Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

0482. Ο Αλοΐσιους Ψάχνει Τη Στιγμή

Η πίεση στα υπηρεσιακά, και συνεκδοχικά ή έλλειψη χρόνου και διάθεσης, συνεχίζεται. Συνεπώς, και για μια ακόμη φορά, ας είναι καλά ο Αλοΐσιους και ευλογημένη η συγκυρία που έφερε, ή έστειλε, τα “χαρτιά” του στα χέρια μου. Από το “απόθεμα”, λοιπόν, και με την πρώτη το κείμενο που ακολουθεί.
 
Το έχω σκεφτεί πολλές φορές. Ο χρόνος, ακόμα και οι στιγμές, μπορούν να παίξουν παιχνίδια μυστήρια, απρόσμενα. Η ζωή είναι διδιάστατη. Η διάσταση του χώρου και η διάσταση του χρόνου. Την ευτυχία την βιώνουμε όταν συνυπάρχουμε με τους που αγαπάμε στον ίδιο χώρο. Όταν βλέπουμε τα μάτια τους, όταν τους αγγίζουμε. Ο χρόνος είναι δωρεάν. Το δύσκολο είναι ο χώρος, η συνύπαρξη. Γι’ αυτήν παλεύουμε, μηχανευόμαστε, αγωνιούμε. Μοιραζόμαστε χώρο και αγαλλιάζουμε, μακραίνουν τα κορμιά κι ασφυκτιούμε. Αλλά, αν ο χώρος είναι ο στόχος, ο χρόνος είναι το ταξίδι. Μέσα στο χρόνο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, αναθυμόμαστε, επιθυμούμε. Μέσα στο χρόνο, αδιάλειπτα, ξετυλίγεται το νήμα της ζωής μας. Μέσα σ’ αυτόν προγραμματίζουμε και ονειρευόμαστε και αυτός είναι που τελικά με τον απέναντι μας σμίγει. Ευτυχία είναι, μεταξύ άλλων πολλών, να βρίσκεσαι την κατάλληλη στιγμή στον κατάλληλο χώρο με την παρέα που επιθυμείς. Ο χώρος, με την έννοια αυτή, επηρεάζει το χρόνο κι ο χρόνος το χώρο. Επίτευγμα και τύχη μεγάλη ο σωστός χρονισμός που δίνει καρπούς. Επιτυχία μεγάλη να φτάνει το μήνυμα σου την καίρια στιγμή. Γιατί είναι αλήθεια, δεν είναι όλες οι στιγμές ίδιες. Μακρύς, άτεχνος, πρόλογος για να φτάσω να πω αυτό που είναι. Είναι εδώ και μέρες που γύρισες στη σκέψη μου. Πόσο καιρό μετά; Ίσως περισσότερο και από δυο χρόνια. Όμως πάντοτε έτσι δε γίνεται; Μια ζωή, αργά και συστηματικά, σε θάβω κάτω από την καθημερινότητα μου. Μια ζωή επιζείς, επιστρέφεις. Θέλω να σου στείλω ένα μήνυμα. Να μάθω πώς είσαι, πώς είναι η ζωή σου. Θέλω να σε συναντήσω, να μιλήσουμε. Και θέλω όλα να γίνουν σωστά. Τη στιγμή που πρέπει, την καίρια. Ψυχανεμίζομαι, προσμένω ένα σημάδι, μια παρόρμηση. Να πω: “Τώρα είναι η στιγμή, και άλλη όχι”. Πέρασε ο καιρός που μέσα μου γνώριζα αν ευτυχείς ή όχι. Άλλαξε η ζωή μου. Άλλαξες και συ. Περιμένω. Ένα σημάδι. Το πέταγμα ενός πουλιού, μια στιγμή ιδιαίτερη, μια παρόρμηση. Θα μιλήσουμε, θα συναντηθούμε ίσως, θα θυμηθούμε τα παλιά. Θα χαρούμε και οι δυο, όπως πάντα. Θα ξαναχαθούμε. Μέχρι την επόμενη φορά. Αν υπάρξει. . . 


Από το συγκρότημα “Cock Robin” ακούγεται το “Just Around The Corner”.
 

11/06/2008

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

0481. Άγρυπνον Όμμα [1]


Δεν είναι μόνο το “Αείζωον Πυρ”, του εκδοτικού οίκου “Μιχαήλ Μπαχαράκης” της Θεσσαλονίκης, που διαβάζω συχνά. Στην ίδια σειρά με την ονομασία “Κιβωτός”, πλήρες όνομα “Κιβωτός Ζώσας Σιωπής Στιγμές Ελληνικού Λόγου”, του πιο πάνω Οίκου, υπάρχουν και άλλα αξιόλογα τομίδια. Για τους Λυρικούς, δύο τομίδια, τους Τραγικούς, και πάλι 2 τομίδια, και τους Κωμικούς. Υπό έκδοση εμφανίζονται τομίδια για τους Ιστορικούς, τους Φιλόσοφους, τους Επικούς, τους Ρήτορες και τους Σοφιστές. Δε γνωρίζω αν τα υπό έκδοση τελικώς εκδόθηκαν. Ίσως κάποιος αναγνώστης να μπορεί να μας πληροφορήσει σχετικώς. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι τα βιβλία αυτά είναι δυσεύρετα στην Αθήνα. Όσες φορές χρειάστηκα αντίτυπα του αγαπημένου μου “Αείζωον Πυρ” τα παράγγειλα στο βιβλιοπωλείο “Πρωτοπορία”.
Αυτές τις μέρες ξαναέπιασα στα χέρια μου το τομίδιο των Κωμικών. Αγορασμένο τη Δευτέρα 3 Μαρτίου 1997 με κόστος 3.600 Δραχμές, ή 10,56 ευρώ, και ISBN 960-7016-18-1. Ο τίτλος του: “Άγρυπνον Όμμα” και η έκταση του 383 σελίδες. Το περιεχόμενο του αποσπάσματα από το έργο των Κωμικών της Αττικής Κωμωδίας και συγκεκριμένα του Αριστοφάνη, των Ησσόνων της Αρχαίας, Κρατίνος, Φερεκράτης κ.λ.π., των Ησσόνων της Μέσης, Αντιφάνης, Εύβουλος κ.λ.π., του Μένανδρου, των Ησσόνων της Νέας, Φιλήμων, Δίφιλος κ.λ.π., και κάποια αδέσποτα.

Αποσπάσματα από τα οποία πολλά μπορεί να αντλήσει κανείς ακόμα και σήμερα. Το έχω ξαναγράψει: Οι εποχές αλλάζουν, ο πυρήνας του ανθρώπου όχι.
Από “Άγρυπνο Μάτι”, λοιπόν, παραθέτω κάποια αποσπάσματα του Αριστοφάνη: 

Ες την προεδρίαν πας ανήρ ωστίζεται
[Για τα αξιώματα όλοι οι άνδρες σπρώχνονται]

- Και πώς εγώ αλλαντοπώλης ων ανήρ γενήσομαι;
- Δι’ αυτό γαρ τοι τούτο και γίγνει μέγας,
οτιή πονηρός καξ αγοράς ει και θρασύς.
Η δημαγωγία γαρ ου προς μουσικού
ετ’ εστίν ανδρός ουδέ χρηστού τους τρόπους,
αλλ’ εις αμαθή και βδελυρόν.
[ - Μα πώς εγώ που είμαι αλλαντοπώλης να γίνω πολιτικός;
- Ίσα – ίσα γι’ αυτό θα γίνεις μεγάλος,
γιατί είσαι πονηρός, της πιάτσας παιδί και θρασύς.
Η δημαγωγία δε χρειάζεται παιδεία μα ούτε και ήθος·
μονάχα να ΄σαι άσχετος και μούτρο.]

Ερέτην χρήναι πρώτα γενέσθαι πριν πηδαλίοις επιχειρείν
[Κωπηλάτης πρέπει να γίνεις πρώτα, στο τιμόνι πριν βάλεις το χέρι]

- Ή μνημονικός ει; - Δύο τρόπω νη τον Δία·
ην μεν γαρ οφείληταί τι μοι, μνήμων πάνυ·
εάν δ’ οφείλω, σχέτλιος, επιλήσμων πάνυ.
[ - Πώς τα πας με τη μνήμη; Μα το Δία με δυο τρόπους·
άμα μου χρωστάνε κάτι, έχω μνήμη γερή·
μα όταν χρωστάω, ο ταλαίπωρος, είμαι πολύ ξεχασιάρης.]

Δις παίδες οι γέροντες
[Οι γέροντες δυο φορές παιδιά]

Ουκ έστιν ουδέν του πέτεσθαι γλυκύτερον.
[Τίποτα πιο γλυκό από το να πετά κανείς]

Δέσποινα γέροντι νυμφίω γυνή.
[Αφεντικό η γυναίκα σε γέροντα γαμπρό.]

Εισί του κέρδους άπαντες ήττονες.
[Όλοι τους κατώτεροι του κέρδους είναι.]

Δύναται ίσον τω δραν το νοείν.
[Η σκέψη είναι δυνατόν να έχει την ιδία δύναμη με τη δράση.] 


Και πώς να διαλέξει κανείς, το έτος 2008, τραγούδι που να ταιριάζει με τον Αριστοφάνη; Ας είναι καλά ο Διονύσης και το έργο του “Ο Αριστοφάνης Που Γύρισε Από Τα Θυμαράκια” για τους Αχαρνής. Από αυτό ακούγεται το τραγούδι “Παράβαση” με κύριο τραγουδιστή τον Νίκο Παπάζογλου.


09/06/2008

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

0480. Δευτέρα Με Παρασκευή

Η ίδια διαδρομή. Σπίτι – γραφείο. Λεωφορείο – Metro – περπάτημα. Φτάνω στο γραφείο, εκτός απροόπτου, στις 7 παρά κάτι λίγο. Καλημερίζω την κυρία της εταιρίας σεκιούριτι και αυτές του κυλικείου. Ανεβαίνω, με τα πόδια, στο γραφείο μου. Ανοίγω το παράθυρο. Πατάω το κουμπί στον Η/Υ. Βγάζω τα απαραίτητα από την τσάντα μου. Η κεντρική μονάδα του Η/Υ γουργουρίζει. Η οθόνη ζωντανεύει. Πληκτρολογώ τα απαιτούμενα. Κατεβαίνω για καφέ. Διπλός ελληνικός, “με ολίγη”. Ανεβαίνω. Κάθομαι στην καρέκλα μου.

Είναι ασπρόμαυρη. Τέσσερις τυμπανιστές σε διάταξη τετραγώνου. Αγόρι – κορίτσι. Κορίτσι – αγόρι. Στα μπλε και τα λευκά. Τα κορίτσια φορούν φούστες. Το πρώτο αγόρι κουβαλά μια γκρανκάσα. Φορούν λευκά γάντια. Τα τύμπανα δεν ηχούν. Τα χέρια των τυμπανιστών αναπαύονται πάνω τους. Το δεξί πόδι προτεταμένο. Κόσμος παρακολουθεί. Πάνω αριστερά διακρίνεται μια εκκλησία. Παρέλαση. Γλυφάδα. 25 Μαρτίου 1973.

Η εικόνα που εμφανίζεται στην επιφάνεια εργασίας του Η/Υ μου. Έχω τη φωτογραφία. Τη σκανάρισα. Την αντικρίζω κάθε πρωί. Τη φωτογραφία την απέκτησα με πονηριά. Πήγα στο φωτογραφείο που κάλυψε την παρέλαση. Είδα τις φωτογραφίες. Την διάλεξα. Την αγόρασα.

Στο δεξί μέρος της φωτογραφίας. Μακριά μαλλιά, γυαλιά, λευκή φαρδιά κορδέλα. Σοβαρό ύφος. Το τύμπανο αναρτημένο. Κάθε πρωί· σε αντικρίζω. Καλημέρα! λέω. Αριστερό κλικ σε ένα εικονίδιο. Ξεκίνησα. Και πάω. . .


Υ.Γ. Καινούργια παρουσία δια της απουσίας. Εδώ. Καλώς ήλθες φίλε Σ. Καλή συνέχεια.

06/06/2008

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2008

0479. Ο Αλοΐσιους Κάνει Μια Σκέψη

Δεύτερο, συνεχόμενο, κείμενο του Αλοΐσιους. Ο άνθρωπος αυτός είναι μια λύση. Υπάρχει πρόβλημα έμπνευσης; Αδυναμία έκφρασης; Απροθυμία του μυαλού; Κανένα πρόβλημα. Ένα χαρτί από το σωρό, στην ανάγκη δεύτερο ή έστω και τρίτο, και έτοιμη η εγγραφή. Κόστος; Ο χρόνος που χρειάζεται για να αντιγραφεί, ή και να αποκρυπτογραφηθεί, και αυτός για την επιλογή φωτογραφίας και μουσικής επένδυσης. Ομολογώ ότι έχω αρχίσει και περνάω μια δύσκολη, κυρίως στα υπηρεσιακά μου, περίοδο. Και ομολογώ, επίσης, ότι τα γραπτά του Αλοΐσιου με ξελασπώνουν. Τα πραγματικά προβλήματα γι’ αυτό το ημερολόγιο θα αρχίσουν όταν ο Αλοΐσιους “μας τελειώσει”. . . 

Πέρασε κι αυτό από τη σκέψη μου. Αναπάντεχα. Χθες, βαδίζοντας. Σκέφτηκα ότι θα μου άρεσε να δω να κλαις. Θα μου άρεσε να αισθανθώ ότι κλαις. Θα με ανακούφιζε. Αυτή είναι η λέξη. Μη φανταστείς κλάματα με λυγμούς ή ακραίες καταστάσεις. Όχι. Συλλογίστηκα ένα κλάμα βουβό. Κινηματογραφικό. Το πρόσωπο της πρωταγωνίστριας γεμίζει την οθόνη. Τα μάτια της είναι όμορφα. Είναι ζορισμένη. Ερωτευμένη. Πονεμένη. Κάτι από αυτά ή και όλα. Ο φακός μένει καρφωμένος απάνω της. Από το πουθενά τα μάτια της πλημμυρίζουν. Δάκρυα. Δάκρυα κάθαρσης. Δάκρυα της ψυχής. Έτσι την σκέφτηκα τη σκηνή. Εσένα με τα μάτια πλημμυρισμένα δάκρυα. Τα μάτια που αγάπησα. Τα μάτια που δε φίλησα. Έτσι. Σε μια στιγμή ανύποπτη. Όταν η ψυχή είναι νωθρή και η καρδιά ησυχασμένη. Τόσο που ο εαυτός να μένει ανυπεράσπιστος. Εκεί. Να ορμίσουν οι μνήμες, να σε κατακλύσουν. Να αναλογιστείς, να δεις τι άφησες πίσω σου. Να δεις τι και πόσο έχεις πληρώσει για τη ζωή που κάνεις. Να πάρει το μυαλό δρόμους που ποτέ δεν περπάτησε. Να σκεφτείς τη ζωή σου με άλλους ανθρώπους, σε άλλες συνθήκες. Να δεις τα σημεία καμπής. Να ακολουθήσεις τεθλασμένες πορείες. Να φτιάξεις σενάρια. Να με βάλεις, έστω και έτσι, στη ζωή σου. Να δεις ότι θα μπορούσες αλλιώς να έχεις συμπεριφερθεί, άλλα να είχες αποφασίσει. Τότε. Και τώρα. Ακόμα και τώρα. Αποφασίζοντας και αναθεωρώντας. Γι’ αυτό το φευγαλέο γνέψιμο της υπέρτατης ευτυχίας. Για την μία στο εκατομμύριο. Για την πίστη στο θαύμα. Για λίγα λεπτά μέσα στο μυαλό ζωή που αλλάζει. Να δεις ότι δεν έζησες. Να αισθανθείς ότι θα μπορούσες. Και αθέλητα να δακρύσεις. Να πλημμυρίσουν τα μάτια δάκρυα. Για ότι χάθηκε, για ότι δεν έζησε. Δάκρυα, ζεστά δάκρυα. Στα μάτια και το πρόσωπο. Και πίσω από τα δάκρυα, για μια φορά έστω, η απουσία. 


CCR / I Put A Spell On You.


04/06/2008

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2008

0478. Ο Αλοΐσιους Μιλά Για Εκείνη

Πρόκειται ίσως για το μακροσκελέστερο κείμενο του Αλοΐσιους που έχω “ανακαλύψει” στα χαρτιά του. Αναφέρεται σε μια “Εκείνη” που ακόμη δεν έχω καταφέρει να ταυτοποιήσω. Ίσως να μην γίνει και ποτέ. Που να βρεθεί πλέον χρόνος και διάθεση για να ασχοληθεί κανείς με τα σώψυχα του άλλου; Αρκούμαι στον ρόλο του ενδιάμεσου. Απλώς κοινοποιώ κείμενα του Αλοΐσιου που βρίσκω να έχουν ένα ευρύτερο ενδιαφέρον. Για να προλάβω καταστάσεις να τονίσω, μια ακόμα φορά, ότι δεν είμαι ο Αλοΐσιους!

Έχω κρατήσει την φόρμα του αρχικού κειμένου από το οποίο απουσιάζουν παράγραφοι και κενές γραμμές. Διόρθωσα μόνο κάποια ορθογραφικά λάθη, οφειλόμενα προφανώς σε αβλεψία, και “αποκρυπτογράφησα”, ελπίζω επιτυχώς, κάποιες λέξεις. Καλή ανάγνωση και καλό μήνα Ιούνιο!


Σήμερα είναι μια σημαντική μέρα για Εκείνη. Ίσως η πιο σημαντική από τις όμοιές της μιας και αποτελεί σημείο καμπής. Είναι σημαντική για Εκείνη σημαίνει ότι είναι σημαντική και για εμένα. Ίσως όχι με την ένταση χρόνων που πέρασαν αλλά πάντοτε με σημασία και σπουδαιότητα. Είναι εδώ και περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια που ποτέ η συγκεκριμένη μέρα δεν πέρασε απαρατήρητη. Όπου και να βρισκόμουνα, ότι και να έκανα. Πάντα ύψωνα ένα ποτήρι να πιω στην υγειά της και να ευχηθώ, κι ας ήταν, κάποιες φορές, σκέτο νερό.

Εφηβικοί έρωτες. Ανεξίτηλοι. Κι αν ποτέ δεν αγκαλιάσαμε το σώμα που ποθήσαμε και ποτέ δεν φιληθήκαμε στόμα με στόμα τόσο το χειρότερο για μας. Μένει το ανεκπλήρωτο να μας βασανίζει. Έρχεται στα όνειρα και τη σκέψη μας, κυκλοφορεί στη ζωή μας. Και κάτι μέρες σαν κι αυτή μας τυλίγει και μας γυρίζει πίσω. Για πολλοστή φορά να σημειώνουμε λανθασμένες συμπεριφορές, άτολμες στάσεις, Θεούς που αρνήθηκαν. Ένας σκέτος αναστεναγμός το συμπέρασμα μας. 

Δεν μπορούμε πλέον να αλλάξουμε τίποτα από τα περασμένα. Δεν έχουμε τη διάθεση και το χρόνο να αλλάξουμε τίποτα από αυτά που έρχονται. Εκτός και αν. Διάβασα το βιβλίο “Ο Έρωτας Στα Χρόνια Της Χολέρας” και με συγκίνησε βαθύτητα γιατί στη θέση των πρωταγωνιστών σκέφτηκα Εκείνη κι εμένα. Ότι γράφεται στα βιβλία τα κάνει και η ζωή. Μονάχα που είναι πολύ δύσκολο να είσαι ο τυχερός. Είχαμε, όπως και να έχει, τις ευκαιρίες μας. 

Πιστεύω ότι υπήρξαν εποχές που ο ένας θέλησε τον άλλο. Η ατυχία ήταν ότι επιθυμία και διαθεσιμότητα μοιάζει να μη ταυτίστηκαν ποτέ. Προσπάθησα. Όσο μπορούσα προσπάθησα. Κι ας μη της το είπα ποτέ ξεκάθαρα. Το οριοθέτησα με λόγια, γραπτά και έργα. Τόσο μου επέτρεπε ο χαρακτήρας και ο εαυτός μου. Τόσο έκανα. Ζητούσα συνέπεια και συνέχεια. Δεν τα είχα ποτέ. Τις “νίκες” μου διαδεχόντουσαν οδυνηρές ήττες. Μια πολλά υποσχόμενη τηλεφωνική συνομιλία μαζί της και μετά ένας και δυο μήνες σιωπής. Μια όμορφη συνάντηση μαζί της και μετά η εξαφάνισή της να με σφυροκοπά. 

Απρόβλεπτη. Παρορμητική. Με “ασυνεχή” συμπεριφορά. Κι εγώ, από τα δεκαοκτώ μου, με ένα μέσο όρο θανάσιμης σοβαρότητας. Ανίκανος να υπερβώ τη λογική μου, ανίκανος να ταπεινωθώ και να ζητήσω. Περίμενα ένα άγγιγμα της για να αρχίσω να ζω. Κάποιες φορές θάρρεψα πως μου δόθηκε. Ήταν μόνο για να διαπιστώσω, με τρόπο επώδυνο, πως είχα κάνει λάθος. Έβαζα τη στάση της στο μικροσκόπιο. Δεν πίστευα τα λόγια της. Ευθέως την αμφισβητούσα. Είχα τη σκληρότητα της νιότης που διαψεύδεται. Δυο ή τρεις φορές την πίκρανα με τα λόγια μου πολύ. Την έκανα να κλάψει. Μέναμε στην ίδια περιοχή. 

Ήταν μικρότερή μου. Τηλεφωνιόμασταν. Συναντιόμασταν. Αραιά και που. Πήγαινα στο σπίτι της. Ερχόταν στο δικό μου. Ήμασταν φίλοι. Ήθελα να ήμασταν εραστές. Από εκείνα τα πρώτα χρόνια μετράω συναντήσεις που με έκαναν να πάρω βαθιές ανάσες ζωής, να ευτυχίσω. Και ας μην την αγκάλιαζα, κι ας μην τη φιλούσα. Φτάνει που μιλούσαμε και έβλεπα τα μάτια της. Κάθε συνάντηση μαζί της, κάθε τηλεφωνική μας συνομιλία μια τονωτική ένεση για μένα. Σε ένα κρίσιμο ραντεβού που είχαμε κλείσει, και στο οποίο σκόπευα να της μιλήσω, δεν εμφανίστηκε. Μου έκοψε τα πόδια. Μέρες μετά έδωσε αστήρικτες δικαιολογίες. Την αγαπούσα. 

Συνεχίσαμε με τον τρόπο της και τον τρόπο μου. Σπούδαζε, πια, και σπούδαζα. Τελείωσα τις σπουδές μου. Υπηρέτησα τη θητεία μου. Η θύμησή της ήταν ένα βάλσαμο. Στη σκοπιά, δύο με τέσσερις μετά τα μεσάνυχτα, να τη συλλογίζομαι. Να γράφω στο χώμα το όνομά της με τη ξιφολόγχη. Πόσες φορές δεν χάθηκα στο όνειρο ότι έρχεται να με βρει στο τόπο που υπηρετώ; Ποτέ δεν τόλμησα να της το προτείνω. Ποτέ δεν έγινε. Ανταλλάξαμε τότε κάποιες κάρτες και κάποια γράμματα. Από τα χέρια της είναι και το πιο όμορφο γράμμα που έλαβα ποτέ:

“Γεια σου Α. της Σ. και του στρατού. Στέλνω ένα “γεια σου” στο σκούρο σου το βλέμμα και στη βραχνή μοναχική φωνή σου, στη σκέψη σου και τις ανησυχίες σου, σ’ ολόκληρο τον κόσμο που κρύβεις μέσα σου - τον άγνωστο και τον γνωστό. . .”.

Στη διάρκεια της θητείας και η ομορφότερη ίσως συνάντηση που είχα ποτέ μαζί της. Μια συνάντηση για την οποία έγραψα:

“. . .Ήρθε το βράδυ κι εγώ κουστουμιά και Προπύλαια. Είχα μια αδικαιολόγητη ανησυχία για τον ερχομό της. Ήρθε με 15 λεπτά καθυστέρηση και ανάσανα. Ήταν βαριά, κουρασμένη. Το κλίμα πολύ διαφορετικό από αυτό της Τρίτης. Κινήσαμε για ένα μπαράκι στο Κολωνάκι που το βρήκαμε, τελικά, κλειστό. Ταξί και “Διόνυσος” στου Φιλοπάππου. Έπιασε, στο ταξί, μια γωνιά και θυμούμαι το όμορφο πρόσωπό της να φωτίζεται με μεταβαλλόμενη ένταση στο σύντομο ταξίδι μας. Αισθανόμουν και πάλι χαρά. Το πρόσωπο της τώρα πια που δεν φορά γυαλιά μα φακούς επαφής έχει κερδίσει πάρα πολύ. Την κοίταζα απορροφημένος και συλλογιζόμουν από πια κομμάτια προσώπων που αγάπησα, και πού, να έχει συντεθεί. . . ”.

Χωρίσανε οι ζωές μας. Χαθήκαμε. Το τελευταίο της γράμμα το έλαβα το 1985. Ένα ποίημά της και ένα υστερόγραφο με σημασία:

“Δώσε μου στίγμα”.

Δεν της έδωσα. Η ζωή μου είχε πάρει την πορεία της. Από τότε τυχαίες σποραδικές συναντήσεις με αποστάσεις ετών. Μια φορά ήρθε στο σπίτι μου. Ποτέ δεν πήγα στο δικό της. Κατόρθωσα να της δώσω τα ποιήματά μου. Τα περισσότερα, έτσι κι αλλιώς, ήταν γραμμένα για εκείνη. Τα σχολίασε με ένα τρόπο που με άφησε ακάλυπτο. Ήταν δικαίωμα της. Έγραψα και της έστειλα, ανωνύμως, μια κασέτα με τραγούδια που ήθελα να μοιραστώ μαζί της. 

Χρόνια μετά σε μια τυχαία συνάντησή μας τη ρώτησα αν είχε την κασέτα στα χέρια της. Την είχε. Της άρεσε πολύ. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό της ότι ο αποστολέας θα μπορούσε να ήμουν εγώ. Κι όμως, ήμουν. Σε άλλη συνάντησή μας, και τριάντα τόσα χρόνια μετά, τη ρώτησα για το περίφημο, μάλλον για μένα μόνο, ραντεβού μας στο οποίο δεν παρουσιάστηκε. Στην ουσία δεν μου έδωσε μια σαφή εξήγηση. Σ’ αυτές τις σποραδικές και τυχαίες συναντήσεις είχα την ευκαιρία να της πω, εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπήρξα τρελά ερωτευμένος μαζί της. Ποτέ δεν με άφησε να καταλάβω ότι, από την πλευρά της, υπήρξε κάτι στοιχειωδώς ανάλογο. Ας είναι καλά. Δεν ήταν υποχρεωμένη. Της χρωστάω πολλά. Από τότε συναντιόμαστε αραιά και που και συνήθως τυχαία. Κάποια SMS, ή e-mail, που ανταλλάσσουμε έχουν συχνότητα ετών. 

Η σχέση μας, δηλαδή, παραμένει όπως ξεκίνησε. Δίχως συνέπεια, δίχως συνέχεια. Κι ας λένε ότι θέλουν τα μηνύματα κι ας είναι όπως είναι οι συναντήσεις. Κάποιο από τα μηνύματα θα αποδειχθεί τελευταίο. Κάποια συνάντηση ομοίως. Δεν παραπονιέμαι πια. Ούτε ελπίζω. Έχω αποδεχτεί αυτό που συμβαίνει, όπως συμβαίνει. Μονάχα που σήμερα είναι μια ιδιαίτερη μέρα για Εκείνη. Συνεπώς, και για μενα. Και εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου. Να είναι καλά, γερή, δυνατή, χαρούμενη και ευτυχισμένη.


Δύσκολη η επιλογή μουσικής επένδυσης για ένα τέτοιο κείμενο. Κατέληξα στο “Dance Me To The End Of Love” του Leonard Cohen. Ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια. Ελπίζω ότι η επιλογή μου θα έκανε, ή θα κάνει, τον Αλοΐσιους να χαμογελάσει και να επικροτήσει.


02/06/2008

Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

0477. Το Επιμέρους Και Το Όλον

Στην προηγούμενη εγγραφή κατατέθηκε μια φράση. Αποτελούσε το επιμέρους. Στην σημερινή εμφανίζεται ένα ποίημα. Αποτελεί το όλον. Ιδού:




Ακούγεται το ηλικίας 40 ετών “Midnight Confessions” με τους αγαπημένους [μου] Grass Roots. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.


30/05/2008

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

0476. Πρέπει Να Αρκούν

Υπάρχουν στιγμές που μια φράση και ένα τραγούδι θα πρέπει να αρκούν.

Η φράση: 
“Όμως Αγάπησα το Χρώμα των Ματιών Σου”

To τραγούδι: Cat Stevens - Lady d'Arbanville.

Την Καλημέρα μου.

 28/05/2008

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

0475. Hondos Center [2]

Με μια μανία πιάνει καμιά φορά και πρέπει να το ομολογήσω. Αλλά όταν η προσφορά είναι προκλητική δεν βλέπω για πιο λόγο να αντιστέκεται κανείς. Κατεβαίνω, λοιπόν, το πρωί του Σαββάτου στο κέντρο της Γλυφάδας και το εκεί “Hondos Center”. Υπάρχουν κάποιες αλλαγές που πρέπει να γίνουν. Εγώ, ως συνήθως, κατεβαίνω αμέσως στο υπόγειο και το εκεί τμήμα των δίσκων.

Ένας κύριος, θα έλεγα συνομήλικός μου, μοιάζει να έχει προηγηθεί. Βρίσκεται μπροστά από τα “σταντ” των δίσκων που πωλούνται με έκπτωση και στα χέρια του κρατά ήδη μια μικρή στοίβα 8 – 10 δίσκων. “Τι κάνει ο Χριστιανός;” συλλογίζομαι “Γυρεύει μπελάδες με την κυρά του;”. Είναι γνωστό ότι τα καταστήματα Hondos έχουν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία δίσκων με κόστος 4,90 Ευρώ ανά δίσκο ή, καλύτερα, ανά άλμπουμ μιας και υπάρχουν και κάποια διπλά.

Ο κύριος χρονοτριβεί και αρχίζει να με εκνευρίζει. Θέλω κι εγώ να ψάξω! Με τα πολλά πηγαίνει στο καλό, με τα CD να έχουν γίνει γύρω στα 15, και προσεγγίζω την περιοχή. Αρχίζω το ψάξιμο. Μετά από λίγο βρίσκομαι με 7 άλμπουμ στα χέρια. Έχω, εμπράκτως, δικαιολογήσει τον κύριο που προηγήθηκε. Πηγαίνω στο ταμείο. Πληρώνω. Κόστος; 20,93 ευρώ ή 2,99 ευρώ ανά άλμπουμ! Τι αγόρασα; Αφτά:

Δυόμισι Φόνοι Και Ένα Μπουλντόκ - Αφροδίτη Μάνου
Με Αέρα & Πνοή - Μαρία Ρεμπούτσικα
Δυνάμεις Του Αιγαίου - Δυνάμεις Του Αιγαίου
Εφ' Όλης Της Ύλης - Βαγγέλης Γερμανός
Μεγάλες Επιτυχίες - Γιάννης Κούτρας
Οι Ώρες - Γιάννης Πουλόπουλος και άλλοι
Πάλκο - Φατμέ

Είναι απλά τα πράγματα. Όταν βρίσκεις μπροστά σου κλασσικά άλμπουμ, όπως “Οι Ώρες” του Λίνου Κόκοτου, με 3 Ευρώ πρέπει ευθύς να υποκύψεις και να αγοράσεις. Όλα τα άλλα είναι δικαιολογίες.

Μιας και τα καταστήματα “Hondos” έχουν, από ότι γνωρίζω, ενιαία πολιτική τιμών για ρίξτε μια ματιά σ’ αυτό της γειτονιάς σας. Ή ελάτε και σε αυτό της Γλυφάδας να κάνετε και μια ωραία βόλτα. Και να μην ακούω αηδίες του τύπου “Τι μανία είναι αυτή να αγοράζεις τόσους δίσκους;”. Για τέτοιες περιπτώσεις θα το ξαναπώ:

“Δεν έχουμε πολλά πράγματα αλλά μικρά σπίτια!”.

Καλή Εβιδομάδα!


Από το άλμπουμ “Οι Ώρες” του Λίνου Κόκοτου ακούγεται το τραγούδι “Όσα Δεν Βάνει Ο Λογισμός”, σε στίχους Άκου Δασκαλόπουλου, με τον Γιάννη Πουλόπουλο.

 26/05/2008

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

0474. Ολίγον Τε Φίλον Τε

Όλα κι όλα 77 και ένα προοίμιο. Από την Δευτέρα, 5 Μαρτίου 1973, μέχρι την Τρίτη, 30 Μαΐου 2006. Τα περισσότερα γραμμένα τη δεκαετία του ’70. Μετά, αραιά και που. Ένα, δύο το χρόνο ή και κανένα για χρόνια. Τα περισσότερα γεννημένα σχεδόν αυτόματα. Κάποια, ελάχιστα, με μικρή δυσκολία. Τα περισσότερα γραμμένα υπό πίεση και σε συνθήκες συναισθηματικά ιδιαίτερες. Κάποια περισσότερο αγαπημένα από τα άλλα. Κάποια καλά, κάποια μέτρια. 77 +1 κομμάτια λόγου σπαρμένα σε περισσότερα από τριάντα χρόνια. Όλα αυτά κάτω από τον, Ομηρικό, τίτλο “Ολίγον Τε Φίλον Τε”. Δεν είναι περισσότερα από πέντε τα άτομα που έχουν στα χέρια τους το “Ολίγον Τε Φίλον Τε” και κανένα δεν έχει την “τελευταία” έκδοση. Ακολουθεί ένα από τα 77 σε μορφή εικόνας μιας και, όπως είναι γνωστό, ο επεξεργαστής κειμένου του Blogger δεν είναι και για πολλά – πολλά. 



Από το τελευταίο άλμπουμ “
Revival” του John Fogerty ακούγεται το τραγούδι “Summer Of Love”.


23/05/2008

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

0473. Απόγευμα Στην Αθήνα

Αυξημένες υπηρεσιακές υποχρεώσεις. Έφυγα από το γραφείο απογευματάκι. Περπάτησα στους δρόμους του κέντρου. Μια άλλη πόλη. Τα ίδια κτίρια αλλαγμένα κάτω από το φως ενός ήλιου που πλησιάζει τη δύση. Διαφορετικοί οι άνθρωποι, οι ενδυμασίες, τα πρόσωπα. Νεαρόκοσμος. Κοπέλες πολλές. Κοπέλες δυο – δυο που τιτιβίζουν. Αγκαλιασμένα ζευγάρια. Ντυσίματα που δηλώνουν ένα καλοκαίρι προ των πυλών. Τραπεζάκια έξω. Θαμώνες που πίνουν καφέ, τρώνε παγωτά, τσιμπάνε και συζητάνε. Μια κυρία περιμένει και κοιτά το ρολογάκι της. Ένας νεαρός ακούει μουσική και, προφανώς αργοπορημένος, πλέει με όλα τα πανιά ανοιχτά. Κίνηση στα εμπορικά. Κοπέλες μπροστά από προθήκες και από “σταντ” με ενδύματα να ψάχνουν “με δάχτυλα μακριά, νευρικά”. Η κίνηση των τροχοφόρων σχετικά μειωμένη. Τα φανάρια στη θέση και τη δουλειά τους. Πράσινο – πορτοκαλί – κόκκινο. Και πάλι από την αρχή. Βαδίζω και χάνομαι. Γυρίζω πίσω. Αναπολώ διαδρομές, συναντήσεις, πρόσωπα, καταστάσεις. Αναθυμάμαι. Την έχω ζήσει αυτή την πόλη. Το έχω περπατήσει το κέντρο της. Θυμάμαι λεπτομέρειες. Κτήρια που άλλαξαν πρόσωπο και χρήση. Δισκοπωλεία που έκλεισαν. Ανθοπωλεία από τα οποία αγόραζα μονά κόκκινα τριαντάφυλλα. Περίπτερα που εξαφανίστηκαν. Στοές που μαράζωσαν και άλλες που άνθισαν. Η πόλη ανασαίνει. Ζει. Υπάρχει. Είδα προχθές την ταινία του Αντώνη Καφετζόπουλου “H Γυναίκα Είναι Σκληρός Άνθρωπος”. Μου άρεσε το πώς παρουσίαζε τη νυχτωμένη Αθήνα, το κέντρο. Βαδίζω. Ανακαλύπτω καινούργια καταστήματα, όμορφες γωνιές, αλλαγές. Ηλιακό σύστημα, πλανήτης Γη, Ελλάδα, πρωτεύουσα, κέντρο. Απόγευμα Τρίτης, 20 Μαΐου 2008. Κόκκος άμμου, σταγόνα στον ωκεανό. Το σύμπαν μου κι εγώ. 


Ακούγεται η “Ανεμοβλογιά” [Chicken Pox] από τους αγαπημένους Booker T. & The M.G’.s και το άλμπουμ τους “Melting Pot”.

Υ.Γ. Έτη Πολλά σε όσες και όσους σήμερα γιορτάζουν.

21/05/2008

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

0472. Ο Αλοΐσιους Σώζει

Ακόμα ένα κείμενο του Αλοΐσιου σε ρόλο, θα έλεγα, πυροσβεστικό. Ολόκληρο το Σαββατοκύριακο και δεν αξιώθηκα να σκεφτώ και να ετοιμάσω την εγγραφή της Δευτέρας. Επέλεξα την εύκολη λύση. Τράβηξα ένα από τα “χαρτιά” του Αλοΐσιου. Έτσι, από τον σωρό και στην τύχη. “Ότι κι αν είναι”, σκέφτηκα, “θα το ανεβάσω”. Ήταν ότι ακολουθεί:


Ο καιρός περνάει, η ζωή συνεχίζεται, ο πλανήτης στριφογυρίζει. Με πιάνει καμιά φορά και αρχίζω και σκέφτομαι τι είναι η ύπαρξη, τι είμαι ο ίδιος εγώ. Τι είμαι, πώς είμαι και γιατί; Κοιτάζω στον καθρέφτη και αντικρίζω έναν άγνωστο. Και δεν είναι ότι συμβαίνει συχνά αλλά, συμβαίνει. Όπως συμβαίνει να σκέφτομαι τα σημεία σταθμούς της ζωής μου και να αναρωτιέμαι τι θα είχε συμβεί αν οι αποφάσεις μου ήταν διαφορετικές. Δεν έχει το παραμικρό νόημα. Έγινε ότι έγινε και εξ’ άλλου είναι πολλά αυτά που αγνοούμε για τον ίδιο τον εαυτό μας. Από συγκυρίες, σύμπτωση και τύχη η ζωή του καθενός γράφει την πορεία που γράφει. Μια συνάντηση που δεν έγινε, ένα ραντεβού που δεν κλείστηκε, μια συζήτηση που δεν πραγματοποιήθηκε, ένα μήνυμα που δεν έφτασε και όλα θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Φοβερός ο χρόνος, όσο και ο ήλιος. Όλα τα ξασπρίζει, αλλοιώνει το χρώμα και την οσμή τους. Συναντάς ανθρώπους που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή σου και βρίσκεις την εικόνα τους μέσα σου ξεθωριασμένη. Τους κοιτάζεις και αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατό να τους έδωσες τόση σημασία, να ταύτισες τη ζωή και την ευτυχία σου με τη στάση τους. Μοιάζει με κακόγουστο αστείο. Και σκέφτεσαι ότι έδωσες στις σχέσεις σου μαζί τους περισσότερη, πολύ περισσότερη, αξία από όση, τελικά, αναλογούσε. Φαντάστηκες πράγματα, ποιότητες, ιδιότητες και πορείες που δεν υπήρχαν και δεν πραγματοποιήθηκαν. Φόρτωσες έτσι κάποιες σχέσεις με ευθύνες που δεν μπορούσαν να σηκώσουν. Τρικυμίες του μυαλού, θεωρία του έρωτα, πρακτική της αποτυχίας. Μένει ότι έγινε, όχι ότι θα μπορούσε να έχει γίνει. Τους συναντάς, πολύ καιρό μετά, κοιτάς τα μάτια τους και συζητάς μαζί τους. Ψάχνεις μια σπίθα από τη φλόγα που σ’ έκαψε και δε βρίσκεις το παραμικρό. Στενοχωριέσαι για όσα δεν έγιναν, για όσα θα μπορούσε, για ότι υπάρχει. Η ζωή συνεχίζεται. Μεγαλώνεις. Μπορείς λιγότερα από όσα μπορούσες. Χαμογελάς. Χαμηλώνεις το βλέμμα. Θέλεις. 


Από το άλμπουμ “Plaisirs D’ Amour” του Rene Aubry ακούγεται το τραγούδι “Lungomare”.

 19/05/2008

Παρασκευή 16 Μαΐου 2008

0471. “Βυτιοφορείς”

Μετά την “αποκατάσταση της βλάβης”, άντε και της “ανωμαλίας”, την “επίταξη των απεργών”, τον “άπλετο χώρο”, το “ανεξαρτήτου” το “αφορά στο” και τα σχετικά εμφανίστηκε προσφάτως και το “βυτιοφορείς”. Ας είναι καλά οι εξαιρετικά καλλιεργημένοι και ρέκτες δημοσιογράφοι που το “λανσάρισαν” και το καθιέρωσαν. Είμαι σίγουρος ότι η ωραιότατη αυτή και κομψή λέξη θα υιοθετηθεί από το σύνολο των Ελλήνων που τους αρέσει το ωραίο, το μοντέρνο και το μαζεμένο.

Έτσι δε γίνεται συνήθως; Μπροστά οι τολμηροί, άνετοι και μορφωμένοι αστέρες της δημοσιογραφίας και από πίσω ο λαός, η πλέμπα, να ακολουθεί. Εμ, βέβαια! Το ίδιο είναι να λες, ή να γράφεις, “οι οδηγοί, ή ιδιοκτήτες, των βιτυοφόρων” και το ίδιο είναι το σύντομο και περιεκτικό “βυτιοφορείς”; Βεβαίως και όχι! Απορώ μάλιστα πως αργήσαμε τόσο πολύ να το σκεφτούμε και προτείνω να το επεκτείνουμε το πράγμα. Να λέμε και να γράφουμε π.χ. “ασθενοφορείς”, “περονοφορείς”, “τροχοφορείς”, “ερπυστριοφορείς” και, για να τελειώνουμε, “γερανοφορείς”. Και να εννοούμε, κατ’ αναλογία, τους αντίστοιχους οδηγούς ή χειριστές. Ανακύπτει, πάντα κατ’ αναλογία, ένα μικρό πρόβλημα με τους “τραυματιοφορείς” οι οποίοι στερούνται αυτοκινούμενου μέσου, όσον αφορά το πρώτο συνθετικό, αλλά μικρό το κακό.

Προσωπικά θα προτιμούσα, θυσιαζόμενος χάριν της κομψότητας της έκφρασης, το “βυτιοφορατζήδες” κατά το “φορτηγατζήδες” αλλά ομολογώ ότι ακούγεται κομμάτι βάρβαρο και “μπανάλ”. Ενώ το “βυτιοφορείς”, ε;! Άλλη αίσθηση! “Κάνει” και λίγο καθαρευουσιάνικο και δείχνει και ένα επίπεδο.

Πολύ θα ήθελα, στην περίπτωση αυτή, να ακούσω και τη γνώμη του “αιρετικού”, στα ζητήματα αυτά, Νίκου Σαραντάκου. Όπως και να έχει όμως από εδώ και πέρα θα στενοχωρηθώ πολύ αν ξανακούσω, ή διαβάσω, περιφραστικές εκφράσεις, του τύπου “οδηγοί βυτιοφόρων”, που ανήκουν πλέον στο φαύλο παρελθόν. Θα αντιπαθήσω, σας το γράφω, τον δράστη ευθύς!

Κλείνοντας προτείνω, με κάθε σεμνότητα, να καθιερώσουμε, πάντα κατ’ αναλογία, τον όρο “λεωφορείς” αντί του μακροσκελούς και ξεπερασμένου “οδηγοί λεωφορείων”. 


Ακούγεται η σύνθεση του Σταύρου Ξαρχάκου “Γιουσουρούμ”.


16/05/2008

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

0470. Κάτι Σύντομο

Μοιάζει η καθημερινότητα να έχει δυσκολέψει αρκετά. Και στα υπηρεσιακά και στα προσωπικά. Και μήπως είναι η πρώτη φορά; Ή η τελευταία; Έτσι δεν είναι η ζωή; Τι αξία θα είχε μια μόνιμη κατάσταση ευδαιμονίας; Και ποιο θα ήταν το απόλυτο μέγεθος της; Πολύ μικρό θαρρώ. Για τούτο θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα δύσκολα με υπομονή, καλή διάθεση και, για τα υπηρεσιακά βεβαίως, δουλίτσα. Έτσι είναι φτιαγμένα τα πράγματα· σοφά. Εύκολο – δύσκολο, γλυκό – πικρό, ευχάριστο – δυσάρεστο. Για να μένουμε ζωντανοί, να προσπαθούμε. Να πατάει η χαρά πάνω στη λύπη μας και να απογειώνεται. Να αναπνέουμε, να ζούμε. Θα κλείσω κάπου εδώ. Δεν υπάρχει χρόνος και δεν υπάρχει, για να μην κρυβόμαστε, διάθεση. Θα διαλέξω, λοιπόν, μια εικόνα και ένα τραγούδι. Να έρθετε να διαβάσετε τα λίγα μου λόγια, να δείτε την εικόνα που διάλεξα και να ακούσετε το τραγούδι και να ευφρανθείτε. Να είσαστε όλοι καλά.


Και πάλι CCR και “Bad Moon Rising” από το άλμπουμ τους “Green River”.

 14/05/2008