Πέρασε χρόνος ικανός από την τελευταία φορά που στο ημερολόγιο αυτό εμφανίστηκε κείμενο του Αλοΐσιου Φλοπ. Συγκεκριμένα από το Σάββατο, 8 Μαΐου 2010, και την εγγραφή 0705 με το περιεχόμενο της σελίδας 39 από το μπλοκάκι του Αλοΐσιου. Από το μπλοκάκι αυτό επιλέγω σήμερα την εγγραφή της σελίδας 44. Εγγραφή που αποτελείται από μια επικεφαλίδα, και μάλιστα στα ιταλικά, και μια πρόταση. Ιδού:
Per Te
Δεν θέλω να μπεις στη ζωή μου। Επιθυμώ να εισβάλεις!
Ένα κλικ μακριά “Δε λες κουβέντα” σε στίχους του Κώστα Τριπολίτη, μουσική του Δήμου Μούτση και ερμηνεία Σωτηρίας Μπέλλου – Δήμου Μούτση.
Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις που μια απάντηση σε ζητήματα που σε απασχολούν μπορεί να δοθεί με τρόπο απρόοπτο. Αρκεί να έχεις τα μάτια ανοιχτά. Να δεις· να συνδυάσεις. Όταν διεκδικείς κάτι δέχεσαι συμβουλές και προτροπές για το πώς μπορείς να επιτύχεις αυτό το στόχο. Το δύσκολο είναι όταν η διαμορφωμένη κατάσταση δεν επιτρέπει αισιοδοξία. Όχι τόσο για την επίτευξη του στόχου αλλά για το τι αντιπροσωπεύει και τι πορεία πρέπει να ακολουθήσεις για να επιτύχεις. Και είναι δυο φορές δύσκολο όταν δεν είσαι πρόθυμος να παίξεις με τους όρους που υπάρχουν. Όταν προσεγγίζεις το στόχο με τις δικές σου δυνάμεις και μόνο και μάλιστα δίχως καν να αυτοπροβάλλεσαι. Όταν, παρ’ όλα αυτά, προβληματίζεσαι για το αν η στάση σου αυτή είναι ορθή και αν έτσι δεν αδικείς τον εαυτό σου. Όταν σε προτρέπουν άλλα να πράξεις και αλλιώς. Ερωτήματα, αμφιβολίες, ελπίδες. Βαθιά ανάσα στη φράση που διάβασα και συνδύασα με τους προβληματισμούς μου:
Ο άνθρωπος είναι πολύ ισχυρός όταν αρκείται να ‘ναι αυτός που είναι.
Η ρήση του Ζαν – Ζακ Ρουσσώ από το έργο του “Αιμίλιος”. Μια ρήση που με έκανε να αισθανθώ καλύτερα, να χαλαρώσω. Μοιάζει ότι είναι εδώ και καιρό που έχω αποδεχτεί τον εαυτό μου με όλα τα ελαττώματα και τα προτερήματά του. Συνεπώς. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει!
Υπάρχουν εγγραφές που μοιάζουν με κατορθώματα. Η προσπάθεια να υπερβείς διαμορφωμένες καταστάσεις, πορείες ζωής, στάσεις του νου. Να αλλάξεις, με λίγα λόγια, ρυθμό στη ζωή σου. Να αντεπιτεθείς, να γκρεμίσεις, να τινάξεις στον αέρα. Και να κτίσεις. Από την αρχή. Με συναίσθηση, τόλμη και φαντασία. Να φανερώσεις, να εκφραστείς, να ομολογήσεις. Να διεκδικήσεις, στο κάτω – κάτω. Να διανύσεις την απόσταση. Να κρατήσεις σταθερή την πορεία που θα σε φέρει πρόσωπο με πρόσωπο. Να τολμήσεις την απογείωση. Να επενδύσεις στις ελάχιστες πιθανότητες. Να απαλλαγείς από το βάρος που σου λυγίζει τα γόνατα. Σχεδόν αυτοκαταστροφικά να βγάλεις τη γλώσσα στον καιρό. Να σπάσεις τους κύκλους της μοναξιάς και της σιωπής. Να αρθρώσεις ανάγκες και επιθυμίες. Να αποδείξεις το αδύνατο. Να σμιλέψεις το ακατόρθωτο. Να πείσεις. Να δρέψεις. Να επιτύχεις!
Από τον εξαιρετικό ιστότοπο “Γνωμικολογικόν” το απόφθεγμα του Κομφούκιου που ακολουθεί και το οποίο, ομολογώ, μου έκανε εντύπωση:
Μόνο οι γυναίκες και οι μικροπρεπείς είναι κουραστικοί μες στο σπίτι. Όταν αποκτήσουν οικειότητα μαζί σου, παύουν να συμβιβάζονται. Και όταν τους κρατάς σε απόσταση, γίνονται εκδικητικοί.
Ιδού, λοιπόν, που ο Κομφούκιος, χιλιάδες χρόνια πίσω, μοιάζει να έχει συλλάβει νόημα και ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και, όχι μόνο των τότε αλλά και των τώρα. . .
Ένα κλικ μακριά αγαπημένος CatStevens, ή YusufIslam αν προτιμάται, και: “Killin’ Time”.
Εξακολουθώ να διαβάζω τους τόμους του έργου “Ιστορία Του Ευρωπαϊκού Πνεύματος”, του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, στην τρέχουσα, “εβδομαδιαία” έκδοση του στη σειρά “το Βήμα Βιβλιοθήκη”. Εχθές, στους πάγκους των εφημεριδοπωλών εμφανίστηκε ο 16ος τόμος (“από τον Σατωμπριάν ως τον Σίνκελ”)· εγώ βρίσκομαι στην ανάγνωση του 9ου τόμου (από τον Βολταίρο ως την Τζέιν Ώστεν) και στη σελίδα 290. Με άλλα λόγια, έχω διαβάσει ήδη 3834 σελίδες από τις 7393 σελίδες των 16 τόμων. Τα περισσότερα από τα κύρια πρόσωπα που συναντώ διαβάζοντας τα γνωρίζω, έστω και “κατ’ όνομα”. Συνάντησα και συναντώ όμως και πρόσωπα την ύπαρξη και το έργο των οποίων παντελώς αγνοούσα. Ένα από αυτά συνάντησα και στο εκατοστό τρίτο κεφάλαιο (Άλλες πνευματικές τάσεις στη Γαλλία ως τα μέσα του ΙΗ’ αιώνα. Ο Βωβενάργκ) του 9ου τόμου. Ήταν, βεβαίως, ο Βωβενάργκ και το έργο του: “Εισαγωγή στη γνώση του ανθρώπινου πνεύματος, συνοδευμένη από στοχασμούς και αποφθέγματα” (“Introduction a la connaissance de l’ esprit humain, suivie de réflexions et de maximes”). Είναι γνωστή η αδυναμία μου σε ρητά, γνωμικά και αποφθέγματα. Κινήθηκε, έτσι, το ενδιαφέρον μου.
Ο Κανελλόπουλος γράφει ότι ο Βωβενάργκ διέθετε ένα ωραίο πνεύμα που ένας πρόωρος θάνατος δεν του επέτρεψε να σταθεί με το έργο του πλάι στον Βολταίρο, τον Ζαν – Ζακ Ρουσσώ ή και τον Ντιτερό αυτών των φωτεινότερων, πριν από τη Μεγάλη Επανάσταση, γαλλικών πνευμάτων του ΙΗ’ αιώνα. Πραγματικά, ο Βωβενάργκ απεβίωσε σε ηλικία, μόλις, 32 ετών.
Ο Βολταίρος τίμησε τον νεαρό μαρκήσιο ντε Βωβενάργκ με την εκτίμηση και τη φιλία του. Σε επιστολή του, την 1η Μαΐου του 1746, και με την ευκαιρία της ανάγνωσης του έργου “Εισαγωγή στη γνώση του ανθρώπινου πνεύματος. . .” γράφει, μεταξύ άλλων, ο ηλικίας 52 ετών Βολταίρος στον ηλικίας 31 ετών Βωβενάργκ:
“Ο αιώνας τούτος. . . δεν σας άξιζε· αλλά επιτέλους σας κατέχει και ευλογώ τη φύση. Εδώ κι ένα χρόνο λέω ότι είσθε μέγας άνθρωπος, και σεις αποκαλύψατε το μυστικό μου. Δεν διάβασα παρά τα δύο τρίτα του βιβλίου σας. Θα καταβροχθίσω το τρίτο μέρος. Το πήρα μαζί μου στις αντίποδες, κι από εκεί θα ξανάρχομαι αδιάκοπα για ν’ αγκαλιάζω τον συγγραφέα, για να του λέω πόσο τον αγαπώ και με τι ενθουσιασμό ενώνω τον εαυτό μου με το μεγαλείο της ψυχής του και με το υπέροχο ύψος των στοχασμών του, καθώς και με την ανθρωπιά του χαρακτήρα του. . . είσθε ο άνθρωπος που δεν τολμούσα να ελπίσω ότι θα υπήρχε· και σας ικετεύω να μ’ αγαπάτε”.
Ένας άλλος φίλος του Βωβενάργκ ήταν ο Βικτόρ, μαρκήσιος του Μιραμπώ (Victor de Riquetti, marquis de Mirabeau, 1715-1789), πατέρας του μεγάλου ρήτορα και πολιτικού της πρώτης φάσης της Γαλλικής επανάστασης. Οι δυο μαρκήσιοι ήσαν συνομήλικοι και παιδικοί φίλοι. Στον Βικτόρ, λοιπόν, γράφει ο Βωβενάργκ, στις 16 Ιανουαρίου του 1740, από το Βερντέν, όπου υπηρετούσε ως αξιωματικός:
“. . . δεν θα σας κρύψω ότι δεν έχω ούτε την υγεία, ούτε το πνεύμα, ούτε το γούστο, που πρέπει να ‘χει κανένας, για να γράψει· ότι το κοινό δεν έχει διόλου ανάγκη να μάθει τα όσα εγώ σκέφτομαι, και ότι, αν τα ‘λεγα, αυτό θα γινόταν είτε δίχως αποτέλεσμα, είτε χωρίς καμιάν ωφέλεια. . .”.
O Βωβενάργκ απογοητευμένος από το κατάντημα, τις μέρες εκείνες, του γαλλικού στρατού, με κλονισμένη τη λεπτή υγεία του σε συνδυασμό με το ότι, αν και ήταν μαρκήσιος, δεν είχε ούτε λαμπρή καταγωγή, ούτε περιουσία (που θα του εξασφάλιζαν ένα δικό του σύνταγμα) αποφασίζει να εγκαταλείψει τη στρατιωτική καριέρα και να στραφεί (παρ’ όλα όσα είχε γράψει στον παιδικό του φίλο Μιραμπώ) στη συγγραφική δημιουργία.
Χαρακτηριστικό είναι και ένα σημείωμα του Βολταίρου προς τον Βωβενάργκ από τον Μάιο του 1746:
“Φοβάμαι ότι γεννήθηκα στον καιρό της παρακμής των γραμμάτων και του γούστου· αλλά ήρθατε εσείς. . . και θα είστε για μένα ο αιώνας που μου λείπει. Καλή μέρα, άνθρωπε αξιαγάπητε και άνθρωπε με ιδιοφυΐα, με εμψυχώνετε και σας είμαι πολύ υπόχρεως γι’ αυτό. . .”
Και παρατηρεί ο Κανελλόπουλος:
“Έτσι οφείλουν να ενθαρρύνουν – να εμψυχώνουν – οι μεγάλοι τους άξιους νέους που ξεκινούν. Αντί να ζητήσει ο Βολταίρος – όπως το κάνουν, από το ύψος της υπεροψίας τους, οι αυτάρκεις «καθηγητάδες» - να υποβάλει ο Βωβενάργκ, ο πολύ νεότερος, το έργο του υπό τη δική του κρίση, κάνει ακριβώς το αντίστροφο. «Θα σας υποβάλω, του λέει, στο ίδιο γραμματάκι του Μαΐου , «. . . τα έργα μου».”.
Ο Βωβενάργκ πρόλαβε να γράψει και να εκδώσει ένα μοναδικό βιβλίο, αυτό που αναφέραμε, και πέθανε στο 1747, τριάντα δύο μόλις ετών. Αν και πικραμένος από τη ζωή, παρατηρεί και πάλι ο Κανελλόπουλος, δεν τήρησε τη στάση του παρόμοια πικραμένου Λαροσφουκό, που τα ‘βαλε με τον άνθρωπο και βάλθηκε να τον ξεγυμνώσει. Ο πικραμένος Βωβενάργκ, αντίθετα από τον έξοχο πρόδρομό του στον αποφθεγματικό λόγο, θεώρησε χρέος του και έργο του να σκεπάσει και να προστατεύσει τον άνθρωπο. Χαρακτηριστικό είναι το απόφθεγμα του:
“Η συνείδηση των ετοιμοθανάτων συκοφαντεί τη ζωή τους”
Στο οποίο, πάντα κατά τον Κανελλόπουλο, εκδηλώνεται με τον πιο ωραίο (και πιο πρωτότυπο) τρόπο η επιείκεια και στοργή του προς τον άνθρωπο. Αν ο Λαροσφουκό έβλεπε τις αρετές σαν “μεταμφιεσμένα ελαττώματα” ο Βωβενάργκ, αντίθετα, παρατηρεί:
“Ο οίκτος δεν είναι παρά ένα αίσθημα ανάμικτο από θλίψη και αγάπη. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να υποκινηθεί, όπως πιστεύεται, από μια στροφή προς τον ίδιο τον εαυτό μας. Γιατί δεν μπορεί, τάχα, η δυστυχία (του άλλου, του πλησίον) να καταφέρει στην καρδιά μας ό,τι προκαλεί στις αισθήσεις μας η θέα μιας πληγής; Δεν υπάρχουν, τάχα, πράγματα που συγκινούν άμεσα το πνεύμα;. . . Είναι, τάχα, ανίκανη η ψυχή μας για ένα αίσθημα ανιδιοτελές;”
Για τον Βωβενάργκ ο Σαιντ Μπαιβ (και διατηρώ την ορθογραφία του Κανελλόπουλου) λέει ότι είχε «ψυχή αρχαία» και ότι διανοείται σαν τους «πιο φτασμένους από τους αρχαίους» επιμένοντας στη διακήρυξη των αρετών του ανθρώπου.
Πενήντα αποφθέγματα του Βωβενάργκ, από τον εξαιρετικό ιστότοπο “Γνωμικολογικόν” μπορείτε να βρείτε εδώ.
Το βιβλίο του Βωβενάργκ κυκλοφορεί μεταφρασμένο στα Ελληνικά, από τους Δέσποινα και Χρήστο Παπάζογλου, με τίτλο “Reflexions et maximes” από τον εκδοτικό οίκο “Στιγμή” (ISBN: 960-269-128-x, Έτος έκδοσης: 1993) με ενδεικτική τιμή 8,44 ευρώ.
Ακολουθεί το λήμμα “Βωβενάργκ” της εγκυκλοπαίδειας “Πάπυρος – Λαρούς - Μπριτάννικα” (Έκδοση 1996):
Βωβενάργκ, Λυκ ντε Κλαπιέ, μαρκήσιος του - (Vauvenargues, Luc de Clapiers, marquis de -)· Γάλλος μοραλίστας, δοκιμιογράφος και συγγραφέας (Αιξ-αν-Προβάνς 1715-Παρίσι 1747), ο οποίος, με την πίστη του στην ικανότητα του ανθρώπου για την αρετή, συνέβαλε στη δημιουργία μιας νέας άποψης περί της ανθρώπινης φύσης στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Το έργο του, μολονότι συνετέλεσε στην αλλαγή των πεσιμιστικών αντιλήψεων για τη φύση του ανθρώπου - που είχαν αναπτυχθεί λεπτομερώς από σημαντικούς φιλοσόφους του 17ου αιώνα, όπως λ.χ. τον Πασκάλ και τον Λα Ροσφουκώ - ακολούθησε την ακρίβεια και ρωμαλεότητα της δικής τους σκέψης και διατύπωσης. Ο Βωβενάργκ συμμεριζόταν την άποψη και άλλων σύγχρονων του φιλοσόφων περί της αξίας των συναισθημάτων - τα οποία αντιμετωπίζονταν με ανανεωμένο σεβασμό - προαναγγέλλοντας έτσι τον Ρουσώ. Εξαίροντας όμως τη δράση μέσω της οποίας πίστευε ότι ο άνθρωπος θα πετύχαινε την ολοκλήρωση και εξύψωση του, ξεχώρισε από την εποχή του και προηγήθηκε στο σημείο αυτό του Σταντάλ. Μελετώντας άπληστα τον Πλούταρχο και τον Σενέκα από μικρός, του γεννήθηκε το ιδανικό για τον αριστοκρατικό ηρωικό αγώνα. Πίστευε ότι ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που ωθείται από σφοδρά πάθη για την απόκτηση δόξας εκτελώντας κατορθώματα, κατά προτίμηση (αλλά όχι αναγκαστικά) εκείνα που θα συνέβαλλαν στο καλό της ανθρωπότητας.
Αναζητώντας αρχικά την ολοκλήρωση του στην πολεμική δόξα, κατατάχθηκε στον στρατό και υπηρέτησε στους πολέμους της Πολωνικής (1733-1739) και Αυστριακής (1740-1748) Διαδοχής. Το 1745, απογοητευμένος από τον στρατό και με κλονισμένη υγεία, στράφηκε απρόθυμα προς τη λογοτεχνία, προκειμένου να γίνει διάσημος. Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα πέρασε φτωχός στο Παρίσι. Ανάμεσα στους λιγοστούς φίλους του συγκαταλέγονταν ο Ζαν-Φρανσουά Μαρμοντέλ, γραμματέας της Γαλλικής Ακαδημίας, και ο Βολταίρος. Δημοσίευσε ένα βιβλίο με μέτρια επιτυχία στην εποχή του, που εκτιμήθηκε περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου, Εισαγωγή στη γνώση του ανθρώπινου πνεύματος, συνοδευόμενη από σκέψεις και αποφθέγματα, (Introduction a la connaissance de l’ esprit humain, suivie de reflections et de maximes, 1746), αποτελούμενο από το δοκίμιο του τίτλου και 700 περίπου αποφθέγματα, αφορισμούς και σκέψεις.
Θεϊστής κατά τον τρόπο του Βολταίρου, φαίνεται ότι υπήρξε αδιάφορος στην έρευνα μεταφυσικών θεμάτων, δίνοντας έμφαση στην ηθική. Διαφώνησε όμως με τον Βολταίρο, γιατί θεωρούσε ότι, στην έρευνα για την απόλυτη βεβαιότητα, η διαίσθηση αποτελεί ένα όργανο τουλάχιστον εξίσου έγκυρο με τη λογική, και γιατί έδινε μεγάλη αξία στη μη-λογική και συναισθηματική εμπειρία. Παρά τη διαφορά των απόψεων τους, ο Βολταίρος ανακήρυξε τα Αποφθέγματα του Βωβενάργκ ως ένα από τα καλύτερα βιβλία της Γαλλικής γλώσσας. [Br.]
Ένα κλικ μακριά Raymond Lefevre και: “Le Canon de Pachelbel”.
Έβδομος τόμος του έργου “Ιστορία Του Ευρωπαϊκού Πνεύματος” του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (έκδοση: Το Βήμα Βιβλιοθήκη). Κεφάλαιο εβδομηκοστό ένατο, αφιερωμένο στον Ρέμπραντ. Στη μέση της σελίδας 282 διαβάζω:
Υπάρχει και «γοτθικό» ύφος στο πνεύμα του Ρέμπραντ. Ας παρατηρήσουμε στο σημείο τούτο ότι την απόδοση σκηνών της Καινής Διαθήκης την είχε αποσκορακίσει ο εικονοκλαστικός Καλβινισμός των Ολλανδών. . .
Στο επόμενο, ογδοηκοστό, Κεφάλαιο, όπου ο συγγραφές αναφέρεται στο Λόπε ντε Βέγκα και το έργο του, και, χαμηλά, στη σελίδα 322 γράφει:
Αλλά και τα άλλα του έμμετρα και πεζά έργα, που δεν έχουν καμιά σχέση με το θέατρο, και που τα επιμελήθηκε ιδιαίτερα, επιθυμώντας να αρυσθεί απ’ αυτά τη δόξα του, γεμίζουν παραπάνω από είκοσι τόμους.
Οι δυο λέξεις που δεν γνώριζα την ακριβή σημασία τους ήταν, όπως θα ήδη καταλάβατε:
“Αποσκορακίσει” και “αρυσθεί”.
Έψαξα, λοιπόν, και βρήκα. Ιδού:
αποσκορακίζω
ρ. (αποσκοράκισα)
Ετυμολογία
[<μτγν. αποσκορακίζω <πρόθ. από + φρ. ες κόρακας]
Ερμηνεία
1. στέλνω στο ανάθεμα
2. απορρίπτω, αποβάλλω κάτι ως άχρηστο
3. (για αρχ. κείμ.) απορρίπτω, αφαιρώ χωρίο ως μη γνήσιο.
Παραδείγματα
αποσκοράκισαν τη φλυαρία (Κ. Γεωργουσόπουλος)
Και
αρύομαι ρ. [<αρχ. αρύομαι] αντλώ, λαμβάνω πληροφορίες ή υλικά αγαθά από κάποια πηγή αρύεται το υλικό της μελέτης του από τα δημοτικά τραγούδια.
Ετυμολογία
[<αρχ. αρύομαι]
Ερμηνεία
αντλώ, λαμβάνω πληροφορίες ή υλικά αγαθά από κάποια πηγή
Παραδείγματα
αρύεται το υλικό της μελέτης του από τα δημοτικά τραγούδια
Ένα κλικ μακριά, αδυναμίες είναι αυτές!, Raymond Lefevre και “Romeo And Juliet” του Nino Rota, βεβαίως.
Ένα ελαφάκι. Στην Τ47. Πόσα χρόνια τώρα; Είκοσι, τριάντα, σαράντα; Το θυμάμαι πάντοτε εκεί. Στολισμένο. Στοιχείο και στοιχειό του σπιτιού. Ζυμωμένο με την ύπαρξη και τη ζωή του. Ευτελές και ωστόσο πολύτιμο. Κουβαλάει το άγγιγμα της μάνας. Το βλέμμα του πατέρα που το αντίκρισε. Εχθές το κράτησα στα χέρια μου. Αισθάνθηκα το βάρος του. Το μπροστά αριστερά ποδαράκι του τραυματισμένο. Η οπλή του σπασμένη. Το πέρασμα του χρόνου. Ένα ευτελές μπιμπλό. Ένας τόμος ζωής και αναμνήσεων. Ένα ελαφάκι με κάποτε λευκή, φουντωτή ουρά. Ένα ελαφάκι. Ένα ελαφάκι λάρητας.
Καλοκαίρι. Διάθεση χαλαρή. Εξακολουθώ, συστηματικά αυτή την εποχή, την προσπάθεια να μεταφέρω σε ηλεκτρονική μορφή (MS Word και στη συνέχεια σε PDF) το περιεχόμενο των χειρόγραφων ημερολογίων μου. Ξεκίνησα από το 1973, βρίσκομαι στο 1999. Μια εγγραφή ακόμα και τελειώνει και το δωδέκατο τετράδιο. Μένουν τρεις ακόμα εγγραφές του 1999 στο δέκατο τρίτο τετράδιο και . . . έπεται συνέχεια. Το σύνολο των εγγραφών περιέχεται σε δεκαπέντε τετράδια με το τελευταίο να ξεκινά την 26 Ιουνίου 2010. Ο κύριος όγκος της εργασίας, συνεπώς, έχει ολοκληρωθεί. Το μόνο σίγουρο ότι τα τελευταία έτη γράφω, στο χειρόγραφο ημερολόγιο πάντα, πολύ λιγότερο από ότι τα προηγούμενα.
Και ο πειρασμός; Χθεσινός! Η σκέψη να ενσωματώσω, στην ηλεκτρονική των ημερολογίων μορφή, το σύνολο των πληροφοριών που σχετίζονται με το κείμενο και που διαθέτω ή μπορώ να βρω. Πληροφορίες που ξεκινούν από φωτογραφίες, επιστολές, ποιήματα, ηχογραφήσεις, αγορές (δίσκων, βιβλίων κ.λ.π) και SMS και φτάνουν μέχρι παραπομπές στο διαδίκτυο. Τεχνικά γίνεται και οι πληροφορίες, έτσι κι αλλιώς, υπάρχουν.
Ο κόπος όμως φαντάζει μέγας. Και βεβαίως τίθεται, πάντοτε, το ερώτημα: Για ποιον; Το αφήνω να αιωρείται. Μπήκα, όπως και να έχει, στον πειρασμό. Μια πρώτη σκέψη είναι να το προσπαθήσω για ένα συγκεκριμένο έτος ή, έστω, ένα μήνα. Ίσως να το πράξω.
Η φωτογραφία του γλάρου είναι της αδελφής μου (Δ.) και τραβήχτηκε στο “Μαύρο Λιθάρι”.
Ένα κλικ μακριά αγαπημένος Raymond Lefevre και “Kilimandjaro″.