Δέκα ιστοί. Κατακόρυφα φυτεμένοι. Ψηλοί. Βαμμένοι μ’ ένα γκριζάκι ανοιχτό. Περιποιημένοι. Οι δυο σε σχήμα γάμα. Σε μια διασταύρωση κεντρικής λεωφόρου με μια κάθετο. Σε αναμονή. Πάνω τους, σε λίγο, θα αναρτηθούν φανάρια κυκλοφορίας. Θα ρυθμίζουν την κίνηση. Πράσινο; Πέρνα. Κόκκινο; Ακίνητος. Πορτοκαλί; Ο Θεός βοηθός!
Ακόμα μία ελεγχόμενη διασταύρωση στην πολύπαθη λεωφόρο. Ένα σταμάτα - ξεκίνα. Ένα περίμενε και σκέψου. Μεγάλη η λεωφόρος. Μακριά. Μακριά και στενή. Φορτωμένη. Και όλο φανάρια και φαναράκια. Κάθε τόσο και λιγάκι ένα κόκκινο, ένα πράσινο, ένα κάτι. Όλο φρένο – γκάζι, γκάζι - φρένο. Σκέτη αγανάκτηση. Και να βιάζεσαι. Και να μη μπορείς να ξεφύγεις. Και τα φανάρια αδιάφορα τη δουλίτσα τους. Άναψε – σβήσε – άλλαξε – άναψε - πέρνα – σταμάτα. Μέρα – νύχτα. Χειμώνα – καλοκαίρι.
Πέσανε σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο. Η τελευταία τους συνάντηση πριν έξι μήνες. Φιληθήκανε. Έμοιαζε να χαρήκανε και οι δυο. Για μια ακόμα φορά του έκανε εντύπωση το φυσικό της μέγεθος. Τα μάτια της στο ύψος των ματιών του. Δεν ήταν μόνοι τους. Εκείνη με μία κυρία, εκείνος με ένα συνάδελφο. Για νιοστή φορά ανταλλάξανε αριθμούς τηλεφώνου.
Βιαζόντουσαν. “Να μου τηλεφωνήσεις οπωσδήποτε” του ταξίδεψε. “Καλά”, απάντησε δίχως ενθουσιασμό. Τράβηξε καθένας το δρόμο του.
Ταξίδεψε στο παρελθόν τους. Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια γνωριμίας. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Αλλιώς ξεκίνησε, αλλιώς τη θέλησε, αλλιώς κατέληξε. Δεν ήταν ό,τι θα επιθυμούσε. Το είχε όμως αποδεχθεί. Θυμήθηκε χώρους και συναντήσεις. Περιπτώσεις και περιστατικά. Μηνύματα που ταξιδέψανε. Τηλεφωνήματα που έγιναν. Αν εκείνη είχε συγκατανεύσει τα πράγματα θα είχαν πάρει άλλους δρόμους. Προσπάθησε. Απορρίφθηκε. Ίσως μετά επαίνων.
Και ήθελε και δεν ήθελε να τηλεφωνήσει. Προς το παρόν το δεύτερο έμοιαζε να έχει το πάνω χέρι. Αλλά το πρώτο καραδοκούσε. Τον προβλημάτιζε το νόημα της πράξης και κυρίως το μετά. Τι θα άλλαζε στην τάξη των κόσμων τους ένα τέτοιο τηλεφώνημα; Πόσες φορές είχε διαδραματιστεί η ίδια ιστορία; Κάθε που συναντιόντουσαν ένας στιγμιαίος ενθουσιασμός και ένα “Να μου τηλεφωνήσεις” η αντίδρασή της. Και ύστερα τίποτα. Μέχρι την επόμενη τυχαία συνάντηση.
Λοιπόν, όχι. Δε θα τηλεφωνούσε. Θα κρατούσε όμως την προοπτική. Τη δυνατότητα. Για την περίπτωση που δεν θα είχε, ή δεν θα ήθελε, τίποτα να πράξει. Για ένα ηλιόλουστο πρωινό. Για ένα συννεφιασμένο απόγευμα. Για μια μελαγχολική Κυριακή. Για μια λεπτή της μνήμης κατάσταση. Μια ασταθούς ισορροπίας στιγμή ιδιαίτερη. Όταν ο καιρός θα του πλάκωνε το στήθος. Όταν θα είχε οίστρο. Όταν η θύμηση της γλυκά θα τον νάρκωνε. Τότε ή ίσως ποτέ.
Ακούγεται το “Telephone Baby” [1960] με τον, Ελληνικής καταγωγής, Johnny Otis και, ολίγον από, Marci Lee.
Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από δική μου τραβηγμένη στη Βενετία.
Με στεναχωρούν τα άδεια καταστήματα. Αυτά που νοικιαστήκανε και λειτουργήσανε κι ύστερα ξενοικιαστήκανε. Άδειασαν κι έχασαν τη ψυχή τους. Κλειστά. Δίχως αέρα και ανθρώπων φωνές. Αυτά που γνώρισαν ημέρες δόξας. Που στέγασαν όνειρα και ελπίδες. Που φτιαχτήκανε και εξοπλιστήκανε με αγάπη και φροντίδα. Που το κατώφλι τους διάβηκαν άνθρωποι πολλοί. Δύσκολες εποχές. Σκληρή η πραγματικότητα. Λανθασμένες επιλογές; Λόγοι υγείας; Σκληρός ανταγωνισμός; Μετακόμιση; Ποιος γνωρίζει; Απομεινάρια του εξοπλισμού τους που σκονίζονται. Ρολά κατεβασμένα. Έντυπα και φάκελοι λογαριασμών πεταμένα στην είσοδο. Εγκατάλειψη. Θλίψη και στεναχώρια. Αυτά, και τα άλλα. Τα αδοκίμαστα. Που κατασκευάστηκαν με ελπίδες και ξενοίκιαστα μαραζώνουν επί χρόνο πολύ. Χαμένα σε ορόφους και σημεία απόμερα. Να προσμένουν και να παλιώνουν. Να παλιώνουν και να μαραζώνουν. Τα βλέπω, τα παρατηρώ. Σημειώνω στο μυαλό τις θέσεις τους. Στοχάζομαι τους ανθρώπους και τις ζωές τους. Και θλίβομαι. Εύχομαι. Να λειτουργήσουν. Να λάμψουν. Να στεγάσουν όνειρα κι ελπίδες. Να βοηθήσουν να ζήσουν και να ευημερήσουν άνθρωποι και οικογένειες. Από την καρδιά μου. . .
Ακούγεται το: “Πες το κι Έγινε” – Χάρις Αλεξίου, Νίκος Πορτοκάλογλου.
Βαδίζω στο δρόμο. Με ζεσταίνει ο ήλιος. Είμαι ευχαριστημένος. Έχω προβληματάκια με τη δουλειά. Αλλά, ποιος δεν έχει; Πλησιάζει και η δίκη του εξαδέλφου. Σε σαράντα μέρες. Το πρόβλημα είναι τι θα απογίνει η υπερήλικη θεία. Θα έλθει κι αυτό. Θα συμβεί. Θα περάσει. Σχολάω σε τρεις ώρες. Επιστροφή. Θα με περιμένουν. Περιποιημένη μακαρονάδα. Όταν αποφάμε θα πάω στη μητέρα μου. Θα συζητήσουμε λίγο. Θα φτιάξω καφέ. Θα κατεβώ στο υπόγειο. Θα διαλέξω τη μουσική που θα ακούσω. Θα ανοίξω τον Η/Υ. Θα ανακατέψω τα χαρτιά και τα πράγματά μου. Θα φύγω κατά τις επτά. Επιστροφή. Λίγη τηλεόραση. Λίγο στον Η/Υ και πάλι. Θα τσιμπήσω κάτι. Θα έλθει η ώρα. Δοντάκια και νάνι. Αύριο από την αρχή. Είσαστε μάρτυρες. Εκτιμώ την καθημερινότητά μου. Πριν τη χάσω!
Ακούγεται το: “Έχεις Μάτια το Φεγγάρι” των Μίκη Θεοδωράκη – Μάνου Ελευθερίου με τον Αντώνη Καλογιάννη.
Έρχονται στιγμές που αισθάνομαι ότι από τη ζωή λείπει μια διάσταση. Αυτή του ύψους. Τα σπίτια μας κομμένα στα δυο. Σαν καρπούζια. Ορθογώνια τα δωμάτια και τα έπιπλα. Γραμμές οι τοίχοι. Ταινίες οι δρόμοι. Και οι άνθρωποι, κουκίδες. Κινούνται και πάνε. Ζωές τεθλασμένες γραμμές. Το σμίξιμο μας ταύτιση και τ’ άλλα γύρω – γύρω. Ζωή ισοπεδωμένη. Παρατηρήσιμη, προβλέψιμη, αδιέξοδη. Δίχως εξάρσεις. Όλη μας η ζήση μια μουντζαλιά στο χαρτί του κόσμου.
“Eδώ. Προσμένοντας να συμπέσουν οι επιθυμίες. Να συγκατανεύσει ο καιρός. Να γίνουν όλα πάλι μαγικά. Να αλλάξουν. Περιμένω. Μόνος. Γεμάτος ελπίδες και φως. Να συγκλίνουν οι πορείες μας. Να ανταμώσουμε. Να κοιταχτούμε στα μάτια. Να εξομολογηθούμε τα ανείπωτα. Όσα θελήσαμε. Να παραδεχτούμε. Το μοιραίο και αναπόφευκτο. Με τα μάτια μονάχα. Δεν μπορεί παρά να γίνει. Δεν έχει άλλο τρόπο η ζωή να ξεπληρώσει τις οφειλές της. Έρχεσαι στα ενύπνια. Βασανιστικά. Επίμονα. Μια, δυο, δέκα φορές. Η ύπαρξη σου με γεμίζει. Βγαίνω στους δρόμους της πόλης. Αγωνία γεμάτος σε αναζητώ. Και έρχεσαι. Με αντικρίζεις και σε αντικρίζω. Όλα έχουν κριθεί. Έχουν τελειώσει και έχουν αρχίσει. Ομονοούμε. Πλέκουμε τα χέρια. Βαδίζουμε στους νυχτωμένους δρόμους. Αλλάζουμε το πρόσωπο της πόλης. Ένα ιδιωτικό σύμπαν η ζωή μας. Εσύ κι εγώ. Εμείς κι ο κόσμος.”
Κάθε άνθρωπος και το προφίλ του. Μια εικόνα για τον εαυτό του και μια εικόνα για τους άλλους. Σχηματισμένη με βάση τα όσα λέει ή δε λέει και τα όσα πράττει ή δεν πράττει. Με βάση το ότι είναι ή δείχνει να είναι. Είναι καλό να έχεις μια εικόνα για τον απέναντι. Βοηθά στην επικοινωνία, την επαφή, τη συνεννόηση. Αρκεί η εικόνα να μην αντικαταστήσει τον άνθρωπο. Να μην είναι στατική και περιοριστική. Όσο πιο πολύπλοκος ο άνθρωπος τόσο πιο πολυσχιδές το προφίλ του.
Μία από τις συνιστώσες του προφίλ αποτελεί και το τι μουσική ακούει κανείς. Από απ’ ευθείας σχετικές συζητήσεις, από την παιδεία του, τη συμπεριφορά του, το περιβάλλον που κινείται, τη γενικότερη στάση του. Ακόμα ένα κουτάκι, ίσως, για τον απέναντι. Κατατάσσουμε και ησυχάζουμε.
Ο καθένας γνωρίζει το τι και ποια μουσική του αρέσει να ακούει. Υπάρχει ένας κορμός, το δέντρο και τα παρακλάδια του. Ακούμε το α, β, γ είδος μουσικής, τον χ, ψ, ζ τραγουδιστή, το κ, λ, μ συγκρότημα. Ωραία και τακτοποιημένα. Αλλά. Μας αρέσουν, αραιά και που ίσως, και κάποια άλλα. Αλλιώτικα. Εκτός κλίματος. Εκτός προφίλ. Και γιατί όχι; Που το κακό; Αφού μας αρέσουν!
Και εμείς μεν τις γνωρίζουμε τις τέτοιες αμαρτίες μας. Τις “αποκλίσεις” μας. Ο απέναντι όμως; Πώς θα το πάρει; Θα αποδεχτεί; Θα προσθέσει μια στο προφίλ επιπλέον πινελιά; Θα σηκώσει τους ώμους ή θα σκάσει ένα ειρωνικό χαμόγελο;
Από την άλλη έχει σημασία να το συζητάμε; Αξίζει τον κόπο; Πρέπει να δικαιολογηθούμε μήπως; Γιατί και σε ποιον;
Από το 1973 έως και το 2000 εβδομήντα πέντε. Και ένα προοίμιο. Ο κύριος όγκος την δεκαετία του 70. Το 65,33%. Το 1975 το πιο παραγωγικό. Δέκα πέντε, το 20%. Από το 1973 μέχρι και το 1981 η ροή συνεχής. Έκτοτε δυσκολέψανε τα πράγματα. Ένα, το πολύ δύο. Οκτώ έτη δίχως ούτε ένα. Υπάρχουν και κάποια αποκηρυγμένα. Λίγα. Θα πρέπει να τα ξαναδώ. Ιδού το τελευταίο:
[Θα αντιληφθεί πιστεύω η έμπνευσης πηγή της. . .]
“Ψηφιοποιημένο’’ από τον δίσκο βινιλίου Hit Parade 4 το τραγούδι που ακούγεται. RockyShahan και “Cherry Tree’’. Ένα σπάνιο κομμάτι θαρρώ μιας και στο διαδίκτυο δεν μπόρεσα να βρω σχεδόν τίποτα για τον ερμηνευτή ή το τραγούδι. Το βρήκα στο διαδίκτυο (8 Σεπτεμβρίου 2019). Για όσο λοιπόν υπάρχει:
Το ζήτημα του χρόνου. Της εκμετάλλευσης και της οργάνωσής του. Ζωή μοιρασμένη σε “μικρά” εικοσιτετράωρα.
Περισσότερος χρόνος το αιτούμενο. Για τα προσωπικά, τα οικογενειακά ή τα επαγγελματικά. Αγαθό εν ανεπαρκεία. Πολύτιμο, δυσεύρετο και με διαφορετική, υποκειμενική ή αντικειμενική, αξία.
Εποχή επιλογών. Για το τι και το πώς. Για τη βέλτιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου χρόνου. Το τι θα πραχθεί, τι θα επισπευσθεί, μετατεθεί ή αναβληθεί. Ο καθένας ότι η εκμετάλλευση του διαθέσιμου χρόνου του προδιαγράφει. Χρόνος, περιβάλλον και τύχη καθοριστικοί του βίου παράγοντες. Στο εικοσιτετράωρο κάποιων το σύμπαν, σε άλλων το ελάχιστο.
Η “αλυσίδα του πράττειν”. Η μέθοδος του να “γεμίζει” ο διαθέσιμος χρόνος με μια διαρκή ροή πράξεων. Να αξιοποιείται. Ο προγραμματισμός του τι θα πραχθεί, μετά το νυν πραττόμενο, σε βάθος δυο επιπέδων τουλάχιστον. Η εξάλειψη των ανεπιθύμητων κενών. Η εξομάλυνση της ροής του χρόνου. Η αποφυγή διλημμάτων του τύπου “Τι να πράξω τώρα;”.
Μια διαδικασία για να είναι απασχολημένο το σώμα και το πνεύμα. Για την αξιοποίηση του διαθέσιμου χρόνου και την καλή του πράττοντα διάθεση. . .
Πήγα. Συναντηθήκαμε. Αναμενόμενο και επιθυμητό. Το μυαλό προετοιμασμένο. Εύθραυστες ισορροπίες. Η παρουσία ανατρέπει τα προσχεδιασμένα. Διαμορφώνει την πραγματικότητα. Κυριαρχεί. Μετά από ικανό χρονικό διάστημα. Και πάλι το σώμα. Το φιλί και το άγγιγμα. Η κόμη. Τα μάτια. Τα ενδύματα. Όλα.
Εγρήγορση. Τα προαποφασισμένα αποδείχτηκαν αδύναμα. Δε συγκρατούν το κύμα των συναισθημάτων. Ανατροπή. Σαν να αφαιρέθηκε ένας πίρος. Όλα καταρρέουν. Δεν θα κρατήσει. Θα ξαναχτιστούν. Θα πυργώσουν. Ότι δε συνεχίζεται μοιάζει μάταιο.
Ευτυχής. Για είκοσι λεπτά, μισή ώρα. Ο ένας απέναντι στον άλλο. Μιλώντας. Επαμφοτερίζοντας. Χαμογελώντας. Συμμετέχοντας. “Θα ήθελα”, ομολογεί ο εαυτός.
Και όλα μαζί, καταιγιστικά:
Μη επιθύμει αδύνατα. Νόει το πραττόμενον. Ηδονήν φεύγε, ήτις λύπην τίκτει. Ανοήμονες των απεόντων ορέγονται. Βλαξ άνθρωπος επί παντί λόγω επτοείσθαι φιλεί. Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον. Θυμώ μάχεσθαι χαλεπόν∙ ο γαρ αν θέλη, ψυχής ωνείται. Μη πλέω προσάπτεσθαι των δυνατών. Τόλμα πρήξιος αρχή, τύχη δε τέλεος κυρίη.
Ανασαίνω. Η του βίου εκάστου κανονικότητα. Τα όχι και τα μη. Τα πλαίσια. Η διαμορφωμένη κατάσταση. Προφάσεις. Δικαιολογίες. Ατολμία. Έλλειψη βούλησης. Χημεία που δε λειτουργεί. Υπολειμματική κρίσιμη μάζα.
Πορεία δέκα, τουλάχιστον, εγγραφών στο παρόν. Αυτή η ενδέκατη. Για να μη ξεχνιόμαστε. Να μη νομίζουμε. Ο χρόνος περνά. Αρνείται να συγκατανεύσει. Χάνεται. . .
The line between pleasure and pain Can't be measured by means of the brain Mere reason alone can never explain How the heart behaves
Ένα μικρό θαύμα είναι το περπάτημα. Ένα μικρό θαύμα που λίγοι θαρρώ το αποζητούν και ακόμα λιγότεροι το απολαμβάνουν. Είναι απίθανο το που μπορεί κανείς να φτάσει με τα ποδαράκια του. Το πόσα πράγματα μπορεί να δει και να απολαύσει.
Τελικά είμαστε καταπιεσμένοι και από τα αυτοκίνητα. Για δυο βήματα αυτοκίνητο. Για τέσσερα ομοίως. Ευκολία, ταχύτητα, άνεση. Και μετά; Κινείσαι, κοιτάς και δε βλέπεις. Δεν έχεις τη δυνατότητα να σταθείς. Να παρατηρήσεις.
Το περπάτημα είναι άλλο πράγμα. Κυρίως το περπάτημα στην περιοχή, στη γειτονιά σου. Μόνο έτσι τη μαθαίνεις. Μόνο έτσι τη ζεις. Να βαδίζεις. Να κοιτάς. Να παρατηρείς. Να ανακαλύπτεις.
Μια μονοκατοικία χαμένη ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Ένα όμορφο μπαλκόνι. Ένα μαγαζάκι. Δορυφορικά κάτοπτρα με διπλά LNB. Άχτιστα οικόπεδα. Φροντισμένους κήπους. Μυστήριες αρχιτεκτονικές.
Να σταματάς σε καταστήματα που μια ζωή τα έβλεπες εποχούμενος. Να βλέπεις τους δρόμους από άλλες οπτικές γωνίες. Να μαθαίνεις τα ονόματά τους. Να ανακαλύπτεις γειτονιές που θυμίζουν άλλες εποχές. Να σχεδιάζεις διαδρομές.
Και οι σκέψεις που κάνεις βαδίζοντας. Η ποιότητά τους. Οι αναμνήσεις που έρχονται κύματα. Των τροχιών οι τμήσεις. Οι αλλαγές στη φυσιογνωμία της περιοχής.
Και οι αλλαγές που σχετίζονται με την εποχή και την ώρα του περιπάτου. Τα κτίσματα σαν χαμογελαστά ή σαν θλιμμένα. Ο απλωμένος τόπος. Η χάραξη της πορείας. Η επανάληψη.
Βαδίζοντας, βλέποντας, ζώντας. . .
Από το άλμπουμ, του 1979, “Present Tense’’ του συγκροτήματος Shoes ακούγεται το τραγούδι “I Don’tWannaHearIt’’. “Ψηφιοποιημένο’’ από δίσκο βινιλίου και πάλι.
Για πολλοστή φορά προσπαθώ να βάλω τάξη στο χάος. Να αποφασίσω πόσα και ποια από όσα έχω συσσωρεύσει πρέπει να κρατήσω και πόσα και ποια να πετάξω. Δύσκολο. Ντάνες ολόκληρες από περιοδικά. Ντάνες από ένθετα περιοδικών και εφημερίδων. Εκατοντάδες CD και DVD δεδομένων. Εκατοντάδες δισκέτες. Δεκάδες δίσκοι για iomegazip. Δεκάδες κασέτες VHS. Δεκάδες καλώδια διαφόρων τύπων. Παλιά monitor CRT. Εγχειρίδια. Παλιοί εκτυπωτές. Αρχαίες μητρικές πλακέτες. Συσκευασίες συσκευών και στατικών μοντέλων. Και άλλα ετερόκλητα πολλά.
Δεν περίμενα ότι έχω συγκεντρώσει τόσο πολλά αντικείμενα. Αποκτούσα, χρησιμοποιούσα, συσσώρευα. Και έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Δεν χωρούσαν πια τα καινούργια. Οι διαθέσιμοι χώροι χρησιμοποιήθηκαν. Έννοιες όπως αρχειοθέτηση ή ταξινόμηση πήγαν περίπατο. Από κάποιο σημείο και πέρα δεν ταξινομείς. Τρυπώνεις. Δεν γνώριζα πλέον τι έχω και αν το έχω που το έχω. Χρειάζεται μια γενναιότητα για να ξεκαθαρίσει ένα τέτοιο τοπίο. Θέλω να πιστεύω ότι την έχω.
Κρατώ στα χέρια ένα – ένα τα αντικείμενα. Αποφασίζω. Αυτό μένει. Αυτό φεύγει. Κάποια μου είναι πλέον παντελώς αδιάφορα. Κάποια ξυπνούν αναμνήσεις. Κάποια άλλα τσιμπούν. Μερικά πληγώνουν. Αντικείμενα αγαπημένα. Αντικείμενα ξεχασμένα. Ένα – ένα. Μοναδικά. Μένει, φεύγει, μένει. Κι αυτό; Δύσκολη η απόφαση. Φεύγει! Είπαμε. Γενναιότητα.
Επιδίωξη το ξεκαθάρισμα. Η κατοχή όσων πρόκειται να χρησιμοποιηθούν και πάλι. Όσων έχουν ακόμα ζωή. Οι τακτοποιημένοι χώροι που λειτουργούν. Η γνώση του τι υπάρχει και που. Θα πάρει χρόνο μα αξίζει θαρρώ τον κόπο.
Αυτός ο άγριος καταναλωτισμός των καλοθρεμμένων δυτικών. Λες και η ευτυχία εξαρτάται από το πλήθος των αντικειμένων που κατέχουμε. Λες και σημασία έχει το πόσα και όχι το ποια. Αγόρασε. Αγόρασε. Αγόρασε. Έχε!
Κάνω τη σκέψη ότι πρέπει να είμαι, πλέον, περισσότερο προσεκτικός σε σχέση με τον όγκο των αποκτημάτων μου. Λιγότερο παρορμητικός, λιγότερο λαίμαργος.
Να θέτω τα απλά και ουσιαστικά ερωτήματα:
Το χρειάζομαι; Πόσο θα το χρησιμοποιήσω; Μπορώ να κάνω και δίχως του;
Και θα το προσπαθήσω. . .
Λόγω ακριβώς της ενασχόλησης που περιγράφω είναι νοσταλγικό το κλίμα στο οποίο κινούμαι τις ημέρες αυτές. Νοσταλγικό, και αγαπημένο της εφηβείας μου, και το τραγούδι που ακούγεται. “She’sComingtoMe” με τους O’ Brien Brothers. Εξαιρετικά δυσεύρετο τραγούδι, ακόμα και στο διαδίκτυο και σαν απλή πληροφορία, “ψηφιοποιημένο” από δίσκο 45 στροφών.
Μια λέξη την ημέρα θα έπρεπε να φτάνει. Και δε φτάνει. Και ψάχνουμε κι άλλες. Και προσπαθούμε να τις ταιριάξουμε. Και δυσκολευόμαστε. Τα πολλά λόγια φτώχεια.
Ένα τραγούδι θα έπρεπε να αρκεί. Να ακουστεί. Να μιλήσει. Να θρέψει. Και δεν αρκεί. Δεκάδες τραγούδια. Αποευαισθητοποιημένη ακοή. Ανεκπαίδευτη ψυχή. Από το ένα στο άλλο. Τόσο που πια δεν μένει τίποτα.
Μια εικόνα θα έπρεπε να είναι αρκετή. Και δεν είναι. Συγκεντρώνουμε εκατοντάδες. Κοιτάζουμε αλλά δε βλέπουμε. Και ψάχνουμε.
Μία, ένα και μία. Και δεν αρκούν. Και παλεύουμε. Και μαζεύουμε. Και συνεχίζουμε.
Η διαχείριση του χρόνου αποτελεί ένα ζήτημα που ανέκαθεν με απασχολούσε. Στα χρόνια της εφηβείας μάλιστα, ίσως λόγω σπουδών, αποτελούσε ένα από τα κυριότερα προβλήματά μου.
Μεγάλωσα και αμφιβάλλω για το εάν έγινα πιο αποτελεσματικός στη διαχείρισή του. Εξακολουθεί πάντως να με προβληματίζει και να με απασχολεί. Μόνο που, ακριβώς επειδή μεγάλωσα, δεν ομνύω πλέον. Οι στόχοι μου έγιναν πιο ρεαλιστικοί. Καλύτερα προσαρμοσμένοι στον χαρακτήρα μου και το περιβάλλον που κινούμαι.
Η μέχρι τώρα αντιμετώπιση θα έλεγα ότι ήταν κατά βάση ποσοτική. Πως θα εξοικονομήσω χρόνο. Πώς θα βελτιστοποιήσω την χρησιμοποίησή του. Όμως μόνο ποσοτικό είναι το ζήτημα; Αρκεί να έχεις διαθέσιμη μια α ποσότητα χρόνου; Και τι χρόνος είναι αυτός; Σε συνέχεια ποιας κατάστασης ή δραστηριότητας; Τι θα ακολουθήσει; Με άλλα λόγια. Πόσο κατάλληλος ή καθαρός είναι ο χρόνος για την δραστηριότητα που τον διαθέτεις;
Βασικά και μάλλον επώδυνα ερωτήματα για τον τρόπο που είναι οργανωμένη η ζωή των περισσοτέρων. Σπανίως ο διατιθέμενος χρόνος είναι καθαρός. Συνήθως είναι μολυσμένος. Με σκέψεις / προσμείξεις από τα πριν και τα μετά. Χρωματισμένος από ότι προηγήθηκε, μερικώς προσανατολισμένος σε ότι έπεται. Είναι αυτό που αποκαλώ, πλέον, “Βρώμικος Χρόνος”.
Απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια το λαγάρισμά του. Το να φτάσεις να διαθέτεις στον απέναντι, ή στις δραστηριότητές σου, τον πλέον καθαρό, τον πλέον κατάλληλο χρόνο. Το να κατορθώσεις, για συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, να είσαι αφοσιωμένος. Αφιερωμένος. Απερίσπαστος. Το να καταφέρεις να αποσυνδέσεις από το τώρα το πριν και το μετά.
Αξίζει, θαρρώ, τον κόπο να παλέψει κανείς για ελαχιστοποιήσει, στο μέτρο του δυνατού, το Βρώμικο Χρόνο στη ζωή του. Δεν απαιτούν όλες οι δραστηριότητες Καθαρό Χρόνο όμως, σίγουρα, υπάρχουν πολλές που η τροφοδότησή τους με αμόλυντο χρόνο θα μπορούσε να απογειώσει την προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική μας ζωή.
Ευτυχείς, θαρρώ, όσοι είναι σε θέση να επινοήσουν και να χρησιμοποιήσουν εκείνους τους μηχανισμούς που ελαχιστοποιούν της ζωής τους το “Βρώμικο Χρόνο”. . .
Το τραγούδι που ακούγεται είναι το “The Power of Love” με το συγκρότημα Huey Lewis & The News από την ταινία “Back to the Future” [1985].
Δεν είναι πάντοτε εύκολο να έχεις κάτι διαθέσιμο για δημοσίευση. Τα προβλήματα αρχίζουν από τη στιγμή που επιθυμείς να “ανεβάζεις” εγγραφές σε τακτά χρονικά διαστήματα. Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή ας πούμε, στην περίπτωση μου. Και γιατί σε τακτά χρονικά διαστήματα; Γιατί έτσι! Είναι η απάντηση.
Το ευτύχημα είναι ότι κανένας δεν σε υποχρεώνει. Από μόνος σου αποφασίζεις και πράττεις. Θα μπορούσε το πράγμα να μείνει στο εάν και εφόσον. Μοιάζει να είναι άχαρο όμως το να καταθέτεις κείμενα όποτε σου έρθει, η έμπνευση ας πούμε. Είναι αυτό που είπε ο Σεφέρης. Η ευαισθησία μας έχει ανάγκη από πίεση προκειμένου να δημιουργήσει.
Είναι μια ευχάριστη πνευματική ενασχόληση το να αναζητάς το τι θα δημοσιεύσεις. Να σκεφτείς το θέμα, να το αναλύσεις, να το γράψεις. Μερικές φορές αυτό γίνεται εύκολα και αβίαστα. Άλλες πάλι στριφογυρίζεις και λες “Μωρέ τι να γράψω; Τι να γράψω;”. Τελικά κάτι θα σκαρφιστείς, κάτι θα ετοιμάσεις.
Και, για εμάς τους ίδιους, δεν είναι όλες οι εγγραφές μας εξίσου αγαπητές ή επιτυχημένες. Πολλές φορές ανεβάζεις κάτι που δεν σε ικανοποιεί. Που αισθάνεσαι ότι είναι ημιτελές. Ότι χρειαζότανε περισσότερη σκέψη. Άλλη δομή και παρουσίαση. Είναι οι εγγραφές θυσία στο Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή.
Και τώρα πια είναι και το άλλο. Η μουσική επένδυση. Άλλος βραχνάς αυτός. Να βρεις τι ταιριάζει στο κείμενο ή, σπανιότερα, τι ταιριάζει στον ήχο. Κι αν βρεις το τι, όσον αφορά τον ήχο, θα είναι διαθέσιμο; Ανεβάζω εγγραφές από δύο σημεία και ο κύριος όγκος της δισκοθήκης μου βρίσκεται σε ένα τρίτο. Χρειάζεται, λοιπόν, και εδώ προγραμματισμός. Να βρεις το κομμάτι, να το μετατρέψεις σε mp3 αν χρειάζεται, και να το έχεις εύκαιρο.
Οι συμβιβασμοί είναι τελικά αναπόφευκτοι. Ξεκίνησα με τη λύση ανάγκης να ανεβάσω το ποίημά μου “Σύνθετο” μιας και δεν είχα καταφέρει να βρω κάτι άλλο. Από τα “αποθέματα” δηλαδή. Προέκυψε όμως το συγκεκριμένο κείμενο, διότι πληκτρολογώντας έρχεται η όρεξη, και πολύ φοβούμαι ότι το ποίημα θα περάσει σχεδόν απαρατήρητο. Ας είναι. . .
Από τα εδώ “αποθέματα” και πάλι το τραγούδι που ακούγεται. Girl – The Beatles.
Είναι κάποιες ιστορίες παλιές που πια δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Και είναι, επίσης, κάποιες αναμνήσεις που επιμένουν. Ιστορίες που γέννησαν αναμνήσεις. Αναμνήσεις που δίνουν ένα χάδι στο στομάχι. Μικρά αινίγματα το γιατί κάποια περιστατικά μετουσιώνονται σε ανάμνηση ενώ κάποια άλλα εξατμίζονται.
Χειμώνας του 1971, λοιπόν, και εκκλησιασμός με την 6η Γυμνασίου, τότε. Ημέρα Σάββατο, αν η μνήμη μου δεν με απατά. Ήλιος με δόντια. Μια ιδιαίτερη μέρα του Δεκέμβρη. Είμαι κάπως, εκείνη την ημέρα. Αισθάνομαι κάπως. Ο εκκλησιασμός στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου και οι συμμαθητές παρατεταγμένοι. Και οι συμμαθήτριες.
Μια συμμαθήτρια μαγνητίζει το βλέμμα. Με ελκύει. Δεν υπάρχει προηγούμενο. Δεν θα υπάρξει επόμενο. Όμως για εκείνο το χρονικό διάστημα, και μέχρι να τελειώσει η μέρα, γεμίζει την ύπαρξη. Δημιουργεί ένα κλίμα ευφορίας. Το βλέμμα που αναζητά τη ματιά και δικαιώνεται. Το σκίρτημα. Οι προοπτικές. Ο περιβάλλον χώρος. Όλα.
Επιστροφή στο σπίτι. Ένα pick-up Philips βαλιτσάκι. Συνδεδεμένο στο ραδιόφωνο θαρρώ. Μονοφωνικό. Και οι πρώτοι δίσκοι βινιλίου 33 στροφών. Πρόσφατο απόκτημα το άλμπουμ “Πουλόπουλος 4” αγορασμένο από το κατάστημα του Πολύδωρου, στα Χαυτεία, την 6/12/1971 με 140 δραχμούλες, τότε. Χρυσαφί. Καλός τραγουδιστής. Όμορφα τραγούδια. Άλλες εποχές.
Και η σύνδεση. Ημέρα, εκκλησιασμός, συμμαθήτρια, Πουλόπουλος γίνηκαν ένα. Και παραμένουν. Το ένα προσκαλεί το άλλο. Τον αντικατέστησα τον δίσκο αγοράζοντας το έργο και σε CD, στις 4/3/1998, με κόστος 3.598 δρχ. Τίποτα δεν άλλαξε. Κάθε φορά που τον ακούω θυμάμαι εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό. Τον εκκλησιασμό και τη συμμαθήτρια.
Από το άλμπουμ αυτό, φυσικά, και το τραγούδι που ακούγεται. “Χαλάζι Έφερε η Ψιχάλα”. Σύνθεση του Μίμη Πλέσσα σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου με το καταπληκτικό:
Και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσει κανείς μέσα στο ξεκίνημα του έτους; Συμβάσεις. Ανθρώπινες συμβάσεις και ο χρόνος και όλα. Λες και ο πλανήτης κατέχει από έτη και μήνες. Στοχαστείτε αυτή τη σκοτεινή μάζα που κινείται και περιστρέφεται. Την αδιαφορία του σύμπαντος στοχαστείτε. Τι είμαστε; Που είμαστε; Και γιατί είμαστε; Απομονωμένοι, μικροί, μίζεροι, θνητοί. Και από την άλλοι γεμάτοι αδιαλλαξία, έπαρση και αυταρχικότητα καταστρέφουμε, με όσους τρόπους μπορούμε, τον πλανήτη.
Καταστρέφουμε και σκοτώνουμε. Σκοτωνόμαστε και οι ίδιοι στο όνομα θρησκειών που δεν γνωρίζω πια τι εξυπηρετούν έτσι που τις έχουμε καταντήσει. Για άλλους λόγους γεννήθηκαν θαρρώ. Άλλες κοινωνίες προσπαθούσαν να ισιώσουν. Και χύθηκε πολύ αίμα και δάκρυα ποταμός μέχρι να σταθούν στα πόδια τους. Και τώρα; Γράμμα κενό. Οι επιτήδειοι στην εξουσία να τρώνε, να πίνουν και να επαίρονται. Να εγκληματούν ασύστολα στο όνομα των ανήθικων ηθικών τους. Οι δυνατοί να είναι οι κόπανοι και οι συνετοί σιωπηλοί θεατές των πράξεων τους. Η εξουσία ταιριάζει πλέον στους ανόητους. Η δύναμη στους αδίστακτους και το χρήμα στα καθίκια. Και ποτέ η εξαίρεση δεν κατάργησε τον κανόνα.
Έτσι είμαστε. Έτσι πάμε. Δίχως στόχους πια. Δίχως πυξίδα. Οι κοινωνίες μας αλλάζουν. Μετασχηματίζονται. Ο “καινούργιος” άνθρωπος γεννιέται. Διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για το ποιον και το μέλλον του. Αισχύνομαι για το όποιο ποσοστό συμμετοχής έχω στην βαρβαρότητα και την αναλγησία της κοινωνίας και της εποχής που ζούμε. Άλλα θέλει η καρδιά μου. Άλλα και αλλιώς. Ευγένεια, σύνεση, κατανόηση, ευδοκία, ω πόσο μας λείπει η ευδοκία!, συνεργασία, αλληλοβοήθεια, δίκαιη μοιρασιά. Ξεκίνησα να πληκτρολογώ έτσι. Δίχως σχέδιο. Και δεν μου βγήκαν τα φωτεινά και χαρούμενα που οι, φτιαχτές και φκιασιδωμένες, αυτές μέρες απαιτούν. Δεν πειράζει, Η αισιοδοξία, έτσι κι αλλιώς, υπάρχει. Πίσω εμπρός λοιπόν! Με χαμόγελο ειλικρινές και για όλον τον πλανήτη:
Καλή Χρονιά Γη!
Και για όλους τους ηγέτες και τους ηγεμονίσκους:
Καλά μυαλά ζωντόβολα!
Και για όσους αγαπημένους σήμερα γιορτάζουν:
Χρόνια Πολλά με Υγεία και Δύναμη!
Αφτά!
Από το τελευταίο άλμπουμ των J. J. Caleκαι Eric Clapton “The Road to Escondido”το τραγούδι “When the War is Over”.