Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

1205. Του Ρουφίνου Ένα Στενάχωρο


Αὕτη πρόσθεν ἔην ἐρατόχροος, εἰαρόμασθος,
εὔσφυρος, εὐμήκης, εὔοφρυς, εὐπλόκαμος.
ἠλλάχθη δὲ χρόνῳ καὶ γήραϊ καὶ πολιαῖσι,
καὶ νῦν τῶν προτέρων οὐδ΄ ὄναρ οὐδὲν ἔχει·
ἀλλοτρίας δὲ τρίχας καὶ ῥυσῶδες πρόσωπον,
οἷον γηράσας οὐδὲ πίθηκος ἔχει.

Αυτή παλιά είχε θελκτικό πρόσωπο, όμορφα στήθη, σφυρά, ανάστημα, φρύδια, κόμη.
Άλλαξε με το χρόνο και το γήρας και των μαλλιών το άσπρισμα, και τώρα απ’ τα πιο πάνω, μήτε μια σκιά δεν έχει·
ξένα μαλλιά και πρόσωπο ρυτιδιασμένο, το οποίο ούτε πίθηκος στα γηρατειά του δεν έχει.

Από το περίφημο της «Παλατινής Ανθολογίας» πέμπτο βιβλίο, βεβαίως!

Ένα κλικ μακριά Manu Dibango και “Wouri” (1967):


20/1/2019

2 σχόλια:

  1. Εντάξει, δεν είναι και στενάχωρο!
    Μπορεί ο άνθρωπος μεγαλώνοντας να γίνεται τα μαύρα του τα χάλια, αλλά για σκέψου κι αυτούς που δεν προλαβαίνουν να γεράσουν!
    Καλημέρα! 🎈

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μου αρέσει ο θετικός τρόπος σκέψης σου! Το επίγραμμα, πάντως, είναι αφιερωμένο σε μία πόρνη. Για τούτο και το πλακάκι, από την Πλατεία Μοναστηρακίου, της φωτογραφίας.

    Καλό σου βράδυ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή