Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

1141. Όμως / «Ολίγον Τε Φίλον Τε» [2]


Η μνήμη ακολουθεί τα δικά της μονοπάτια. Οι συνειρμοί ομοίως. Πριν λίγες μέρες, ανταλλάσσοντας μηνύματα, αναδύθηκε στο μυαλό μου το «Όμως» ποίημα μου. Ένιωσα ότι ταίριαζε και περιέγραφε τα όσα σκεφτόμουνα, έγραφα και βίωνα. Την αντίδραση του απέναντι όταν εσύ, πλησίστιος, τον προσεγγίζεις. Κανένας δεν μεγαλώνει δίχως συνέπειες. Το Déjà Vu υπάρχει· ξύνει παλιές πληγές και ανοίγει καινούργιες.

Το «Όμως» το έγραψα πριν από 41+ χρόνια, στα 21+ δικά μου, και ήταν εμπνευσμένο από την, τον καιρό εκείνο, σχέση μου με την Κ. Είχα ακέραιη την αίσθηση ότι το είχα ήδη ανεβάσει στο παρόν με ετικέτα, βεβαίως, «ΤΑ ΕΜΑ». Το έψαξα. Δεν ήταν έτσι. Μου έκανε εντύπωση.



Επειδή κάλιο αργά παρά αργότερα, και για να μην χάσει η Βενετιά βελόνι, σκανάρισα το «Όμως», από το μικρού σχήματος τετράδιο «Ολίγον τε φίλον τε», και θα το παραθέσω. Αυτό που μου άρεσε, στο συγκεκριμένο ποίημα, ήταν η μοναχική τελεία, στον τρίτο στίχο από το τέλος, που μοιάζει να συγκρατεί όλους τους προηγούμενους εμποδίζοντας την κατάρρευσή τους. Μια τελεία που επιτρέπει μια στάση και μια ανάσα πριν από το αναπόφευκτο που δηλώνεται τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του ποιήματος.


Μερικά πραγματάκια, τώρα, για όσους έχουν την απορία του από πού προέρχεται το «Ολίγον τε φίλον τε», και δεν έκαναν τον κόπο να ανατρέξουν στην ομώνυμη εγγραφή (0474/23.05.2008) στην οποία, πιο πάνω, παραπέμπω. Η φράση προέρχεται από τα χείλη του Αχιλλέα, κατά το διάλογό του με τον Αγαμέμνονα για το ζήτημα της Βρισηίδας το οποίο «. . .μυρί᾿ χαιος λγε᾿ θηκε, πολλς δ᾿ φθμους ψυχς ϊδι προαψεν ρων. . .». (. . .πίκρες που 'δωκε στους Αχαιούς περίσσιες και πλήθος αντρειωµένες έστειλε ψυχές στον Άδη κάτω παλικαριών. . .) Συγκεκριμένα βρίσκεται στο στίχο 167 της Α' Ραψωδίας. Στη συνέχεια παραθέτω τους στίχους 148-171 της εν λόγω Ραψωδίας τόσο στο αρχαίο κείμενο όσο και σε μετάφραση των Ν. Καζαντζάκη, Ι.Θ. Κακριδή, με υπογραμμισμένη τη φράση για την οποία μιλώ.

Το αρχαίο κείμενο:

Tν δ᾿ ρ᾿ πδρα δν προσφη πδας κς χιλλες·

« μοι, ναιδεην πιειμνε, κερδαλεφρον,
150 πς τς τοι πρφρων πεσιν πεθηται χαιν                                 
      δν λθμεναι νδρσιν φι μχεσθαι;
      ο γρ γ Τρων νεκ᾿ λυθον αχμητων
      δερο μαχησμενος, πε ο τ μοι ατιο εσιν·
      ο γρ πποτ᾿ μς βος λασαν οδ μν ππους,
155 οδ ποτ᾿ ν Φθίῃ ριϐώλακι βωτιανερ                      
      καρπν δηλσαντ᾿, πε μλα πολλ μεταξ
      ορε τε σκιεντα θλασσ τε χεσσα·
      λλ σοί, μγ᾿ ναιδς, μ᾿ σπμεθ᾿ φρα σ χαρς,
      τιμν ρνμενοι Μενελάῳ σο τε, κυνπα,
160  πρς Τρων· τν ο τι μετατρπ οδ᾿ λεγζεις·                              
      κα δ μοι γρας ατς φαιρσεσθαι πειλες,
      πι πολλ μγησα, δσαν δ μοι υες χαιν.
      ο μν σο ποτε σον χω γρας ππτ᾿ χαιο
      Τρων κπρσωσ᾿ ε ναιμενον πτολεθρον·
165 λλ τ μν πλεον πολυϊκος πολμοιο                                            
      χερες μα διπουσ᾿· τρ ν ποτε δασμς κηται,
      σο τ γρας πολ μεζον, γ δ᾿ λγον τε φλον τε
      ρχομ᾿ χων π νας, πε κε κμω πολεμζων.
      νν δ᾿ εμι Φθηνδ᾿, πε πολ φρτερν στιν
170  οκαδ᾿ μεν σν νηυσ κορωνσιν, οδ σ᾿ ὀΐω                                  
      νθδ᾿ τιμος ἐὼν φενος κα πλοτον φξειν.»

Η μετάφρασή του:

Κι είπε ο Αχιλλέας ο γοργοπόδαρος ταυροκοιτάζοντάς τον:

«Ωχού µου, από κορφής ξαδιάντροπε και συφεροντονούση!
150 Αργίτης πως κανείς στο λόγο σου µε προθυµία ν’ ακούσει 
και να κινήσει, για στον πόλεµο να βγει παλικαρίσια;
∆εν τα ‘χω εγώ µε τους αντρόψυχους τους Τρώες αλήθεια, που ‘ρθα
να πολεµήσω εδώ’ σε τίποτα δε µου ‘φταιξαν εµένα’
δε µου άρπαξαν ποτέ τα βόδια µου κι ουδέ τ’ αλόγατά µου,
κι ουδέ στη Φθία την παχιοχώµατη, την ανθρωποθροφούσα,
ποτέ τους τα σπαρτά µου ερήµαξαν, τι πλήθια ανάµεσα µας
βουνά βρίσκονται µακρογίσκιωτα και θάλασσα όλο λάλο.
Μον ‘σένα, αδιάντροπε, άκλουθήξαµε, να χαίρεται η καρδιά σου,
που του Μενέλαου διαφεντεύουµε και τη δικιά σου, σκύλε,
160 τιµή. Μα εσύ γι’αυτά δε γνοιάζεσαι, δεν τα ψηφάς, κι ατός σου
πίσω να πάρεις το µοιράδι µου µε φοβερίζεις τώρα,
που οι Αργίτες µου ‘δωκαν και µόχτησα βαριά να το κερδέψω.
Ποτέ δεν είν’ τοό αρχοντοµοίρι µου σαν το δικό σου, σύντας
κάποιο πολύψυχο πατήσουµε των Τρωών οι Αργίτες κάστρο’
µα η πιο βαριά του πολυτάραχου πολέµου µπόρα πέφτει
στα χέρια ετούτα, κι όταν υστέρα στη µοιρασιά βρεθούµε,
πάντα δικό σου το τρανότερο, κι εγώ στα πλοία διαγέρνω
µικρό κρατώντας, µα καλόδεχτο, σα ρέψω πια απ’ τη µάχη.
Τώρα στη Φθία θα πάω’ καλύτερα χίλιες φορές αλήθεια 
170 να γύρω σπίτι µου µε τ’ άρµενα, κι ουδέ στο νου µου το ‘χω
αψήφιστος να µένω εδώ, αγαθά και βιος να σου σωριάζω.»

Ένα κλικ μακριά ο Γιάννης Σαββιδάκης στο τραγούδι, των Γιάννη Καλπούζου (στίχοι) και Θοδωρή Λαχανά (μουσική), «Δέκα Μάγισσες»:


17/12/2017