Ακόμα μια εγγραφή που χρωστώ στον Αλοΐσιους. Σε έναν Αλοΐσιους ανέμπνευστο, κατά δήλωσή του. Το ζήτημα είναι ότι, αυτές τις μέρες, ακριβώς το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ. Ανέμπνευστος εντελώς. Ξαφνιάστηκα, λοιπόν, όταν στα χαρτιά του Αλοΐσιου βρήκα τα όσα θα διαβάσετε πιο κάτω. Αισθάνθηκα ότι, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσα να τα είχα γράψει εγώ τα συγκεκριμένα. Ίσως δεν ήταν και τόσο τυχαίο το ότι βρέθηκαν στην κατοχή μου τα χαρτιά του. Υπάρχει μια μεταξύ μας πνευματική συγγένεια που σε κάποιες περιπτώσεις αγγίζει τα όρια της ταύτισης. Έχω παρατηρήσει, μάλιστα, ότι όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο, μοιάζουμε. Κάποια στιγμή θα πρέπει να βρω το χρόνο και να ασχοληθώ σοβαρότατα με την περίπτωσή του. . .
Είναι μέρες τώρα που θέλω να γράψω. Πράγματα συγκεκριμένα που με καίνε. Που οδηγούνε τη ζωή μου. Επιθυμώ να τα σώσω· να τα διαιωνίσω. Θέλω να γράψω για το πρόσωπό της· για τα όσα η παρουσία της γεννά. Για το τι αντιπροσωπεύει η ύπαρξή της για τη δική μου. Με εμπνέει. Πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Σφοδρώς επιθυμώ, λοιπόν, να πω, να γράψω, να αφήσω σημάδια βαθιά. Προσπαθώ. Λευκά χαρτιά. Ήσυχα απογεύματα. Καλοξυσμένα μολύβια. Οι πρώτες λέξεις διστακτικά στο χαρτί. Προσμένω να τροχοδρομήσουν, να απογειωθούν, να με πάρουν μαζί τους. Τίποτα. Οι πρώτες λέξεις και κατόπιν τίποτα. Έχω την πηγή της έμπνευσης αλλά δεν έχω την έμπνευση. Προσμένω. Το άγγιγμα της. Την προσκαλώ, την παρακαλώ, την προκαλώ. Αρνείται να έλθει. Μαζεύω τα χαρτιά μου. Κλείνω τα μολύβια στο συρτάρι. “Αύριο!”, λέω. Το αύριο γίνεται χθες. Πάει. Δε θέλω πια να την προσμένω. Θα γράψω. Θα πω. Όπως μπορώ. Όσα μπορώ. Να σώσω μια ζέουσα πραγματικότητα. Να αφήσω το στίγμα μιας σχέσης που δεν ευδόκησε να ανθήσει. Να περιγράψω το περίεργο συναίσθημα του να βρίσκεσαι μέσα στο πεδίο γοητείας του άλλου. Να αισθάνεσαι, από την ύπαρξή του και μόνο, ένα ρευστό να σε κατακλύζει· να σε ζεσταίνει· να σε συνεπαίρνει. Και πώς να αντιδράσεις σε όλα αυτά; Πώς να μείνεις ψυχρός και ψύχραιμος όταν βλέπεις και καταλαβαίνεις ότι τίποτα αντίστοιχο δε συμβαίνει αντιστρόφως; Πώς να προσποιηθείς ότι εισπράττεις τα ανάλογα όταν τη βλέπεις να μη συγκινείται, να μην αντιδρά; Πόνος. Αυτή είναι η λέξη. Πόνος και από δίπλα, απαντοχή. Τη βλέπεις. Της μιλάς. Παρατηρείς το πρόσωπό της. Γυρεύεις τα σημάδια. Γιατί από την ύπαρξή της και μόνο αντλείς χαρά, ευτυχία και ζωή; Ερώτημα μέγα. Είσαι φιλόφρων απέναντι της. Πόσο την κολακεύουν τα σκούρα ενδύματα. Πόσο της πάει το χτένισμά της. Τέτοια. Μικρούλες φιλοφρονήσεις. Είσαι προσεκτικός. Κρατάς τις αποστάσεις. Φοβάσαι τη λάθος κίνηση. Αυτή που θα την κάνει να κλειστεί στον εαυτό της. Αυτή που θα γκρεμίσει τα όσα έχτισες. Δε θέλεις να απολέσεις την, όποια, μεταξύ σας οικειότητα. Σε ενδιαφέρει το παραμικρό της χαμόγελο, η παραμικρή της ρυτίδα. Γνωρίζεις τι σας χωρίζει. Τι διακυβεύεται σε μια αποτυχημένη προσπάθεια προσέγγισης. Πολύ περισσότερο σε μια επιτυχημένη. Ούτε και παίρνεις όρκο για τον εαυτό σου και τη διάρκεια των όσων αισθάνεσαι. Μεγάλωσες. Πλήρωσες. Έμαθες. Υπάρχει ένα status quo για εκείνη. Ένα status quo για σένα. Δυο χαραγμένες πορείες ζωής που τραβούν το δρόμο τους. Μονάχα που στους Θεούς, κάποιες φορές, αρέσει να ανακατεύουν τα πράγματα. Έτσι βρισκόμαστε εμείς οι θνητοί με ερωτήματα αναπάντητα και τάσεις φυγόκεντρες. Να επιθυμούμε αμέτρως, να ελπίζουμε αμέτρως και να απογοητευόμαστε ομοίως. Είναι η καθημερινότητά σου ζυμωμένη με την ύπαρξή της. Μια καθημερινότητα κατά τα άλλα γκρίζα και μουντή. Ένα φως στην ομίχλη είναι η ύπαρξή της. Ένα σημείο αναφοράς. Ένας, εν αγνοία του, του βίου σου παραστάτης. Και πάμε. Από μέρα σε μέρα. Από στιγμή σε στιγμή. Με απρόσμενες χαρές και απύθμενες λύπες. Γιατί έτσι είναι αυτές οι βουβές και μονόπλευρες σχέσεις. Γιατί έτσι είναι η ζωή [σου]. . .
Ακούγεται το τραγούδι: “Quand Passent Les Gitans” με τον Adamo.
Get this widget | Track details | eSnips Social DNA
24/11/2009






















