Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

1206. Μία, κατά τον Αλοΐσιο, «Ασύμμετρη Αντίδραση»


Πέρασε καιρός από τότε που,  για πεντηκοστή τρίτη φορά, κατέφυγα στα χειρόγραφα του Αλοΐσιου για να καλύψω την απουσία έμπνευσης. Ήταν Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου του 2017, με την εγγραφή: «1137. Αλοΐσιους Φλοπ: Περί Μηνυμάτων Και Ελπίδων». Επειδή, ακόμα μια φορά, η έμπνευση και εγώ βρισκόμαστε σε διάσταση σκέφτηκα να, και πάλι, εκμεταλλευτώ την κληρονομιά του Αλοΐσιου. Άνοιξα, λοιπόν, το κιβώτιο με τα χειρόγραφά του. Ως συνήθως, στάθηκα τυχερός. Ανέσυρα με την πρώτη ένα χειρόγραφο δύο σελίδων με, υπογραμμισμένο, τίτλο «Ασύμμετρη Αντίδραση». Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το πόσο ασυνήθιστα στρωτά ήταν τα γράμματα του Αλοΐσιου. Μοιάζει, λοιπόν, να έγραψε τα όσα έγραψε όντας σίγουρος και κατασταλαγμένος. Κρίνετε:

Ασύμμετρη Αντίδραση

Ήμασταν φίλοι. Συναντιόμασταν τρεις, τέσσερεις φορές το χρόνο. Πίναμε κρασί. Ανταλλάσσαμε βιβλία. Συζητούσαμε. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Δεν ήθελα τίποτα περισσότερο. Μου αρκούσε και με ευχαριστούσε. Ήταν η μόνη μου φίλη.

Πέρασαν ήδη τρία χρόνια από εκείνη την, μοιραία, συνάντηση. Μια συνάντηση, την μέρα των γενεθλίων μου, που μου έδωσε περισσή χαρά και με έκανε έναν ευχαριστημένο άνθρωπο. Ακολούθησαν μήνες σιωπής. Προβληματίστηκα. Απόρησα. Πρόσμενα.

Τίποτα. Έκανα την κίνηση. Τηλεφώνησα. Αντιμετώπισα αγένεια και σκαιότητα. Ομολογώ. Στη συνάντησή μας της είχα γνωστοποιήσει μια του παρελθόντος ενέργειά μου. Της είχα παραδώσει τα πειστήρια.  Είχαν περάσει τριάντα τρία, και περισσότερα, έτη από τότε. Ήμουν ο μόνος που γνώριζε και είχε τα πειστήρια της ενέργειας αυτής. Μιας ενέργειας στα όρια της νομιμότητας. Η μόνη μου δικαιολογία ότι, τότε, ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Την αφορούσε. Θέλησα, τόσα έτη μετά, να το μοιραστώ μαζί της.

Το πήρε στραβά. Οργίστηκε. Μου έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθησε ένα μήνυμά της με το οποίο μου δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να μου μιλήσει μέχρι να κατακαθίσουν τα αρνητικά της συναισθήματα και οι απωθητικές σκέψεις. Δεν ήθελε, είπε, την εύκολη παρεξήγηση και την συνακόλουθη απόρριψη.

Στα σαράντα και πλέον έτη της γνωριμίας μας πρώτη φορά έβλεπα το οργισμένο αυτό πρόσωπό της. Αιφνιδιάστηκα. Είχα να πω. Να αντιτάξω. Να επικαλεστώ. Σεβάστηκα την, αυτοκρατορικά διατυπωμένη, επιθυμία της. Βρέθηκα στην αίθουσα αναμονής.

Είχα τον χρόνο να οργιστώ, με τη σειρά μου, για την αντίδρασή της. Μια αντίδραση που θεώρησα μικρόψυχη, μίζερη και δυσανάλογη προς την, τότε, ενέργειά μου και κυρίως προς το χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει ανάμεσα σε αυτή και τη γνωστοποίησή της. Μια αντίδραση ενάντια στην εικόνα τής ευαίσθητης, καλλιεργημένης και φιλοσοφημένης προσωπικότητας που έδειχνε, και πίστευα, πως είναι.

Όταν το τηλέφωνό μου χτύπησε, ένα μήνα και μία μέρα, μετά το μήνυμά της, η τελευταία που περίμενα να ακούσω ήταν αυτή. Ήταν ήρεμη. Χαλαρή. Με είχε συγχωρήσει ή έτσι νόμιζε. Αρχίσαμε να συζητάμε για το πότε και που θα συναντηθούμε.

Στην πορεία της συζήτησης αναφέρθηκα στα όσα προηγήθηκαν με τον όρο «ασύμμετρη αντίδραση». Αυτό ήταν. Εξερράγη. Με ρώτησε, με έντονο ύφος, αν ζητάω και τα ρέστα. Δεν ήταν στις προθέσεις μου να ζητήσω τίποτα. Προσπάθησα να απαντήσω. Ήταν έξαλλη. Με κυρίευσε οργή. Όταν, με την τρίτη ή τέταρτη προσπάθεια, κατόρθωσα να μιλήσω αυτό που είπα ήταν «τελειώσαμε». Για δεύτερη φορά μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Πέρασαν ήδη τρία χρόνια από εκείνη την, μοιραία, συνάντηση. Μια συνάντηση, την μέρα των γενεθλίων μου, που μου έδωσε περισσή χαρά και με έκανε έναν ευχαριστημένο άνθρωπο. Από τότε την συνάντησα μια φορά, τυχαία, στο δρόμο. Ανταλλάξαμε, λόγω των ημερών, ευχές. Ζήτησε να με φιλήσει.

Είχα μια φίλη. Συναντιόμασταν τρεις, τέσσερεις φορές το χρόνο. Πίναμε κρασί. Ανταλλάσσαμε βιβλία. Συζητούσαμε. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο. Δεν ήθελα τίποτα περισσότερο. Μου αρκούσε και με ευχαριστούσε. Ήταν η μόνη μου φίλη.

Της έδωσα τα πειστήρια μιας, προ τριάντα τριών ετών, ενέργειας μου που την αφορούσε και τα οποία ουδείς άλλος είχε ποτέ αντικρίσει. Θύμωσε. Οργίστηκε. Αντέδρασε. Μέχρι ένα σημείο την κατανοώ. Όχι ως το τέλος. Αντέδρασα στην αντίδρασή της. Το «τελειώσαμε» εγώ το ξεστόμισα. Το υποστήριξα. Το υποστηρίζω.

Μονοκοντυλιά οι δύο, προφανώς εγωιστές,  εμείς διαγράψαμε μια σχέση σαράντα και πλέον ετών. Μου κόστισε και μου κοστίζει. Ήταν η μόνη μου φίλη. Δεν ήμουν ο μόνος της φίλος.

Ναι. Λυπάμαι.

Ένα κλικ μακριά The Doors και "Love Her Mandly":



26/01/2019

2 σχόλια:

  1. Είναι από τις περιπτώσεις που, όπως έλεγε μια παλιά διαφήμιση τσίχλας, καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς!
    Ευτυχώς που πάντα υπάρχουν οι Doors!
    Καλημέρα Αείποτε!🌺

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αποδεδειγμένα! Αλλά και πάλι, αν λίγο με γνωρίζω, θα το ξεστόμιζα και, αν με άφηνε, θα το υποστήριζα. Το τραγούδι με παίδεψε πολύ μέχρι να το βρω. Είναι από τα αγαπημένα μου και είχα την εντύπωση ότι το είχα ήδη χρησιμοποιήσει. Ευτυχώς, ήταν διαθέσιμο. Να είσαι, να αισθάνεσαι και να περνάς Καλά, ΑτΒ! :)

      Διαγραφή