
Έστριψε αριστερά. Βρισκότανε πέντε – έξη μέτρα μπροστά του. Την κοίταζε με όλη του την προσοχή. Σα να ήθελε να φυλακίσει τη συγκεκριμένη εικόνα της. Συλλογίστηκε ότι για κάποια μέτρα οι πορείες τους ήταν συμμετρικές ως προς άξονα. Έστριψε αριστερά. Εκείνη συνέχιζε ευθεία. Ακόμα μία κυλιόμενη κλίμακα για το επίπεδο επιβίβασης στους συρμούς.
Την αναζήτησε. Φάνηκε μετά από λίγο στην απέναντι πλατφόρμα, στην άλλη άκρη. Δεν ξεχώριζε πρόσωπο. Ήξερε ότι ήταν αυτή από την ενδυμασία της και μόνο. “Τι στο διάβολο ζητώ απ’ αυτόν τον άνθρωπο;” συλλογίστηκε. Δυσκολευότανε να δώσει μια απάντηση. Και ήθελε και δεν ήθελε. Όποτε την συναντούσε η ίδια αδικαιολόγητη αναστάτωση. Και μετά τα μεγάλα διαστήματα απουσίας που μηδένιζαν τα πάντα. Ποτέ δεν κατάλαβε πως τον αντιμετώπιζε. Ούτε τον ενθάρρυνε ούτε τον αποθάρρυνε.
Υπήρχε ένα staus quo για την ζωή του καθενός. Μια διαμορφωμένη κατάσταση. Του βίου τους κανονικότητες δύο. Δεν υπήρχε η κοινή κρίσιμη μάζα που θα επέτρεπε μια ανατροπή τους. Ούτε και, προφανώς, το επιθυμούσαν. “Γιατί ταράζομαι, λοιπόν; Θέλω μήπως να κοιμηθώ μαζί της και αυτό είναι όλο;” άρθρωσε τη σκέψη στο μυαλό του. Όχι. Ούτε αυτό ήταν το κυρίως ζητούμενο. Τότε, τι; Είδε την καθημερινότητα του σαν ένα γκρίζο πλινθόκτιστο τοίχο και την ύπαρξή της σαν ένα πλίνθο χρυσό που αστραφτοκοπούσε.
Μια φορά στο τόσο μια συνάντηση που ανατρέπει την καθημερινότητα σε επίπεδο σκέψης, που σε μπλέκει στα δίχτυα επιθυμιών και αν. Τα δωρεάν και ανώδυνα όνειρα που δεν τολμούν να ξεμυτίσουν από το μυαλό. Η ταραχή που καταλαγιάζει και ισοπεδώνεται. Ο φυλακισμένος λόγος που κολακεύεσαι να πιστεύεις ακριβό ενώ, το πιθανότερο, δεν είναι. Κινήσεις σε διαρκή αναστολή από τον φόβο μην εκτεθείς ή μη δημιουργηθούν καταστάσεις που δεν θα μπορείς να ελέγξεις. Το ζητούμενο θα μπορούσε να συνοψιστεί στο: “Και η πίττα ακέραια και ο σκύλος χορτάτος”. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Κι αν υπάρχει, δεν διαρκεί.
Το ιδανικό της απόδρασης. Της συντονισμένης απόδρασης. Της κοινής εν χρόνω εκδήλωσης επιθυμίας. Της πραγμάτωσης. Να μπορούσε κανείς να έχει μια ελευθερία ωρών χ δίχως δεσμεύσεις, δίχως συνέπειες. Να πράξει και να πει. Να γευτεί το επιθυμητό. Να γνωρίσει. Να ισχύσει το “Ήδιστον ου επιθυμείς τυχείν” να ξεφύγει από το “Μη επιθύμει αδύνατα” και από το “Ηδονήν φεύγε, ήτις λύπην τίκτει” ακόμα. Να μη φύγει, να μην αποφύγει. Να γευτεί.
Οι δυο συρμοί φάνηκαν σχεδόν ταυτοχρόνως. Επιβιβάστηκαν. Συλλογίστηκε των κορμιών τους την παράλληλη μετατόπιση. Το πόσο γρήγορα το ένα από το άλλο ξεμάκρεναν. Ήρθε στο μυαλό του η αίθουσα των μετρητών, το κόκκινο της ένδειξης ποτάμι. Και ακόμα, ογκοποιημένο των κορμιών τους το περίγραμμα με χρώμα ερυθρό. Δυο σήραγγες μέσα στις σήραγγες. Παραλληλισμένες στο σταθμό και μετά, η μια ζερβά η άλλη δεξιά. Και έτσι. Μέχρι τα σπίτια και την καθημερινότητά τους.