Ψαλμός και λαλιή, και κωτίλον όμμα, και ωδή
Ξανθίππης, και πυρ άρτι καταρχόμενον,
Ω ψυχή, φλέξει σε· το δ’ εκ τίνος, ή πότε, και
πώς,
ουκ οίδα· γνώση, δύσμορε, τυφομένη.

Το κιθάρισμα, κι η φωνή, και το βλέμμα το λάλο, κι η ωδή
της Ξανθίππης, κι η φωτιά που άναψε μόλις
θα σε κάψει ψυχή μου. Από τι, από πότε και
πώς
δεν το ξέρω. Καρδιά μου, δύσμοιρη, σαν καείς θα το μάθεις.

ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ

ΑΝΔΡΕΑ ΛΕΝΤΑΚΗ
500 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ
ΔΩΡΙΚΟΣ 1987

Τρίτη 22 Μαρτίου 2005

Βιολέτα

Δίχως αστέρια και Σελήνη
χωρίς «Μαμζέλ, μετά τρεμούσης
χειρός» και δίχως καν «εκείνη
εις την αγχόνην» δίχως «ούσης».

Παρ’ έτσι ανθρώπινα και σκέτα
- σκυμμένη ως σ’ είδα να ξεπλένεις -
σ’ αγάπησα εγώ Βιολέτα
στο φως μιας μέρας περασμένης

Δεν ήσουν συ «Ματθίλδη» ή Μούσα
μητ’ «ομιχλώδης» ο έρωτάς σου,
μήτε κι εγώ πως τραγουδούσα
κατ’ απ’ τα παράθυρά σου.

Μα ήσουν γλυκειά χωρίς «γαζίες»
Και δίχως σουβενίρ δικιά μου
κι όλες οι ημερομηνίες
μιλούσαν ίδια στην καρδιά μου.

Κι ως μίλειες ήταν σαν να σβούσαν
τ’ αχνά σου λόγια και σαν όπως
να διάβαιναν και να περνούσαν
καθ’ εποχή και κάθε τόπος…

Γιάννης Σκαρίμπας / Βοϊδάγγελοι
Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970
ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

Κυριακή 20 Μαρτίου 2005

Φυλακή [ΝΚ]

ΦΥΛΑΚΗ ΜΕ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΡΤΑ – ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΤΣΑΚΑΛΟΣ

Ένα όμορφο, γλυκό και τρυφερό άλμπουμ σε στίχους και μουσική του κ. Τσάκαλου ο οποίος ήταν ο ντράμερ του συγκροτήματος των ΦΑΤΜΕ και συνεχίζει να παίζει με τον Νίκο Πορτοκάλογλου. Ένα άλμπουμ μακριά από την φιλοσοφία των “σουξέ” το οποίο χρειάζεται περισσότερες από μια ακροάσεις για να εκτιμηθεί. Πολύ καλή και η κ. Γιώτα Νέγκα στο ένα κομμάτι [Τι Να Του Συμβαίνει] που ερμηνεύει.

Έωθεν προλέγειν

Έωθεν προλέγειν εαυτώ· Συντεύξομαι περιέργω, αχαρίστω, υβριστή, δολερώ, βασκάνω, ακοινωνήτω. Πάντα ταύτα συμβέβηκεν εκείνοις παρά την άγνοιαν των αγαθών και κακών. Εγώ δε τεθεωρηκώς την φύσιν του αγαθού ότι καλόν και του κακού ότι αισχρόν και την αυτού του αμαρτάνοντος φύσιν ότι μοι συγγενής ουχί αίματος ή σπέρματος του αυτού, αλλά νου και θείας απομοίρας μέτοχος, ούτε βλαβήναι από τινος αυτών δύναμαι· αισχρό γαρ με ουδείς περιβαλεί· ούτε οργίζεσθαι τω συγγενεί δύναμαι ούτε απέχθεσθαι αυτώ. Γεγόναμεν γαρ προς συνεργίαν, ως πόδες, ως χείρες, ως βλέφαρα, ως οι στοίχοι των άνω και κάτω οδόντων. Το ουν αντιπράσσειν αλλήλοις παρά φύσιν· αντιπρακτικόν δε το αγανακτείν και αποστρέφεσθαι.


Σκέψου το! Το να προλέγης ενωρίς την πρωίαν εις τον εαυτόν σου: Θα συναντηθώ με άνθρωπον οχληρόν, αντιπαθητικόν, αυθάδη, φθονερόν και βάσκανον όστις δεν γνωρίζει να φερθή. Και συμβαίνει ο άνθρωπος αυτός να έχη όλα αυτά τα σφάλματα, διότι δεν γνωρίζει τι είναι το καλόν και τι το κακόν. Εγώ όμως όστις αντελήφθην καθαρά την φύσιν του καλού, δηλαδή ότι είναι ωραίον, και του κακού, το οποίον είναι άσχημον και την φύσιν αυτού του ιδίου όστις έσφαλε εναντίον μου και είναι συγγενής μου – όχι διότι είναι από το ίδιον αίμα και το ίδιον σπέρμα, αλλά διότι, είναι μέρος του ιδίου πνεύματος και από την ιδίαν θείαν καταγωγήν – εγώ, λοιπόν, δεν δύναμαι ούτε να βλαβώ καν υπό τινός εξ’ αυτών των ανθρώπων. Διότι ουδείς δύναται να με ωθήση εις το αίσχος, αλλά ούτε και δύναμαι να θυμώνω με τον συγγενή μου ή να αισθάνωμαι έχθραν εναντίον του. Διότι είμεθα προωρισμένοι να συνεργασθώμεν, όπως οι πόδες, αι χείρες, τα βλέφαρα, η άνω και η κάτω οδοντοστοιχία. Λοιπόν, το να ενεργή ο εις εναντίον του άλλου, είναι πράγμα αφύσικον˙ επομένως ενεργούμεν αφύσικα και όταν αγανακτούμεν και αποστρεφόμεθα.

Μετάφραση: Felix De Giorgio

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ: ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
Βιβλίον Β΄, Παράγραφος 1 Σελ. 56
Ι. ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ / ΑΘΗΝΑ

Mattina

[Santa Maria La Long il 26 gennaio 1917]

M’ illumine
D’ immenso

ΠΡΩΙΝΟ

Φωτιζομαι
Απ’ το απέραντο

Μετάφραση: Φοίβος Πιομπίνος
GIUSEPPE UNGARETTI
ΠΟΙΗΜΑΤΑ / ΑΘΗΝΑ 1990

Ξοδεύουμε [ΝΚ]

Ξοδεύουμε πολλά προσπαθώντας να φτιάξουμε μια εικόνα του εαυτού μας για τους άλλους.

030682

Τ’ Αντρόγυνα [ΝΚ]

Τ’ αντρόγυνα
Στα μυστικά
Έχουν
Τα μπουκαλάκια τους
Και πίνουν
Φάρμακα σερί
Πριν παν
Στα κρεβατάκια τους

071076

Τρίτη 15 Μαρτίου 2005

Τρελός

Είμαι – το ξέρω – λογικός. Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τ’ όντι
δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
νάναι τα δυο διπλό απ’ το ένα. Νοερά μου :
πως είναι στρόγγυλοι – επιμένω – οι οριζόντοι.

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
φιάχνω, και πάω πατώντας˙ ούτε λόγος
ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
στρίβω να μη σκουντάψω πα στους τοίχους…

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία! Το ψέμα
μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
έκανε τίκι – τακ για κείνηνα – στοχιά μου :
για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε! Πως την έλεγαν ξεχνάω…
- χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου -
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε – και πάω…

Γιάννης Σκαρίμπας / Εαυτούληδες
Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970
ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

Οι καλόβολοι

Τους καλόβολους να τρέμετε, έλεγε πάντα στη Μαρία και στην Ευδοκία, τις θυγατέρες της, όταν ήταν για παντρειά. Τον απότομο άντρα, τον ιδιότροπο, πρέπει να τον δαμάσετε, να του περάσετε λουρί στο λαιμό και να τον σύρετε στα πόδια σας. Μα τον πειθήνιο, τον μαλακό, αν θέλετε να ευτυχήσετε κοντά του, πρέπει απαραιτήτως να τον σεβαστείτε και να τον υπακούσετε. Αυτός είναι ο άντρας που δεν ανέχεται ούτε φωνές ούτε δάκρυα, τα μάγια δεν τον πιάνουν. Γι αυτόν η ζωή είναι απλή σαν τη σταγόνα του νερού, πρόσκαιρη όσο η ανθοβολιά του κήπου˙ δεν έχει φιλοδοξίες, κι όποιος δεν έχει φιλοδοξίες, δεν τρυπιέται, ούτε φοβάται, ούτε σκύβει. Δεν ελίσσεται. Προχωρά μόνος του, σιωπηλός, αφοσιωμένος στον μόχθο του, αποτραβηγμένος σ’ ένα δικό του βασίλειο, απόρθητο. Συνομιλητής του αλόγου του. Παρατηρητής της πηγής που αναβλύζει αθόρυβα.

Ένας Σκούφος από Πορφύρα / Μάρω Δούκα
Σελ. 137

Απογοήτευση / Προσδοκία [ΝΚ]

Η απογοήτευση είναι συνάρτηση της προσδοκίας. Μηδενικές προσδοκίες εγγυώνται μηδενικές απογοητεύσεις!

04/04/2000

Πες [ΝΚ]

- Μη λες:
- Θα αλλάξω
- Πες:
- Άλλαξα!

231199

Λευκίππη και Κλειτοφών

2 ως δε ενέτεινα τους οφθαλμούς κατ’ αυτήν, εν αριστερά παρθένος εκφαίνεται μοι και καταστράπτει μου τους οφθαλμούς τω προσώπω. 3 τοιαύτην είδον εγώ ποτε επί ταύρω γεγραμμένην Σελήνην˙ όμμα γοργόν εν ηδονή˙ κόμη ξανθή, το ξανθόν ούλον˙ οφρύς μέλαινα, το μέλαν άκρατον˙ λευκή παρειά, το λευκόν εις μέσον εφοινίσσετο και εμιμείτο πορφύραν, οία τις τον ελέφαντα Λυδία βάπτει γυνή˙ το στόμα ρόδων άνθος ην, όταν άρχηται το ρόδον ανοίγειν των φύλλων τα χείλη. 4 ως δε είδον, ευθύς απωλώλειν˙ κάλλος γαρ οξύτερον τιτρώσκει βέλους και δια των οφθαλμών εις την ψυχήν καταρρεί˙ οφθαλμός γαρ οδός ερωτικώ τραύματι. 5 πάντα δε με είχεν ομού, έπαινος, έκπληξις, τρόμος, αιδώς, αναίδεια. Επήνουν το μέγεθος, εκπεπλήγμην το κάλλος, έτρεμον την καρδίαν, έβλεπον αναιδώς, ηδούμην αλώναι. Τους δε οφθαλμούς αφέλκειν μεν από της κόρης εβιαζόμην˙ οι δε ουκ ήθελον, αλλ’ ανθείλκον εαυτούς εκεί τω του κάλλους ελκόμενοι πείσματι, και τέλος ενίκησαν.

Μόλις όμως έριξα το βλέμμα μου πάνω της, αντικρίζω στα αριστερά της κόρη παρθενική που μου τυφλώνει τα μάτια με το πρόσωπό της. Τέτοια ήταν κι εκείνη η ζωγραφιά της Σελήνης που την είδα κάποτε να κάθεται πάνω στον ταύρο. Βλέμμα γοργό και ηδονικό, κόμη ξανθιά με μπούκλες ξανθές, φρύδι μαύρο-κατάμαυρο, λευκά τα μάγουλά της και η λευκότητα αυτή στη μέση του προσώπου κοκκίνιζε, ίδια με την πορφύρα που βάφουνε οι Λύδιες γυναίκες το φίλντισι. Το στόμα της ως άνθος του ρόδου, όταν το ρόδο αρχίζει να ανοίγει των πετάλων τα χείλη. Έτσι λοιπόν που την αντίκρισα, ένιωσα πάραυτα να χάνομαι. Γιατί το κάλλος πληγώνει πιο βαθιά απ’ τη σαΐτα, καθώς χύνεται από τα μάτια και μέσα στην ψυχή κατεβαίνει – τα μάτια είναι ο δρόμος για τις πληγές του έρωτα. Και τότε όλα μαζί τα αισθήματα με κυριεύουν: θαυμασμός, έκπληξη, τρόμος, ντροπή, αναίδεια. Θαύμαζα την κορμοστασιά της, από την ωραιότητά της είχα μείνει έκπληκτος, η καρδιά μου έτρεμε, παρατηρούσα χωρίς ντροπή, και πάλι ντρεπόμουν μήπως και με αντιληφθεί. Και με βία δοκίμαζα να τραβήξω μακριά από την κόρη τα μάτια μου, όμως αυτά δεν ήθελαν να υπακούσουν. Αντίθετα, είχαν δεθεί εκεί τραβηγμένα από τη δύναμη της ομορφιάς – και τελικά με νίκησαν.


Κεφάλαιο Α’, Σελ. 204
Μετάφραση: Γιώργης Γιατρομανωλάκης
Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν / Αθήνα 1990


Στην Ασπίδα του Ερωτόκριτου

“Τη λαμπιράδα τση φωτιάς ορέκτηκα κι’ εθώρου,
κι’ εσίμωσα κι’ εκάηκα, να φύγω δεν εμπόρου”.

Ερωτόκριτος Β΄ 531-532
Σελ. 175 , “ΑΣΤΗΡ” / 1976

Θρήσκευμα; [ΝΚ]

Χριστανός Ορθόλοξος!

Σάββατο 12 Μαρτίου 2005

Ονειρεύομαι μια αίθουσα [ΝΚ]

Ονειρεύομαι μια αίθουσα. Την αίθουσα των μετρητών. Μια αίθουσα γεμάτη καταμετρητές αποστάσεων. Είναι ψηφιακοί, με κόκκινους μεγάλους αριθμούς. Μετρούν την απόσταση ανάμεσα σε αυτούς που είχαν, έχουν ή θα έχουν σχέση. Με απασχόλησε το ακριβές σημείο. Κατέληξα στο κέντρο βάρους. Αποστάσεις ανάμεσα στα κέντρα βάρους, λοιπόν.

Στοχάζομαι τους καταμετρητές μου. Είναι συγκεντρωμένοι σε μια γωνιά. Πέντε, δέκα, εκατό απ’ αυτούς. Κινούμαι, ταξιδεύω, ακινητώ. Οι άλλοι ομοίως. Οι καταμετρητές τη δουλειά τους. Ταξιδεύω. Πετώ με αεροπλάνο. Συλλογίζομαι την ένδειξη των μετρητών. Είναι τρελαμένη. Πέντε, δέκα, εκατό, χίλια, χίλιες χιλιάδες.

Πετώ και φεύγω. Δεν διακρίνεις πια ψηφία. Μια ατέλειωτη ροή. Ένα ποτάμι αριθμών. Αντιφέγγισμα του λευκού στης ένδειξης το κόκκινο δίπλα. Ένα κόκκινο ποτάμι που αρχίζει να αφρίζει. Δεν γνωρίζω την ένδειξη συγκεκριμένων μετρητών. Μπορώ, ωστόσο, να φαντάζομαι όποιον αριθμό επιθυμώ. Και η τάση της ένδειξης; Πάνω; Κάτω; Μηδενική; Είναι στιγμές που θα έδινα πολλά για να δω μηδέν στην ένδειξη κάποιων μετρητών.

Ονειρεύομαι μια αίθουσα.