Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

1236. Διαβάσματα, Κατά Ολίγιστο



Τον Σεπτέμβριο του 2017, και στο αδελφό e-ημερολόγιο του παρόντος «oligistos», ξεκίνησα μία σειρά αναρτήσεων με τίτλο «Διαβάσματα». Στις αναρτήσεις αυτές ανέβαζα, και ανεβάζω, μικρά αποσπάσματα από τα βιβλία που διάβαζα. Αποσπάσματα τα οποία, κατά την ανάγνωση, είχα επισημάνει και υπογραμμίσει.

Σε όλες αυτές τις αναρτήσεις η λέξη «Διαβάσματα» ακολουθείται από έναν, εντός παρένθεσης, αριθμό ο οποίος υποδηλώνει τον αύξοντα αριθμό της σχετικής ανάρτησης. Έτσι, ξεκίνησα την Πέμπτη,  7 Σεπτεμβρίου 2017, με την ανάρτηση «Διαβάσματα [1]» και έχω ήδη φτάσει στην ανάρτηση «Διαβάσματα [29]» με ημερομηνία Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019.

Από τις αναρτήσεις αυτές, και για να πάρετε μία γεύση, ακολουθούν οι επτά πρώτες. Σημειώνεται ότι η τελευταία από αυτές, τις επτά, αναρτήθηκε το Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018:

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

«Ο Γιούρι Αντρέγιεβιτς ανάρρωνε γρήγορα. Τον περιποιόταν η Λάρα με τις φροντίδες της, με την κατάλευκη ωραιότητά της, με την υγρή αναπνοή του βαθιού ψιθύρου των ερωτημάτων και των απαντήσεών της».

Μπόρις Πάστερνακ «Δόκτωρ Ζιβάγκο», Ποταμός 2006, ISBN 960-8350-48-4, «Απέναντι Από Το Σπίτι Με Τα Αγάλματα», Κεφ. 10, Σελ. 414, Μετάφραση: Μαρία Τσαντσάνογλου


Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

«Είμαι ειδικός στο να μιλάω σωπαίνοντας, έτσι έκανα σ’ όλη μου τη ζωή κι έζησα μόνος μου ολόκληρες τραγωδίες σωπαίνοντας».

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι «Ένα Γλυκό Κορίτσι», Ωκεανίδα 1998, ISBN 960-410-071-8. «Ο πιο ευγενικός απ’ όλους, ο ίδιος όμως δεν το πιστεύω», Σελίδα 32, Μετάφραση: Βασίλης Ντινόπουλος.


Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

“You don’t put your hands on someone’s breasts if you don’t expect to get some pleasure from it, however minimal.”

Javier Marias “Thus Bad Begins”, HAMISH HAMILTON, 2016, ISBN 978-0-241-97280-9, Σελίδα 83. Μετάφραση: Margaret Jull Costa.


Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

“It takes endless work to silence the truth or to tell lies, maintaining them is a titanic task and remembering which are which even more so.”

Javier Marias “Thus Bad Begins”, HAMISH HAMILTON, 1998, ISBN 978-0-241-97280-9, Σελίδα 244. Μετάφραση: Margaret Jull Costa.


Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

ΕΠΟΥΛΩΣΗ

Τι τα θέλεις
κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.
Και ποιος να δει πως σέρνονται
Βουβά, κάτω από το δέρμα
Σαν εσωτερικές αράχνες. . .

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α' 1943 -1959, ΚΙΧΛΗ, 2017, ISBN 978-618-5004-62-0, ΑΝΤΙΔΙΚΙΕΣ 1955, Σελίδα 275


Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΜΙΛΑΤΕ

μην τους μιλάτε

αυτοί μας κλέβουν έρωτα
αυτοί μας κλέβουν τ’ όνειρο
μας κλέβουν καταπράσινες φωνές
κλέβουνε σώμα

αυτοί μας κλέβουν ουρανό
αυτοί κλέβουνε θάλασσα
αυτοί κλέβουν τον ήλιο

πνίχτε τους σ’ ένα πέλαγο σιωπής
μην τους μιλάτε

                          Σαραντής Γιωργής


ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ 1930 -1960, ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ, Φ. ΜΠΑΡΛΑΣ, ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ, ΑΘΗΝΑΙ 1961,  Σελίδα 361


Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

«Μια ανειλικρινής φωνή και ένα ανειλικρινές μυαλό σπαταλούν χρόνο, και κατ’ επέκταση σπαταλούν τις ζωές μας».

Ίθαν Χοκ «ΚΩΔΙΚΑΣ ΓΙΑ ΙΠΠΟΤΕΣ», ΠΑΤΑΚΗΣ 2016, ISBN 978-960-16 6862-8. «VII Ειλικρίνεια», Σελίδα 69. Μετάφραση: Θέμελης Γλυνάτσης.

Περισσότερα, για όσους ενδιαφέρονται, στον «ολίγιστο».

Να είσαστε Καλά,
Καλό Σαββατοκύριακο.

Ένα κλικ μακριά A-ha και Take On Me:



26/07/2019

Σάββατο 20 Ιουλίου 2019

1235. Ενύπνιο Ετών Τριάντα Εννέα


Όταν η έμπνευση στερεύει, το παρελθόν ηγεμονεύει. Ή, κάπως έτσι. Το ομολογώ. Έχω διασώσει κομμάτια του παρελθόντος μου πολλά. Συστηματικά και ενσυνείδητα. Κατέχω, πλέον, ένα θησαυροφυλάκιο μνήμης. Έχω το περιεχόμενο. Έχω το κλειδί. Ξεκλείδωσα. Πισωβημάτησα. Παραθέτω:


Δεν τολμώ να μην καταγράψω ένα τέτοιο όνειρο. Είναι η έντασή του, η ζωντάνια του και η ευχαρίστηση που μου δίνει όταν το αναθυμούμαι. Και να σου υπενθυμίσω τον ποντικό [0357]. Έμοιαζε να είναι πρωί και να έχω αποκτήσει καινούργιες πρώτες εξαδέλφες. Βρισκόμουν, λοιπόν, στο σαλόνι και συζητούσα μαζί τους ευχάριστα, ήσαν τρεις ή τέσσερις ή κάτι τέτοιο. Είναι αδύνατο να δώσω όλο το υπόβαθρο του ονείρου.

Σε κάποια στιγμή κοίταξα έξω και, μέσα από το τζάμι, είδα τη Φ. σκαρφαλωμένη σ’ ένα δέντρο του κήπου να μου χαμογελά. Αμέσως μετά σηκώθηκε και έφυγε. Βγήκα έξω και χύθηκα σαν τρελός να την συναντήσω. Χρησιμοποίησα τον κάτω παράλληλο δρόμο αυτού που ήξερα ότι ακολουθούσε. Βρισκόμασταν στην Τερψιθέα και στην περιοχή ανάμεσα στα δύο σπίτια, μονάχα που τα σπίτια ήσαν ελάχιστα. Είχα μέγιστη αγωνία να την προλάβω, να την συναντήσω. Βρέθηκα μπροστά της στον δρόμο και την πρόσμενα. Την θυμούμαι να δεσπόζει στη μέση του δρόμου βαδίζοντας μ’ ένα φόρεμα κατακόκκινο.

        Δεν θυμούμαι τι μεσολάβησε. Οι επόμενες σκηνές ήταν μπροστά σε μία οθόνη κάπου στο αλσύλλιο πάνω από το σπίτι της. Στην οθόνη προβάλλονταν, ακριβώς, οι προηγούμενες σκηνές, αυτά που είχα ζήσει. Με είχε κυριεύσει μια γλύκα, ήμουν ευτυχής. Και άλλοι άνθρωποι παρακολουθούσαν τις σκηνές που πρόβαλε η οθόνη. Σε κάποια στιγμή η εικόνα χάθηκε. Εντόπισα τη βλάβη που ήταν μηχανική και άσχετη (!) και γεμάτος ανυπομονησία καταπιάστηκα να επαναφέρω την εικόνα.

Αυτά, σε αδρές γραμμές, είναι όσα θυμούμαι. Στο όνειρο κυριαρχούσε η αίσθηση της γλύκας. Από κει και πέρα ότι ξέρεις ξέρω.

Να είσαστε Καλά.

Για το τραγούδι του Al Bano “Tu Che L’Amavi” το οποίο θα ακολουθήσει, σε απόσταση ενός, όπως πάντα, κλικ, βρήκα μία μετάφραση των, ιταλικών, στίχων του στα Αγγλικά (εδώ). Μπήκα, λοιπόν, στον πειρασμό και τόλμησα μια ελεύθερη μετάφραση, των Αγγλικών στίχων, στα Ελληνικά. Το τραγούδι αυτό είναι από τα αγαπημένα μου, με το πρώτο άκουσμα, δεκαετίες πριν (μεγάλοι είμαστε – το κρύβουμε δεν).   Τώρα που γνωρίζω και το περιεχόμενο των στίχων του το αγάπησα ακόμα περισσότερο. Ακούστε, προτείνω, το τραγούδι και ταυτόχρονα διαβάστε τους στίχους:

Tu Che L’Amavi (Gianni Meccia)

Tu che l'amavi non parlar con lei,
Εσύ που την αγαπούσες, μην της μιλάς
non farla piangere per niente.
μην την κάνεις, για το τίποτα, να κλαίει.
Non vedi che vuol bene ancora te
Δεν βλέπεις πως ακόμα σ’ αγαπά
e soffre per la prima volta.
και πληγώνεται για πρώτη φορά.

Perché vuoi dare solo male a chi
Γιατί θέλεις να δίνεις μόνο πόνο 
ti ha dato in cambio tutto il bene.
σ’ αυτήν που σ’ αντάλλαγμα σου έδωσε τα καλύτερα.
Come ti invidio, forse tu non sai
Δεν γνωρίζεις, ίσως, πόσο σε ζηλεύω
Io l'amo, io l'amo, io l'amo.
Την αγαπώ, την αγαπώ, την αγαπώ
Ma lei non mi ama.
Μα αυτή δεν μ’ αγαπά.

Tu che l'amavi non cercarla più.
Εσύ που την αγαπούσες, μην την ψάχνεις πια.
Lei non capisce come fai.
Δεν καταλαβαίνει πώς μπορείς να το κάνεις αυτό.
Le passi accanto come allora ma
Να περπατάς δίπλα της, μα
la guardi e non la baci più.
να την κοιτάζεις και να μην τη φιλάς πια.

Perché vuoi dare solo male a chi
Γιατί θέλεις να δίνεις μόνο πόνο 
ti ha dato in cambio tutto il bene.
σ’ αυτήν που σ’ αντάλλαγμα σου έδωσε τα καλύτερα.
Come ti invidio, forse tu non sai
Δεν γνωρίζεις, ίσως, πόσο σε ζηλεύω
Io l'amo, io l'amo, io l'amo.
Την αγαπώ, την αγαπώ, την αγαπώ
Ma lei non mi ama.
Μα αυτή δεν μ’ αγαπά.

Ma lei non mi ama.
Μα αυτή δεν μ’ αγαπά.
Ma lei non mi ama.
Μα αυτή δεν μ’ αγαπά.

Ένα κλικ μακριά. . . :



20/04/2019

Σάββατο 13 Ιουλίου 2019

1234. Αλέκος Σακελλάριος


Το βιβλίο το πρωτοείδα στο Public, της Γλυφάδας. Το ξεφύλισσα. Μου άρεσε. Αν δεν υπήρχε το ζήτημα της τιμής, θα το αγόραζα ευθύς. Εννοώ ότι, έτσι όπως έχει εξελιχθεί το πράγμα, μπορεί να βρεις ένα προϊόν με μια τιμή α και στο παραδίπλα κατάστημα να πωλείται 20 και 30 % φθηνότερα. Αυτό και το ότι δεν νομίζω τα Public να φημίζονται για τις καλές τιμές τους στα βιβλία με έκανε να το ψάξω.

Αποδείχτηκε, λοιπόν, ότι η τιμή, στο Public Γλυφάδας, ήταν λογική. Λογική η τιμή, καλοφτιαγμένο το βιβλίο, αγαπημένος, από  καιρό, ο συγγραφέας του. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Την Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018, επισκέφθηκα το κατάστημα και καταβάλλοντας το ποσό των 18 € απέκτησα ένα αντίτυπο του βιβλίου:

Αλέκου Σακελλάριου: «λες και ήταν χθες», Επετειακή έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΝΑΝΔΡΟΣ, Σεπτέμβριος 2018, ISBN: 978-618-5033-82-8, Πλήθος Σελίδων: 560, Διαστάσεις: 17Χ24 τετραγωνικά εκατοστά, Βάρος: 1.355 γραμμάρια.

Μου αρέσουν αυτού του είδους τα βιβλία και τα αναγνώσματα. Μου αρέσει να διαβάζω για εποχές και ανθρώπους που πέρασαν· ανθρώπους που έζησαν και άφησαν πίσω τους σημάδια. Το ξεφύλλισα το αντίτυπό μου, όταν το απόκτησα, διάβασα κάποιες σελίδες του. Μου άρεσαν. Το άφησα στην άκρη.

Πριν από μερικές μέρες, την Πέμπτη, 4 Ιουλίου συγκεκριμένα, το ξαναέπιασα στα χέρια μου. 

Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, περιλαμβάνει:

Εισαγωγικό κείμενο («Πριν ανοίξει η αυλαία») από τον Δήμο Λεβιθόπουλο,

«Πρόλογο», του Φρέντυ Γερμανού,

Εκατόν δεκαπέντε (115) ιστορίες / διηγήματα,

Φωτοαντίγραφο χειρόγραφης επιστολής του Φρέντυ Γερμανού στη Τίνα Σακελλαρίου, όταν ο σύζυγός της έφυγε από τη ζωή,

Κείμενο του Ιάκωβου Καμπανέλλη για τον Αλέκο Σακελλάριο,

«Μικρό Αφιέρωμα στο Μεγάλο Συγγραφέα», από τον Δήμο Λεβιθόπουλο στο οποίο περιλαμβάνεται Συνοπτική Εργογραφία (του Αλέκου Σακελλάριου),

Την τελευταία συνέντευξη του Συγγραφέα, στον Δήμο Λεβιθόπουλο («Έθνος της Κυριακής», 19 Μαΐου 1991)

Διάβασα πάλι κάποιες σκόρπιες σελίδες. Γοητεύτηκα. Άμεσος λόγος, στρωτά Ελληνικά, ενδιαφέρουσες ιστορίες, πολλές αναφορές σε πρόσωπα του Ελληνικού Θεάτρου και Κινηματογράφου, αναφορές σε θεατρικούς συγγραφείς και δημοσιογράφους. Κυρίως χάρη στο ύφος της αφήγησης και αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Ένας χαριτωμένος άνθρωπος που αποδεικνύεται χαριτωμένος συγγραφέας. Δεν μπόρεσα παρά να σκεφτώ το, του Μένανδρου:


Με τη σκέψη ότι το αποσπασματικό διάβασμα αδικεί την δροσερή γραφή του συγγραφέα ξεκίνησα από την αρχή, την Πέμπτη, 4 Ιουλίου, την ανάγνωση του βιβλίου (παράλληλα βεβαίως με άλλα διαβάσματά μου) και την ολοκλήρωσα  την Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019 (στις 11:55). Το καταευχαριστήθηκα και υπογράμμισα αρκετές, του βιβλίου,  προτάσεις με το μολυβάκι μου. Αν δεν υπήρχε το γνωστό και μίζερο «Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή . . . μπλα μπλα» θα μπορούσα να παραθέσω κάποιες, από τις πιο πάνω, προτάσεις για να πάρετε μία γεύση.

Να σημειώσω ότι στο βιβλίο υπάρχει και ένα πλήθος, ασπρόμαυρων, φωτογραφιών που αυξάνουν το ενδιαφέρον που προκαλεί και δίνουν μια επιπρόσθετη νότα νοσταλγίας.

Για όσους, από τους νεότερους κυρίως, δεν γνωρίζουν ποιος και τι υπήρξε ο Αλέκος Σακελλάριος αναφέρω, ενδεικτικά, κάποιες από τις ταινίες στις οποίες είχε συμμετοχή (σαν (συν)σεναριογράφος ή / και σκηνοθέτης):

Οι Γερμανοί ξανάρχονται – Ένα βότσαλο στη λίμνη – Σάντα Τσικίτα – Δεσποινίς ετών 39 – Η καφετζού – Η θεία απ’ το Σικάγο – Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο – Ο Ηλίας του 16ου – Τα κίτρινα γάντια – Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες - Η Αλίκη στο ναυτικό – Αλίμονο στους νέους – Χτυποκάρδια στο θρανίο – Ο φίλος μου ο Λευτεράκης – Υπάρχει και φιλότιμο – Θα σε κάνω Βασίλισσα – Η κόρη μου η σοσιαλίστρια – Καλώς ήρθε το δολάριο - Ο καπετάν Φάντης Μπαστούνης -  Η θεία μου η χίπισσα.

Ο Αλέκος Σακελλάριος, πέραν των άλλων, υπήρξε και ο στιχουργός, ή ο συνστιχουργός, πολλών πασίγνωστων  τραγουδιών τα οποία δημιουργήθηκαν κυρίως για την υποστήριξη θεατρικών παραστάσεων ή / και, ίσως, ταινιών. Επειδή γνώριζα και αυτή την πλευρά του, ήδη από την Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2006, είχα φροντίσει να προμηθευτώ το διπλό CD «Τα Τραγούδια του Αλέκου Σακελλάριου», στο οποίο περιλαμβάνονται σαράντα τραγούδια του (τότε κόστος 13,20 €, συνολική χρονική διάρκεια 2 ώρες, 2 λεπτά και 4 δευτερόλεπτα).



Το άλμπουμ αυτό το ανέβασα, από το υπόγειο της Τ47, και το άκουσα (αποθηκεύοντάς το μάλιστα και σε μορφή mp3 στον Η/Υ μου). Όμορφα τραγούδια, κατά τη γνώμη μου, τα οποία όμως δείχνουν την ηλικία τους με δύο τρόπους. Ο πρώτος αφορά το άκουσμα, αυτό καθεαυτό, και ο δεύτερος την ποιότητα των ηχογραφήσεων. Κάποια από τα τραγούδια αυτά προέρχονται από ηχογραφήσεις δίσκων 78 στροφών. Μιλάμε για αρχαία ιστορία.

Ακούγοντας λοιπόν τα τραγούδια του διπλού αυτού άλμπουμ σκέφτηκα πόσο όμορφο θα ήταν κάποιος, με αγάπη και σεβασμό στο Ελληνικό τραγούδι και την ιστορία του, να αναλάμβανε να επανακυκλοφορήσει τα τραγούδια αυτά σε σύγχρονες ενορχηστρώσεις και εκτελέσεις. Κάτι, δηλαδή, σαν την καταπληκτική δουλειά που έκανε ο Γιώργος Νταλάρας και οι συνεργάτες του με το εξαιρετικό «50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι».

Ανάμεσα σε άλλα ο Αλέκος Σακελλάριος υπογράφει, σαν στιχουργός, τα τραγούδια:

Θα Ξανάρθεις – Θα Σε Πάρω Να Φύγουμε – Άσε Τον Παλιόκοσμο Να Λέει – Έχω Ένα Μυστικό – Άστο Το Χεράκι Σου – Αχ, Βρε Παλιομισοφόρια – Γαρύφαλλο Στ’ Αυτί – Είμαι Άντρας (Και Το Κέφι Μου Θα Κάνω) – Σήκω Χόρεψε Συρτάκι – Δημήτρη Μου, Δημήτρη Μου – Έναν Αητό Αγάπησα – Υπομονή

Και, σε συνεργασία με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, τους στίχους των τραγουδιών:

Άστα Τα Μαλλάκια Σου – Που Να ‘Σαι Τώρα – Μπέμπα – Άλα – Το Κορίτσι Θέλει Θάλασσα (Ο Τραμπαρίφας) – Το Τελευταίο Τραμ – Το Μονοπάτι (με συμμετοχή και του Γιώργου Γιαννακόπουλου) – Ένα Βράδυ Που ’Βρεχε  - Βρε Πώς Μπατηρήσαμε

Να είσαστε Καλά.

Ένα κλικ μακριά η Μπέμπα Μπλανς τραγουδά «Έναν Αητό Αγάπησα», των Γιάννη Σπανού, Αλέκου Σακελλάριου, από την ταινία «Καλώς Ήρθε Το Δολάριο (1967):



13/07/2019

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

1233. Φωτογραφίες, Βόλτες, Οδόσημα, Άλλα. . .


Η ανάγκη γεννήθηκε από το πλήθος. Άλλοις: Η ανάγκη να φωτογραφίζω πινακίδες με ονόματα οδών γεννήθηκε από το μεγάλο πλήθος φωτογραφιών που τραβούσα (και εξακολουθώ να τραβώ). Εύλογο. Όταν σε μία βόλτα σου, έναν περίπατό σου, πατάς 50 και 100, και πολύ περισσότερο, το κουμπάκι, της φωτογραφικής μηχανής σου, άντε μετά να θυμάσαι που τράβηξες τι.

Μια λύση, λοιπόν, είναι να φωτογραφίζεις την ταμπέλα με την ονομασία της οδού στην οποία τράβηξες μία ή περισσότερες φωτογραφίες και έτσι να, εκ των υστέρων, εντοπίζεις τα διάφορα σημεία. Αυτό, βεβαίως, με την προϋπόθεση ότι σε ενδιαφέρει το που τραβήχτηκε η κάθε φωτογραφία σου ή και το που βρίσκεται το σε αυτή απεικονιζόμενο. Ακριβώς η περίπτωσή μου.

Μια ακόμα χρήση των πιο πάνω πινακίδων είναι για να προσδιορίσει κανείς, με ακρίβεια, τη διαδρομή που ακολούθησε σε έναν περίπατό του, μια βόλτα του, κυρίως σε όχι και τόσο γνώριμες περιοχές. Ακόμα μία περίπτωσή μου μιας και, σε κάποιες περιπτώσεις, μου αρέσει να αποτυπώνω περιπάτους μου στο Google Earth.

Φωτογράφιζα, λοιπόν, τις πινακίδες με τα ονόματα των οδών, χρησιμοποιούσα την πληροφορία που μου έδιναν και έσβηνα τις σχετικές φωτογραφίες. Αυτό μέχρι τη στιγμή που από το μυαλό μου πέρασε η σκέψη να δημιουργήσω (και) μια συλλογή τέτοιων φωτογραφιών. Το σκέφτηκα, το ξεκίνησα. Άρχισα να φωτογραφίζω αυτές τις πινακίδες (και) ανεξάρτητα από τους λόγους τους οποίους ήδη ανέφερα.

Όταν έφτασε η στιγμή να ονοματοδοτήσω αυτές τις φωτογραφίες και προκειμένου να μπορώ να τις ομαδοποιήσω, σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω τον, σύντομο και κομψό, προσδιορισμό «οδόσημο». Το έπραξα και έμεινα με την αμφιβολία για την ακρίβειά του (όσον αφορά το απεικονιζόμενο).

Το έψαξα. Οι αμφιβολίες μου επιβεβαιώθηκαν.  Ο προσδιορισμός «οδόσημο» δεν καλύπτει τις πινακίδες με τα ονόματα των οδών μιας και, κατά το Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, του Δημητράκου:

Οδόσημον [το] νεώτ. λιθίνη ή σιδηρά πινακίς δεικνύουσα τας από της αφετηρίας οδού τινός χιλιομετρικάς αποστάσεις

Το κοίταξα και σε τρία – τέσσερα άλλα λεξικά δίχως να βρω κάτι ουσιαστικά διαφορετικό.

Προκύπτει, λοιπόν, ζήτημα λεπτό. Τι πράττω; Το αφαιρώ από των σχετικών φωτογραφιών το όνομα ή το αφήνω γνωρίζοντας ότι έχω ξαστοχήσει; «Οδόσημο»: μικρό, κομψό, κοντινό. Λέω να το αφήσω.

Φωτογραφίζοντας, λοιπόν, τις σχετικές πινακίδες είχα, σε πολλές περιπτώσεις, την ευκαιρία να διαπιστώσω, για πολλοστή φορά, πόσο βλαμμένο είναι το είδος μας. Γιατί πόσο ηλίθιος, βλάκας και ακοινώνητος  πρέπει να είσαι για να μαγαρίζεις με αυτοκόλλητα και σπρέι αυτές τις πινακίδες; Πολύ, θαρρώ.

Καλό βόλι, αύριο, που, για μία ακόμα φορά, επιλέγουμε χρώμα σκουπιδοτενεκέ και μακάρι να βγω ψεύτης.

















Ένα κλικ μακριά Μανώλης Μητσιάς και «Η Οδός» από το εξαιρετικό άλμπουμ «Ισόβια» [2005], των Σταμάτη Κραουνάκη, Λίνας Νικολακοπούλου:



06/07/2019