Τρίτη, 15 Μαρτίου 2005

Λευκίππη και Κλειτοφών

2 ως δε ενέτεινα τους οφθαλμούς κατ’ αυτήν, εν αριστερά παρθένος εκφαίνεται μοι και καταστράπτει μου τους οφθαλμούς τω προσώπω. 3 τοιαύτην είδον εγώ ποτε επί ταύρω γεγραμμένην Σελήνην˙ όμμα γοργόν εν ηδονή˙ κόμη ξανθή, το ξανθόν ούλον˙ οφρύς μέλαινα, το μέλαν άκρατον˙ λευκή παρειά, το λευκόν εις μέσον εφοινίσσετο και εμιμείτο πορφύραν, οία τις τον ελέφαντα Λυδία βάπτει γυνή˙ το στόμα ρόδων άνθος ην, όταν άρχηται το ρόδον ανοίγειν των φύλλων τα χείλη. 4 ως δε είδον, ευθύς απωλώλειν˙ κάλλος γαρ οξύτερον τιτρώσκει βέλους και δια των οφθαλμών εις την ψυχήν καταρρεί˙ οφθαλμός γαρ οδός ερωτικώ τραύματι. 5 πάντα δε με είχεν ομού, έπαινος, έκπληξις, τρόμος, αιδώς, αναίδεια. Επήνουν το μέγεθος, εκπεπλήγμην το κάλλος, έτρεμον την καρδίαν, έβλεπον αναιδώς, ηδούμην αλώναι. Τους δε οφθαλμούς αφέλκειν μεν από της κόρης εβιαζόμην˙ οι δε ουκ ήθελον, αλλ’ ανθείλκον εαυτούς εκεί τω του κάλλους ελκόμενοι πείσματι, και τέλος ενίκησαν.

Μόλις όμως έριξα το βλέμμα μου πάνω της, αντικρίζω στα αριστερά της κόρη παρθενική που μου τυφλώνει τα μάτια με το πρόσωπό της. Τέτοια ήταν κι εκείνη η ζωγραφιά της Σελήνης που την είδα κάποτε να κάθεται πάνω στον ταύρο. Βλέμμα γοργό και ηδονικό, κόμη ξανθιά με μπούκλες ξανθές, φρύδι μαύρο-κατάμαυρο, λευκά τα μάγουλά της και η λευκότητα αυτή στη μέση του προσώπου κοκκίνιζε, ίδια με την πορφύρα που βάφουνε οι Λύδιες γυναίκες το φίλντισι. Το στόμα της ως άνθος του ρόδου, όταν το ρόδο αρχίζει να ανοίγει των πετάλων τα χείλη.

Έτσι λοιπόν που την αντίκρισα, ένιωσα πάραυτα να χάνομαι. Γιατί το κάλλος πληγώνει πιο βαθιά απ’ τη σαΐτα, καθώς χύνεται από τα μάτια και μέσα στην ψυχή κατεβαίνει – τα μάτια είναι ο δρόμος για τις πληγές του έρωτα. Και τότε όλα μαζί τα αισθήματα με κυριεύουν: θαυμασμός, έκπληξη, τρόμος, ντροπή, αναίδεια. Θαύμαζα την κορμοστασιά της, από την ωραιότητά της είχα μείνει έκπληκτος, η καρδιά μου έτρεμε, παρατηρούσα χωρίς ντροπή, και πάλι ντρεπόμουν μήπως και με αντιληφθεί. Και με βία δοκίμαζα να τραβήξω μακριά από την κόρη τα μάτια μου, όμως αυτά δεν ήθελαν να υπακούσουν. Αντίθετα, είχαν δεθεί εκεί τραβηγμένα από τη δύναμη της ομορφιάς – και τελικά με νίκησαν.
Κεφάλαιο Α’, Σελ. 204
Μετάφραση: Γιώργης Γιατρομανωλάκης
Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν / Αθήνα 1990

2 σχόλια:

  1. Eξαίσιο ποστ!
    Ετσι είναι με την ομορφιά, που είναι εντελώς υποκειμενική, που πιό σημαντική είναι όταν την βλέπεις με τα μάτια της ψυχής.
    Και ναι πληγώνει, τρελλαίνει κάποιες φορές τον άνθρωπο. Αδύναμος είναι να πιστέψει πως αυτή πράγματι υπάρχει.
    Την σκοτώνουν την ομορφιά οι άνθρωποι καλέ μου αείποτε, δεν την αντέχουν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα από τα πιο αγαπημένα μου αποσπάσματα που πέρασε από το διαδίκτυο έτσι. "Αναίμακτα". Χαίρομαι που έστω και αργά χαρίζει την ομορφιά του και σε άλλους. Αυτό, από την αρχή, ήταν το ζητούμενο. . .

    ΑπάντησηΔιαγραφή