Η
τελευταία εγγραφή που ανέβασα για τον Αλοΐσιους Φλοπ ήταν η“0777. Ο Αλοΐσιους Τραβάει Το Σχοινί” την 31η Αυγούστου
του 2011. Η πρώτη, αν ρωτάτε, η“0374. Ο Αλοΐσιους Φλοπ Κοκκινίζει” από την 26η
Σεπτεμβρίου 2007. Ανάμεσά τους χώρεσαν ακόμα σαράντα εγγραφές με το όνομα
“Αλοΐσιους” στον τίτλο τους. Το έχω γράψει, θαρρώ, αρκετές φορές, ο Αλοΐσιους
ήταν η εύκολη λύση. Κάθε φορά που η έμπνευση δεν περνούσε από τη γειτονιά μου ή
ο διαθέσιμος χρόνος εμφανιζόταν περιορισμένος τα κείμενα του Αλοΐσιου που έχω
στην κατοχή μου έδιναν τη λύση. Απλώς διάλεγα, αντέγραφα και ανέβαζα. Το ίδιο
θα κάνω και τώρα. Έχω ήδη διαλέξει το τετράστιχοπου ακολουθεί:
Στο πρόσωπό Σου
Όσα επιθύμησα
Και δεν
Θα αποκτήσω
Διφορούμενο, θα
έλεγα. Είναι αυτό το “Και δεν” που δεν είμαι σίγουρος αν ακολουθεί τον επόμενο
ή τον προηγούμενο στίχο. Αν ακολουθεί τον προηγούμενο ο Αλοΐσιους, στο πρόσωπο
Της, θα αποκτήσει τα πάντα. Αν ακολουθεί τον επόμενο δεν θα τα αποκτήσει. Έτσι
απλά. Αν κάπως γνωρίζω τον ποιητή σκέφτομαι ότι μάλλον δεν θα τα αποκτήσει.
Είναι ο χαρακτήρας, και γιατί όχι και η μοίρα του, έτσι όπως αποκαλύπτεται στα
γραπτά του που με οδηγεί σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Άτολμος, για να λέμε τα
πράγματα με το όνομά τους,και,
συνεκδοχικά ίσως, άτυχος. Το χαρτί πάνω στο οποίο γράφτηκε το τετράστιχο
μοιάζει πολυκαιρισμένο, ταλαιπωρημένο. Συνεπώς ότι ήταν να γίνει θα πρέπει να
έχει ήδη γίνει. . .
Μια φωτογραφία που μου αρέσει, ένα αγαπημένο τραγούδι και μια ακόμα εγγραφή στον αέρα. Δύσκολοι καιροί. Στεγνοί. Άνθρωποι ζορισμένοι. Φοβισμένοι. Πολιτική και πολιτικοί για φτύσιμο. Πλούσιοι - αρπακτικά. Ούτε ιερά ούτε όσια. Θα το ξαναγράψω: Πάσχουμε, πλέον, σαν είδος. Πέσαμε στη μεταβατική περίοδο. Τα πράγματα θα αλλάξουν. Αναγκαστικά και με κόστος. Θα πληρώσουμε κι ας μη φταίμε. Και από την άλλη, τα προσωπικά. Πόσο μακρινή μου φαίνεται η εποχή του Δευτέρα – Τετάρτη – Παρασκευή! Δεν υπάρχει έμπνευση. Δεν υπάρχει κίνητρο. Πάλι και πάλι η αίσθηση ότι τα έχω πει όλα. Τα δικά μου όλα. Facebook και twitter. Τόση σπαταλημένη ενέργεια! Εγγραφές επί εγγραφών, Μπουρμπουλήθρες ανθρώπων που πνίγονται. Ανθρώπων που πλήττουν. Που ζητούν να τραβήξουν την προσοχή. Που έτσι συνήθισαν, τέλος. Μετέχω. Δεν εξαιρώ τον εαυτό μου. Ομοίως, πνίγομαι. Μόνο που κρατώ μια στάση αναμονής. Ακόμα προσπαθώ. Ελπίζω. Μέρες που έρχονται. Νύχτες που φεύγουν. Διαδρομές. Σπίτι – γραφείο – σπίτι – πατρικό - σπίτι. Υποβαθμισμένο κέντρο. Ασχήμια. Εγκατάλειψη. Χρήστες εν μέση οδώ. Κοινωνία που αδιαφορεί. Ανύπαρκτες υποδομές. Ανθρωπάκια σε θέσεις κλειδιά. Πριν την έλλειψη χρημάτων η έλλειψη ενδιαφέροντος και ευαισθησίας. Ο ένας κοιτάζει τον άλλο. Ο ένας περιμένει από τον άλλο. Όλοι σηκώνουμε τους ώμους. Τι κρίμα που ο από μηχανής Θεός έχει πεθάνει! Γκρίζα καθημερινότητα. Περιορισμένη ορατότητα. Ο καθένας για τον εαυτό του. Κουμπωμένοι. Σκυφτοί. Σκεφτικοί. Καθημερινότητα οδοστρωτήρας. Κλείσιμο επιχειρήσεων. Απολύσεις. Μείωση μισθών. Από την άλλη, αύξηση φορολογίας και επιβολή ότι είδους χαρατσιού μπορεί να συλλάβει ο ζαβός εγκέφαλος των “κυβερνόντων”. Διαμελισμός. Δελτία ειδήσεων που ψυχοπλακώνουν. Δημοσιογράφοι με ύφος χιλίων καρδιναλίων. Έχω την αίσθηση ότι πολλοί από δαύτους ευχαριστιούνται να μας αραδιάζουν, με τα ισχνά Ελληνικά τους, τη μια κακή είδηση πίσω από την άλλη. Και όλοι, πια, ειδήμονες. Οικονομολόγοι ολκής! Όλα τα σφάζουν. Όλα τα μαχαιρώνουν. Πολιτικοί που ακκίζονται με τον καθρέφτη τους. Περιορισμένης φιλοπατρίας, ευφυΐας, ευθύνης. Αλαζόνες, ανάλγητοι, βολεμένοι, κουτοπόνηροι, ανίκανοι, φιλοτομαριστές. Μια Ελλάδα φύλλο και φτερό. Όλα μοιάζουν δύσκολα. Είναι δύσκολα. Το καταφύγιο είναι γνωστό. Ο άνθρωπος! Οι σχέσεις μας με τους ανθρώπους. Αυτό που, τελικά, είναι η ουσία της ζωής μας. Οι σχέσεις μας με τους ομοίους μας. Φιλικές, συγγενικές, αδελφικές, ερωτικές. Ότι πιο πολύτιμο έχουμε. Οι σχέσεις μας! Αυτές που με τόση ευκολία βάζουμε σε δοκιμασία. Αυτές που τις θεωρούμε δεδομένες και δεν είναι. Που θεωρούμε πώς δεν χρειάζονται καμιά συντήρηση και καμιά φροντίδα. Αυτές που, αν τις σώσουμε, μπορούν να μας σώσουν! Το αγαπημένο τραγούδι
είναι το “Ανεβάσαμε” των Σταμάτη Κραουνάκη – Λίνας Νικολακοπούλου με
ερμηνεύτρια τη δεύτερη. Μόλις ένα κλικ μακριά. . .
Κατεβαίνω στο τέρμα. Κατηφορίζω προς την Α29. Υπολογίζω να
φτάσω σε είκοσι – είκοσι πέντε λεπτά. Συναχωμένος. Εδώ και μια σχεδόν εβδομάδα.
Κρυωμένος και δυσαρεστημένος. Με την τάξη των πραγμάτων. Τον εαυτό μου. Τους
άλλους. Κατηφορίζω και σκέφτομαι. Αυτά. Εκείνα. Τα άλλα. Τα χθεσινά. Τα
σημερινά. “Ηλεκτρονικά μηνύματα” που ταξίδεψαν. Απαντήσεις που δεν δόθηκαν. Πόρτες
που δεν άνοιξαν. Κατηφορίζω. Σκέφτομαι. Μπρος – πίσω. Στο χέρι το C905.
Λατρεύω να φωτογραφίζω. Ανθρώπους. Κτήρια. Πράγματα. Φωτογραφίζω κάποια κτήρια.
Με ενοχλούν οι καμπούρες των αυτοκινήτων. Το έχω σκεφτεί. Θα βγω ένα πρωί για
φωτογράφηση κτηρίων. Αν κάποιοι άνθρωποι μου επιτρέπαν να τους φωτογραφίσω θα
ήμουν ευτυχής. Κατηφορίζω με βήμα ταχύ. Μπαίνω στην οδό Α. Ο ήλιος δύει.
Προλαβαίνω τρεις – τέσσερεις φωτογραφίες του πριν χαθεί. Κατηφόρισα. Σκέφτηκα.
Φωτογράφισα. Έφτασα.
Ένα κλικ μακριά: “Παλιόκαιρος” των Γ.
Θεοφάνους, Ε. Δρούτσα με τον Πασχάλη Τερζή, βεβαίως. Ένα τραγούδι που τον τελευταίο καιρό,
περιέργως, έχει κολλήσει στο μυαλό μου. . .
Έπεσα και πάλι στην
παγίδα. Άρχισα να σκανάρω, να σαρώνω αν το προτιμάτε, διαφάνειες που είχα στην
κατοχή μου κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Υπήρξε μάλιστα μία εποχή
που τις εμφάνιζα και μόνος μου με τη διαδικασία Ε-6, αν θυμάμαι καλά. Τις
περισσότερες από τις διαφάνειες τις είχα μετατρέψει σε φωτογραφίες
χρησιμοποιώντας ένα ειδικό δαχτυλίδι που προσαρμοζόταν στη φωτογραφική μηχανή
(μου) και που μου είχε δανείσει ένας φίλος. Αποφάσισα να ξαναεπιχειρήσω την
μετατροπή τους ελπίζοντας σε καλύτερα αποτελέσματα και σε μεγαλύτερο μέγεθος. Χρησιμοποίησα
τον σαρωτή της Τ47, έναν EPSON V350, και τα αποτελέσματα δεν με απογοήτευσαν.
Εκείνο που με απογοήτευσε το γνώριζα και το υποψιαζόμουν. Κάποιες από τις
διαφάνειες είχαν αλλοιωθεί. Ευτυχώς που το σύνολο τους το είχα διασώσει με το
δαχτυλίδι του φίλου. Όπως και να έχει είναι απογοητευτικό να βλέπεις τη φθορά
να εισβάλει στις αποτυπωμένες αναμνήσεις σου. Όλα είναι δύσκολα και το έχω
ξαναγράψει. Αν θέλεις να διατηρήσεις για χρόνια πολλά εικόνες, στατικές και
κινούμενες, και ήχο πρέπει να είσαι συνεχώς σε εγρήγορση. Να κρατάς αντίγραφα,
να αλλάζεις φορμάτ, να αποθηκεύεις δύο και τρεις φορές. Καλές είναι οι
διαφάνειες αλλά η διαδικασία του να τις δεις, στήνοντας κατάλληλους προβολείς (slide projectors), οθόνες και σκοτεινιάζοντας τον χώρο, είναι μια μικρή ιεροτελεστία. Μια
ιεροτελεστία την οποία έχω τουλάχιστον πέντε χρόνια να κάνω. Μια οθόνη
υπολογιστή ή τηλεόρασης προσφέρει μια ευκολότερη λύση. Το δύσκολο ήταν να φέρω
τις σκαναρισμένες διαφάνειες στα μέτρα μου. Να απαλείψω, κατά το δυνατόν, τον
θόρυβο και τους λεκέδες, κυριολεκτικά, του χρόνου. Photoshop, λοιπόν, και διόρθωση σε επίπεδο pixel. Διαδικασία εξαιρετικά χρονοβόρα
και κοπιαστική, από ένα σημείο και πέρα, στην οποία, λόγω ιδιοσυγκρασίας, τελειοθήρας
γαρ, έπεσα με τα μούτρα! Το μόνο σίγουρο ότι ο κόπος αυτός δεν φαίνεται στην
τελική εικόνα. Όποιες διαφάνειες μπόρεσα να σώσω, κατ’ αυτό τον τρόπο, τις
έσωσα. Μπήκα σε μια διαδικασία η οποία θα ολοκληρωθεί με το σκανάρισμα και
κάποιων αρνητικών (φιλμ). Ήδη ξεκίνησα και τα πράγματα είναι δύσκολα.
Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να αποκατασταθεί σε ικανοποιητικό βαθμό το
αρχικό χρώμα. Υγιείς να είμαστε να προσπαθούμε.
Με αυτή την
εγγραφή κλείνει το 2011. Το 2012 είναι προ των πυλών. Ένα 2012 για το οποίο
εύχομαι, τετριμμένο μεν πανάκριβο δε, Υγεία. Και ακόμα υπομονή, θα χρειαστεί
σίγουρα, και τύχη αγαθή. Ο Θεός να βάλει το χέρι του να δούμε πως θα προχωρήσει
η ανθρωπότητα, πλέον, μετά από επιλογές που μόνο σωστές αποδεικνύεται ότι δεν
ήταν. Βρισκόμαστε στην κατηφόρα αλλά το καλό είναι ότι παρουσιάζεται μια λαμπρή
ευκαιρία να σκεφτούμε και να αναθεωρήσουμε. Να δώσουμε στη ζωή μας τις
διαστάσεις που της αξίζουν, να βάλουμε στο κέντρο τον άνθρωπο και όχι τα υλικά
αγαθά, και να έλθουμε πιο κοντά. Να γίνουμε, κυριολεκτικά, φιλάνθρωποι. Προσοχή
μεγάλη και στις επιλογές μας. Κουφιοκεφαλάκηδες, ανίκανοι, λεχρίτες, υποκριτές,
αναξιοπρεπείς και εξαρτημένοι καιροφυλακτούν για θέσεις και εξουσία. . .
Να είσαστε όλες
και όλοι Καλά!
Συνεχίζουμε.
Ένα κλικ μακριά: “Το
Τανγκό των Χριστουγέννων”, σε μουσική Γιάννου Αιόλου και στίχους Ελένης Ζιώγα,
με τον Γιώργο Νταλάρα.
Απόσπασμα ημερολογίου της 18/2/2004, ημέρα Τετάρτη:
Στις 20 του Γενάρη, λοιπόν, τηλεφώνησα στη Φ. (μία είναι η Φ.) . . . Μιλούσαμε για μισή, περίπου, ώρα. Το βιβλίο της το τελείωσε (και μάλιστα άρχισε να γράφει και δεύτερο) και προσπαθεί να το εκδώσει. Είπαμε να συναντηθούμε για να μου δώσει ένα αντίγραφό του και να της πω τη γνώμη μου.
Συναντηθήκαμε, λοιπόν. Την Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2004, 11:30 με 12:30 περίπου. Στην καφετέρια “ΠΟΛΙΣ” πάνω από τη Στοά του Βιβλίου. Μου έφερε μια εκτύπωση του έργου της (“Η ΞΕΝΗ”). Περίπου 120 σελίδες Α4 σε Times Roman των 12. Τα είπαμε. . .
Το διάβασα το βιβλίο της μέσα στις επόμενες 4 – 5 ημέρες. Πραγματικά έχει κοπιάσει αλλά όχι τόσο που ο κόπος της να μη φαίνεται (και αυτό το τελευταίο είναι πάντα ζητούμενο). . . Δυσκολευόμουν να συνδυάσω το κείμενο με την εικόνα που έχω για τη συγγραφέα. Την περίμενα πιο λιτή, πιο δωρική. . . Θέλησε να τα πει όλα και με μιας και ανακάτεψε πολλά. . . Φυσικά και υπήρχαν και καλά σημεία με έμπνευση και σωστό, κατά τη γνώμη μου, χρώμα. Μπορεί να περιγράψει, μπορεί να πει. Χρειάζεται μόνο χαλινάρι σε ένα λόγο που, από ένα σημείο και πέρα, καλπάζει ανεξέλεγκτα. Χρειάζεται να αποφύγει την ευκολία του πολύπλοκου και του φανταχτερού και να κρατήσει ένα μέτρο στη σκέψη και την έκφραση. Και όλα αυτά, με δικά μου πάλι λόγια, της τα είπα.
Συναντηθήκαμε, εχθές Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου, 11 με 12:00, πάντα στο “ΠΟΛΙΣ” και τα είπαμε. Της επέστρεψα και το έργο της. Ελπίζω να μη την κακοκάρδισα. Ήμουν προσεκτικός (κατά το δυνατό) στο πως εκφράστηκα και τι είπα. . . Με ευχαρίστησε για τον κόπο που έκανα να το διαβάσω. Αυτά με την κα. Μελανίτου.
Να, λοιπόν, που ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και “Η ΞΕΝΗ”, που είχα το προνόμιο και την τιμή να διαβάσω τον Φεβρουάριο του 2004, εκδόθηκε. Το είχα στο νου μου, όπως και την ίδια τη Φ., και από καιρό σε καιρό αναζητούσα νέα για βιβλίο και συγγραφέα στον ωκεανό των πληροφοριών που ονομάζεται διαδίκτυο. Κρατούσα έτσι επαφή με ότι δημοσιοποιημένο υπήρχε για τη ζωή και την πορεία της Φ. Στις 15 Δεκεμβρίου 2011, ημέρα Πέμπτη, μια αναζήτηση για το “Φούλη Μελανίτου” στο Google με οδήγησε εδώ.
“ΈΘΙΜΟ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ”, λοιπόν, από τις Εκδόσεις Οδός Πανός. Μια νουβέλα 103 σελίδων, διαστάσεων 14χ20,5 τετραγωνικών εκατοστών, με ISBN 978-960-477-069-4, πρώτη έκδοση το Νοέμβριο του 2011 και συγγραφέα τη Φούλη Μελανίτου! Την χάρηκα την “ανακάλυψη” αυτή! Χάρηκα κυρίως για τη χαρά που, δικαίως, θα άντλησε η Φ, για τη δημοσίευση του έργου της. Ένα έργο που γνωρίζω πόσο κόπο και προσπάθεια κατέβαλε για να το φέρει στο φως.
Έσπευσα να προμηθευτώ τρία αντίγραφα της νουβέλας. Ένα για τον εαυτό μου, ένα για τον Μάνο και ένα για την Μαρία. Εχθές διάβασα μέχρι και τη σελίδα 89. Σήμερα το πρωί ολοκλήρωσα την ανάγνωσή της. Όσο με βοηθά η μνήμη μπορώ να πω ότι το κείμενο που διάβασα έχει αρκετές αλλαγές σε σχέση με αυτό που διάβασα τον Φεβρουάριο του 2004. Αλλαγές που είναι σαφέστατα υπέρ του τελικού αποτελέσματος. Το κείμενο είναι πιο στρωτό, αρκετές εκφράσεις που ξένιζαν, αν μπορώ να το πω έτσι, έχουν απαληφθεί ή έχουν ενταχθεί επιτυχέστερα στη ροή του. Ο ίδιος ο τίτλος είναι ευρηματικός και προδιαθέτει για περισσότερα από ότι το άχρωμο, θα έλεγα, “Η Ξένη” (παρά τους συνειρμούς, για τους μυημένους, με το έργο του Καμί, που έτσι κι αλλιώς είναι ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Φ.).
Η νουβέλα έχει σαφώς αυτοβιογραφικά στοιχεία, η Φ. έχει σπουδάσει γεωλογία και το δείχνει, το ύφος της είναι ελλειπτικό οι προτάσεις της κοφτές και η ροή του χρόνου κατά βάση γραμμική με εμβόλιμες αναφορές στο παρελθόν που δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρες. Εξακολουθούν, κατά τη γνώμη μου, να υπάρχουν σημεία που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να παρακολουθήσει και ποικίλματα του λόγου που επιφέρουν ακόμα και αμηχανία σχετικά με το τι ακριβώς εννοεί η συγγραφέας. Υπάρχει σίγουρα η χάρη της περιγραφής, κάτι που πάντοτε θαυμάζω, κορύφωση, λύτρωση και μία αφήγηση που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον. Επίσης, υπάρχει, ένα πλήθος αναφορών σε αξιόλογα κείμενα για τα οποία παρέχονται πληροφορίες στις “ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ” (σελ. 103).
“ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ” δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα. Είναι ένα ανάγνωσμα που απαιτεί όλη την προσοχή του αναγνώστη με αντάλλαγμα την ικανοποίηση ότι δεν σπατάλησε αδίκως τον (πολύτιμο) χρόνο του.
Μπορεί τα πράγματα να μην έγιναν έτσι όπως τα είχαμε πει, στις συναντήσεις μας του 2004, με δωρεές και αφιερώσεις, αλλά έτσι είναι η ζωή. Οι σχέσεις αλλάζουν, φθίνουν, πεθαίνουν και κάποιες φορές ανασταίνονται. Οι άνθρωποι χάνονται στις μεγάλες πολιτείες αλλά, και ευτυχώς, κάποια πράγματα διατηρούνται επί μακρώ αμετάθετα ίσως μόνο και μόνο για να σηματοδοτούν ένα παρελθόν που αντιστέκεται. Ένα παρελθόν, φαινομενικά αναλλοίωτο, που ακόμα τροφοδοτεί το παρόν και ίσως να τροφοδοτήσει και το μέλλον μας.
Εύχομαι η νουβέλα αυτή της Φ. να έχει μια επιτυχημένη πορεία και να ακολουθήσουν και άλλα έργα της (όπως θα διαβάσατε, στην αρχή του παρόντος, ήδη από το 2004 είχε ξεκινήσει να γράφει το δεύτερο έργο της) με μεγαλύτερη ακόμα επιτυχία!
Καλή Επιτυχία Φ.!
Ένα κλικ μακριά: Ελευθερία Αρβανιτάκη και “Τι Θέλω Τι” σε μουσική Νίκου Ξυδάκη και στίχους Σαπφούς (σε μετάφραση Οδυσσέα Ελύτη).
Στις 4 Δεκεμβρίου το απογευματάκι ανέβασα στο facebook (και ελαφρώς παραλλαγμένο στο twitter, λόγω του περιορισμού των 140 χαρακτήρων) το εξής:
Μπήκα στον πειρασμό να φτιάξω μια συλλογή με
Ελληνικά τραγούδια που αγαπώ. Για μια ψυχή, συγγενείς, φίλους, συναδέλφους και
γνωστούς. Μα το Δία! Θα το κάνω!
Και μπορεί η
“ψυχή” να παρασπόνδησε, σε σημείο που να είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν τελικώς θα
περιληφθεί στους παραλήπτες, αλλά η συλλογή δημιουργήθηκε!
Η πρόθεση μου
ήταν, η συγκεκριμένη συλλογή, να χωρέσει σε ένα CD και να χρησιμοποιήσω, για τα
τραγούδια format wav και όχι mp3. Έτσι και ξεκίνησα. Σαββατοκύριακο, υπόγειο
Τ47, μηχανήματα και εκατοντάδες CD με Ελληνική μουσική στη διάθεσή μου.
Για την επιλογή
των τραγουδιών στηρίχτηκα στην κατάσταση αυτών που “ανέβηκαν” στο παρόν
e-ημερολόγιο. Έτσι κι αλλιώς επρόκειτο για τραγούδια που είχα ήδη επιλέξει και
αγαπούσα. Ο μόνος περιορισμός ήταν να
έχω το κάθε τραγούδι σε “κανονικό” CD (μιας και, πλέον, έχω απαλλαχτεί
από όλα τα αντίγραφα CD που διέθετα). Ατυχώς δύο από τα τραγούδια που είχα
επιλέξει δεν ήταν, με την πιο πάνω λογική, διαθέσιμα.
Ξεκίνησα με τον
παλιό, καλό windows media player (και τα παλιά καλά windows XP) της Τ47 να
“κατεβάζω” τα τραγούδια που είχα επιλέξει στον σκληρό δίσκο του Η/Υ. Η μόνο
δυσκολία, αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, ήταν να βρω στα ράφια μου το CD που
περιείχε το τραγούδι που την κάθε φορά επέλεγα. Σε αυτό βοήθησε και η
ταξινόμηση που υπάρχει στα ράφια μου (Ελληνικά – συνθέτες - τραγουδιστές –
τραγουδίστριες – συγκροτήματα – συλλογές- Αγγλικά - . . .) αλλά και η βάση, σε
MS – Access, των δίσκων μου που διατηρώ (καταγεγραμμένα κάποιες δεκάδες
χιλιάδες τραγούδια).
Με αυτά και εκείνα
κατέληξα σε μια συλλογή 52 τραγουδιών, πάντα σε μορφή wav. Έπρεπε, λόγω του
πλήθους των τραγουδιών, να εγκαταλείψω τα σχέδια για ένα και μόνο CD. Επέλεξα,
λοιπόν, άλλα 8 τραγούδια, τα “κατέβασα” στον σκληρό δίσκο και βρέθηκα με μία
συλλογή 60 αγαπημένων μου Ελληνικών τραγουδιών. Το κριτήριο για την επιλογή
τους ήταν αυστηρά το προσωπικό μου γούστο και τίποτα άλλο.
Αυτά τα 60
τραγούδια τα μετέφερα σε 3, “κανονικά”, CD. Το πράγμα, όμως, είχε δυσκολέψει.
Άλλο να μοιράζεις τρία και άλλο να μοιράζεις ένα CD. Η λύση του να καταφύγω,
πλέον, στη λύση του format mp3 έμοιαζε αναπόφευκτη. Το έκανα! Μετέτρεψα τα 60
τραγούδια μου σε format mp3 και μάλιστα στην καλύτερη δυνατή ποιότητα, αυτή των
320 kbps.
Δημιουργήθηκε έτσι
ένα CD μεγέθους 472,2 MB. Το ερώτημα που ανακύπτει, με αφορμή και την
παρασπονδία της “ψυχής”, είναι το σε ποιες ή ποιους το δίνω. Ομολογώ ότι την
ιδέα της μαζικής παραγωγής και διανομής την εγκατέλειψα. Δεν αξίζει, τελικά,
τον κόπο. Με εκνευρίζουν αφάνταστα οι χλιαρές ή και ανύπαρκτες αντιδράσεις σε
προσφορές παρόμοιου είδους. Προσφορές που στηρίζονται σε προσωπική εργασία,
φροντίδα, και, γιατί όχι, έμπνευση.
Το αποφάσισα,
λοιπόν. Το εν λόγω CD θα δοθεί σε επιλεγμένα άτομα. Σε άτομα που υπάρχει
πιθανότητα να αντιληφθούν τι κρύβεται πίσω από τέτοιες προσπάθειες. Όχι, το CD
δεν είναι τεχνικά άρτιο. Προσπάθησα, με τη βοήθεια της σχετικής επιλογής του
windows media player – με το οποίο έκανα και την μετατροπή σε mp3 - να φέρω την
ένταση των, έτσι κι αλλιώς ετερόκλητων, τραγουδιών στα ίδια επίπεδα. Δεν είμαι
καθόλου σίγουρος για το αποτέλεσμα. Από την άλλη υπάρχουν σημαντικά διαστήματα
σιωπής ανάμεσα στα τραγούδια. Είναι κάτι που θα μπορούσα να θεραπεύσω αν
αποφάσιζα να διαθέσω ικανό χρόνο. Προτίμησα να αφήσω τη σιωπή να κάνει τη
δουλειά της. Να επιτείνει, γιατί όχι, το ενδιαφέρον για το ποιο είναι,
επιτέλους, το επόμενο τραγούδι.
Ακριβώς για να
παραμείνει αμείωτο, κατά το δυνατόν, το ενδιαφέρον των ακροατών προτίμησα να
μην γνωστοποιήσω τίτλους τραγουδιών και ονόματα ερμηνευτών. Αντ’ αυτών υπάρχει
το, κομψό, ελπίζω: Τραγούδι 01, Τραγούδι 02 . . . κ.λ.π. Για τον τίτλο της
συλλογής προσανατολίζομαι στο:
Μένει να φτιάξω
την κατάλληλη ετικέτα, να αντιγράψω το αρχικό CD, με τα τραγούδια σε format mp3
στα 320 Kbps, x φορές και να το δώσω, με πλατύ χαμόγελο, στα άτομα που θα
επιλέξω.
Τη σκέψη την έκανα καιρό πριν και στο metro μέσα. Δυο ανδρικά πρόσωπα
στάθηκαν η αφορμή. Τα είδα και συλλογίστηκα: “Και τι θα γινόταν αν όλοι είχαμε
το ίδιο πρόσωπο;”. Το μυαλό πήρε το δρόμο του. Μέχρι να αποβιβαστώ σκεφτόμουνα
το ζήτημα αυτό. Προχώρησα. “Κι αν εκτός από το ίδιο πρόσωπο είχαμε και το ίδιο
σώμα;”. Άρχισε το πράγμα και γινόταν εξαιρετικά περίπλοκο, κατά μία έννοια, και
ενδιαφέρον. Μπορείτε να φανταστείτε μια κοινωνία ανθρώπων “βιομηχανικής
κατασκευής”; Άνθρωποι του ίδιου φύλλου και της ίδιας ηλικίας να μοιράζονται το ίδιο
σώμα ακόμα και στην παραμικρότερη λεπτομέρεια του. Ίδια χρώμα και ποσότητα
μαλλιών, ίδια ίριδα, ίδια δακτυλικά αποτυπώματα, ίδιο ύψος, ίδιο βάρος! Αντέχεται;
Πως θα ξεχωρίζαμε τον ένα από τον άλλο; Με τι κριτήρια θα ερωτευόμασταν; Ακόμα
και την ίδια φωνή, τη φωνή που για εμένα μετρά πολύ, σκέφτηκα να έχουν τα ανθρώπινα
όντα. Πώς θα ξεχωρίζαμε, λοιπόν; Σε τι μέσα θα καταφεύγαμε για να ξεφύγουμε από
την αγέλη; Πόσο θα μετρούσε, με άπαντα τα άλλα πανομοιότυπα, ο χαρακτήρας και η
προσωπικότητα; Και πώς μέσα στην τόση ομοιομορφία θα μπορούσαμε να βρούμε τα
μονοπάτια της διαφοροποίησης; Πώς θα γινόταν
η περίφημη “ταυτοποίηση” για τις διάφορες δραστηριότητές μας (από τις εξετάσεις
μέχρι το έγκλημα); Πόσο μονότονη θα ήταν η ζωή μας; Τι είδους χτενίσματα, βαψίματα,
ενδύματα, και ότι άλλο, θα είχαν επινοηθεί για να δώσουν στους ανθρώπους μια “εξωτερική”
μοναδικότητα. Θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από την ομοιομορφία της ύπαρξης μας και
να δημιουργήσουμε; Πόση χαρά θα κουβαλούσε ο έρωτας μας όταν το αντικείμενο του
πόθου μας κυκλοφορούσε σε χιλιάδες αντίγραφα γύρω μας; Τι νόημα θα είχε το να είσαι
πιστός; Με τι τρόπο και τι ένταση θα αγαπούσαμε τις ρέπλικες παιδιά μας; Έννοιες
όπως: χοντρός – λεπτός, κοντός – ψηλός και κυρίως όμορφος – άσχημος θα είχαν νόημα;
Από την άλλη σκεφτείτε τις τεράστιες οικονομίες κλίμακας, τις τεράστιες ευκολίες
που κουβαλά η ομοιομορφία. Το μόνο θετικό, ίσως, μέσα στη μαυρίλα. Προχώρησα
και άλλο. Κι αν το ίδιο συνέβαινε και στα ζώα και τα φυτά; Μπορείτε να φανταστείτε
έναν κόσμο με ένα μόνο, κατά ζεύγος, αντιπρόσωπο για κάθε ζώο και φυτό; Ο σκύλος
σας σκύλος του καθενός. Η τριανταφυλλιά σας σε όλους τους κήπους επί γης. Και πάλι:
Αντέχεται; Προφανώς, θα έλεγα, όχι! Ο απόλυτος εφιάλτης! Είναι ευτύχημα, λοιπόν,
που έχουμε στη διάθεσή μας την ποικιλομορφία και τη διαφοροποίηση. Που είμαστε
μαύροι – άσπροι, κοντοί – ψηλοί, ευτραφείς – ισχνοί, βαρύτονοι – υψίφωνοι,
φαλακροί – μαλλιάδες. Που έχουμε λυκόσκυλα, κανίς, ντόπερμαν, μεγάλους Δανούς
και όλα τα καλά σκυλάκια που μπορείτε να απαριθμήσετε. Είναι καλό που η γυναίκα
μας δεν είναι αντίγραφο της πρώτης τυχούσας (σιγά να μην έγραφα “τυχόν”, όπως οι
“μορφωμένοι”) γειτόνισσας κι εμείς του πρωθυπουργού (Θεός να μας φυλάει)! Ευτυχώς!
Όλα αυτά τα έχουμε αποφύγει!
Να είσαστε όλες και όλοι Καλά και
να μην ξεχνάτε να αντέχετε τους, παγκοσμίως, κολοκύθες, ανίκανους και
εξευτελισμένους πολιτικούς που μας έτυχαν, και ας τους εκλέξαμε, στη ζήση μας.
Καλή Εβδομάδα!
Ένα κλικ μακριά, για όσους διαθέτουν
χρόνο, μέσα και διάθεση, το αγαπημένο “In A Gadda Da Vida” των (και με τους) Iron
Butterfly συντομευμένο, υποθέτω για λόγους οικονομίας του μέσου, στα 08:54 από
τα 17:05 λεπτά του ομώνυμου άλμπουμ.
Εγώ τον Ιππώνακτα, τον
Εφέσιο, δεν τον γνώριζα. Σήμερα όμως ξεφυλλίζοντας ένα από τα βιβλία που παρέλαβα
για τη Βα. (Β’ Έτος Φιλολογίας) έπεσα επάνω του! Το βιβλίο “Ελεγεία Και Ίαμβος”
του Ιω. Θεοφ. Α. Παπαδημητρίου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και η σελίδα
η 155, μιας και έπεται της 154! Εκεί εδιάβασα το του Ιππώνακτος:
τις ομφαλητόμος σε τον διοπλήγα
έψησε
καπέλουσεν ασκαρίζοντα;
Και μπήκα στον πειρασμό. Τι θέλει
να πει ο ποιητής; Και μου ήρθε να το μεταφράσω (ο αμήχανος μηχανικός εγώ). Η
μόνη πληροφορία που δίνει ο καλός καθηγητής είναι ότι:
Ασκαρίζειν σημαίνει το κινείσθαι.
Σκαίρω, σκαρίζω, και ασκαρίζω.
Ως άνθρωπος της εποχής όμως
σκέφτηκα πρωτού προβώ εις το απονενοημένο να ρίξω μια ματιά και στο διαδίκτυο
μήπως και βγω από τον κόπο. Λοιπόν, έριξα! Δεν βρήκα τη μετάφραση του δίστιχου
που είχα την (κρυφή) ελπίδα να βρω. Άρχισα να ψάχνω τις λέξεις:
“ομφαλητόμος” . . . καί
ομφαλητόμος η μαιεύτρια, βρήκα
“διοπλήγα” . . . ουδέν
“καπέλουσεν” . . . ένα αρχείο PDF
με τίτλο “ΣΥΜΜΙΚΤΑ” το οποίο δεν επιτρέπει αναζήτηση λέξεων και το οποίο εντούτοις
. . . λύνει, εν πολλοίς, το πρόβλημα (μου) της μετάφρασης.
Με λίγο
ψάξιμο, λοιπόν, στο σώμα του κειμένου βρίσκουμε την ενότητα “Καταλεπτολογήματα”
το δεύτερο τμήμα, ας το πω έτσι, της οποίας έχει τίτλο:
2. Ιπώνναξ, απ. 33 Degani5
Με “xαρτοκοπτική” (ας είναι καλά
η εφαρμογή Gadwin PrintScreen) έχουμε την “εικόνα” που ακολουθεί:
Το κείμενο των “Καταλεπτολογημάτων”
υπογράφει ο κ. Μ. Ζ. Κοπιδάκης του Πενεπιστημίου της Θεσσαλονίκης.
Μετά από όλα αυτά προκύπτει, θαρρώ,
ένα συμπέρασμα για το δίστιχο του “βαρύγλωσσου ιαμβογράφου”. Σε εντελώς ελεύθερη
μετάφραση θα απέδιδα το:
τις ομφαλητόμος σε τον διοπλήγα
έψησε
καπέλουσεν ασκαρίζοντα;
Ως εξής:
Ποιος σε αφαλόκοψε εσένα τον κεραυνοβολημένο
βοηθώντας και καθαρίζοντάς σε
ενώ σπαρταρούσες;
Μια ακριβέστερη μετάφραση υποθέτω ότι
θα μπορούσε να βρεθεί σε ένα από τα δύο βιβλία, κατά το διαδίκτυο, που έχουν να
κάνουν με τον Ιππώνακτα. Πληροφορίες εδώ.
Τελείωσα την Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011, την ανάγνωση και του δεύτερου μυθιστορήματος, μετά την “Τζέιν Έιρ”, της Σαρλότ Μπροντέ. Μιλώ για το ομώνυμο του τίτλου της εγγραφής βιβλίο ένα αντίτυπο του οποίου είχα στην κατοχή μου από την Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009. Πρόκειται για ένα βιβλίο 718 σελίδων των εκδόσεων “ΣΜΙΛΗ” (ISBN 960-7793-48-X, Αθήνα 2004) σε μετάφραση της κυρίας Μαρίας Λαϊνά.
Την ανάγνωση την ξεκίνησα τη Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011, και πραγματικά την ευχαριστήθηκα. Αισθάνομαι, μάλιστα, τυχερός που ακόμα μπορώ και αντλώ ευχαρίστηση από τέτοιες δραστηριότητες. Στα δύο βιβλία . . . του βιβλίου περιγράφεται η ζωή της Αγγλίδας γκουβερνάντας, αρχικώς, Λούση Σνόουι και κυρίως τα της διαμονής της στη Βιλέτ, ή Βρυξέλες (!), πρωτεύουσα της Λαμπασκούρ, ή Βέλγιο (! δεύτερο). Εξιστορείται κυρίως η συναισθηματική ζωή της Λούσης, η οποία από γκουβερνάντα προβιβάζεται σε δασκάλα, και η οποία αλλιώς ξεκινά (από τον υψηλό και αρρενωπό γιατρό Τζον Γκράχαμ Μπρίτον) και αλλιώς καταλήγει (στον “ανθρωπάκο” καθηγητή Πολ Εμανιουέλ).
Η κλιμάκωση των αισθημάτων της πρωταγωνίστριας για τον καθηγητή περιγράφεται με γλαφυρό, διεισδυτικό τρόπο και κρατά τεταμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Στο βιβλίο περιέχονται πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία της συγγραφέως η οποία και στη Βιλέτ σπούδασε γαλλικά και τις περιπέτειες της είχε με τον διευθυντή της σχολής κ. Εζέρ (όπως γράφουν οι βιογράφοι της). Υπήρχαν σημεία που θυμήθηκα, διαβάζοντάς το, την αγαπημένη μου Τζέιν Ώστεν αν και αυτό είχε να κάνει περισσότερο με την εποχή και τις συνθήκες που περιγραφόντουσαν παρά με το ύφος της Μπροντέ. Ένα ύφος αδρό, θα έλεγα, σε σχέση με το εκλεπτυσμένο, κατά την άποψη μου, της Ώστεν. Σε κάθε περίπτωση, και αν είσαστε από αυτούς που διαβάζουν λογοτεχνία, αξίζει τον κόπο να διαθέσετε χρόνο για να διαβάσετε τη “Βιλέτ”.
Παραθέτω κάποιες από τις προτάσεις που, με το Faber μηχανικό μολύβι μου, σημείωσα:
Σελ. 53: Το συμπέρασμα που βγαίνει καλοπροαίρετα δεν μπορεί να είναι βλαβερό. . .
Σελ. 114: Επιπλέον, φαινόταν πως είχα δύο ζωές: τη ζωή της σκέψης και τη ζωή της πραγματικότητας. . .
Σελ. 147: . . . και πιστεύω πως δοκιμάζουμε κάποια ευχαρίστηση όταν οι άνθρωποι που δεν είναι ικανοί να καταλάβουν την αληθινή μας φύση μας αγνοούν τελείως.
Σελ. 259: . . . οι κινήσεις της ήταν νεανικές: θα πρέπει να είχε περάσει τα πενήντα, αλλά ούτε οι σωματικές ούτε οι πνευματικές της δυνάμεις φαίνονταν να έχουν επηρεαστεί από τη σκουριά του χρόνου. [Ωχ! . . .Μιλάμε για τα μέσα του 19ου αιώνα].
Σελ. 266: . . . στην επιφάνεια άλλωστε πέφτει το βλέμμα του κόσμου. Όσο για το τι κρύβεται από κάτω, αυτό αφήστε να το κρίνει ο Θεός.
Σελ. 281: Δεν ήταν συνηθισμένος άντρας, δεν είχε πλαστεί από χυδαία υλικά.
Σελ. 338: Η Λογική είναι εκδικητική σαν το διάβολο.
Σελ. 378: . . . σε καθένα απ’ τα μάτια της είχε φωλιάσει ένας δαίμονας.
Σελ. 396: Βαθιά μέσα μου ένας παλμός ευγνωμοσύνης έστελνε νέο αίμα στην καρδιά μου.
Σελ. 415: Οι Σκοτσέζοι είναι παροιμιωδώς υπερήφανοι.
Σελ. 420: Υπάρχουν εξάλλου ορισμένες υπάρξεις που η μία επιδρά πάνω στην άλλη έτσι, ώστε όσο πιο πολλά λένε τόσο περισσότερα βρίσκουν να πουν.
Σελ. 573: Υπήρχε κάτι ψεύτικο στην «Αγία Εκκλησία», και γύρω γύρω ένας καλλωπισμός που ελάχιστα με γοήτευε.
Σελ. 594: Η ζωή είναι φτιαγμένη έτσι που το γεγονός να μη συμβαδίζει – ούτε μπορεί, ούτε πρόκειται ποτέ να συμβαδίσει – με την προσδοκία μας.
Σελ. 640: - μα, τι είναι η αγάπη των πολλών;
Σελ. 672: Όταν βλέπεις και ξέρεις πια το χειρότερο, τότε στερείς από το Φόβο το κύριο πλεονέκτημά του.
Μένει ακόμα ένα βιβλίο της Σαρλότ Μπροντέ, ή μήπως δύο με τη “Σίρλεϊ” – αν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά;, για να ολοκληρώσω τον κύκλο, το βιβλίο: “Ο Καθηγητής”. Θα το αναζητήσω, προφανώς!
Να είσαστε Καλά!
Ένα κλικ μακριά: Rondo Veneziano και “Odissea Veneziana”.