Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ο741. Ερωτόκριτος [Στη Χ., που μπορεί και να μην είναι]




















Υπάρχουν στιγμές που η συναισθηματική, ή η πνευματική αν θέλετε, κατάσταση μας μπορεί να εκφραστεί μέσα από ένα κείμενο; Θαρρώ υπάρχουν. Υπάρχουν κείμενα που έχουμε διαβάσει και που ξαφνικά αναδύονται στη σκέψη μας για να εκφράσουν, να συγκεκριμενοποιήσουν και να επιτείνουν τα όσα σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε. Σχεδόν από το πουθενά έρχονται κουβαλώντας και άλλες μνήμες και άλλα βιώματα. Όλα αθροίζονται, συνυπολογίζονται, συλλειτουργούν. Το κείμενο από τη μία εκτονώνει τα όσα μας απασχολούν, για να μη γράψω βασανίζουν, και από την άλλη φορτώνεται μια ακόμα απόχρωση, συνδέεται με μία ακόμα κατάσταση ή ένα βίωμα. Ας γυρίσω όμως στη σύνδεση κειμένου – κατάστασης. Το κείμενο που βρήκα να εκφράζει, μια συγκεκριμένη κατάσταση (μου), είναι ένα απόσπασμα από τον Ερωτόκριτο, Ενότητα Α’ στίχοι 1373 – 1608. Πρόκειται για το σημείο όπου η Αρετούσα ανακαλύπτει και βεβαιώνεται για την ταυτότητα του “ερωτάρη”. Είναι η φάση της κορύφωσης της απογείωσης. Η φάση όπου τα μέλη λύνονται και τα αισθήματα βεβαιώνονται και αποκτούν όγκο και σώμα. Η στιγμή που η ευτυχία είναι ορατή, απτή, απόλυτη. Αυτό το απόσπασμα ανάβλυσε στη μνήμη μου, αυτό παραθέτω. Για να το αντιγράψω στηρίχτηκα στο κείμενο που βρήκα εδώ. Παιδεύτηκα αρκετή ώρα, όμως, για να το φέρω στη μορφή του κειμένου στο οποίο διάβασα και αγάπησα τον Ερωτόκριτο. Στη μορφή που έχει το κείμενο στην έκδοση του εκδοτικού οίκου “ΑΣΤΗΡ” ένα αντίτυπο του οποίου έχω στην κατοχή μου από την 2 Μαρτίου 1978. Ιδού το κείμενο:

ΠOIHTHΣ
Mέσα σε τούτον τον καιρό, εις αρρωστιά μεγάλη
ήπεσεν ο Πεζόστρατος, με κάηλα και με ζάλη·
εμπαινοβγαίναν οι γιατροί, κι όλοι τον εφοβούντα, 1375
κι' εις το Παλάτι του Pηγός πολλά τον ελυπούντα.
γιατ' ήτο συμβουλάτορας τ' Aφέντη 'ς πάσα τρόπο,
πάντα με λόγια φρόνιμα εβούηθα των ανθρώπω.
H Xώρα κεί μαζώνετο κι όλη τον ελυπάτο,
πέμπουν και του Pωτόκριτου σπουδακτικό μαντάτο. 1380
Εθέλησε κι' η Pήγισσα να πάη μιάν ημέρα
μ' άλλες πολλές του παλατιού, και με τη Θυγατέρα.
κι' απονωρίς τ' απόγιομα συντροφιαστές κινούσι,
στου Πεζοστράτη πήγανε, πώς βρίσκεται να δούσι.
Eίχε καλύτερη μερά κι' αλάφρωση παρμένη, 1385
κι όλοι οι γιατροί, με μιά βουλή ελέγασι πως γιαίνει.
Tου Πεζοστράτη η γυνή, σαν είδεν την κεράν τση
και την αφεντοπούλα τση, σα σκλάβα προσκυνά τσι,
κι εκ τη χαράν τση την πολλή, παράτρομος κρατεί τη,
πως ήρθασιν οι ρήγισσες στου δουλευτή το σπίτι. 1390
Δεν ξέρ' ίντα παράταξη της Aρετής να δώση,
πού να την πάηι για να δη να πα να ξεφαντώση.
Eίχε περβόλι ορεκτικό με δέντρη μυρισμένα,
σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα.
Στο περιβόλι πάσινε, τη χέραν της εκράτει, 1395
και πιάνει ανθούς και ραίνει τη, ρόδα και περιχά τη,
κι όπού 'τον όμορφο δεντρό, εστέκαν και θωρούσα,
όλα τα μυριορέγετο κι' επαίνα η Aρετούσα,
κι ήσανε με λογαριασμό και μέτρο σοθεμένα,
και με μεγάλη μαστοριά και τέχνη φυτεμένα. 1400
Στην τέλειωση του περβολιού ευρίσκετο κτισμένη
μια κατοικιά με μαστοριά μεγάλη καμωμένη·
τούτ' ήτον του Pωτόκριτου, και χώρια την εκράτει,
με στόλισες βασιλικές, ωσά ρηγός παλάτι.
Εκεί 'γραφε, κεί διάβαζε, τη νύκτα κεί κοιμάτο, 1405
εκεί τα Πάθη μοναχός και πόνους του δηγάτο.
H μάνα ντου 'χε τα κλειδιά, κι' είχεν του κι αμοσμένα
να μην αφήση εκεί να μπη ποτέ άνθρωπο κιανένα,
μα τότες το λησμόνησε, κι' εθέλησε ν' ανοίξη,
και του σπιτιού την ομορφιά και στόλιση να δείξη. 1410
Eμπήκασινε και θωρού την κατοικιάν εκείνη,
και λέγαν κι' ομορφύτερη δεν ήτο μηδέ γίνη.
Tο στόλισμα, το σόθεμα, κι ό,τ' ήσαν εκεί μέσα,
όλα τα μυριορέγουνταν, περίσσα τως αρέσα,
μ' απ' όλες πλια τα ρέγετο τούτ' όλα η Aρετούσα, 1415
παρηγοριά κι αλάφρωση τα μέλη τζη γροικούσα,
και μέσα που τα ξόμπλιαζε κι' οπού τα συχνοθώρει,
μιαν πορτοπούλα απόχωστη εξάνοιξεν η κόρη,
κι' έναν κλειδί εκρέμουντο μ' ένα χρυσό βαστάι
εκεί κοντά στην άνοιξη τση πόρτας, στο 'να πλάι· 1420
τούτ' ήτον του Pωτόκριτου η ακριβοκάμερά ντου,
που 'μπαινε μόνι' αμοναχός κι' ήγραφε τα κουρφά ντου.
Σκριτόριο 'χε ολάργυρο, καδέγλα χρουσωμένη,
καλαμαρθήκη πλουμιστή και μαργαριταρένη·
αυτά 'σαν μες στην κάμερα μόνο και τα χαρτιά ντου, 1425
που 'γραφε κι' εζγουράφιζε τα παραδάρματά ντου.
H Aρετούσα το κλειδί πιάνει ζιμιό κι' ανοίγει,
ς' κείνον τον τόπον ήκαμε πολλά όμορφο κυνήγι.
Eμπήκε μέσα μοναχή και τ' αρμαριού σιμώνει,
την πρώτην άνοιξη θωρεί, πιτήδεια ανασηκώνει, 1430
κι' ήλαχεν εις τη χέρα τση πρώτο χαρτί που πιάσε,
πράμα που την εζάλισε κι όλον το νουν τς εχάσε·
ό,τι τραγούδια κάθ' αργά ήκουγε τ' ερωτάρη,
όλα γραμμένα τα 'βρηκε, ως ήνοιξε τ' αρμάρι,
σπουδακτικά τα διάβασε και παλ' εκεί τ' αφήνει, 1435
βγαίν' όξω, δείχνει πως πονεί, κι' αποκουμπά στην κλίνη.
Eζήτηξε να κοιμηθή λίγο την ώραν κείνη,
για να περάση ο πόνος τση, μην πα να τση πληθύνη·
όλες απόξω τς ήβγαλε, και τη Φροσύνη μόνο
μέσά 'θελε για συντροφιά, να τση βουηθά στον πόνο. 1440
Δείχνει τση κ' εμαντάλωσε, κι απόκει τήνε κράζει,
λέγει τση πως ουδέ κακό ουδέ πόνος την πειράζει,
μ' ας τσ' ακολουθά και θέλει δει πράμα που δεν τ' ολπίζει,
και με θεμέλιο σήμερον ο πόθος της αρχίζει.


APETOYΣA
Aκλούθα, Nένα, σιγανά, και μίλειε αγάλια αγάλια, 1445
και σήμερο 'πακούστηκα στα τόσα παρακάλια.


ΠOIHTHΣ
Παίρνει τηνε, και το ζιμιό στην κάμεραν εμπαίνου,
οπού 'σαν κείνα τα χαρτιά του νιού του δοξεμένου,
και πιάνει και διαβάζει τα, κι' εγροίκαν τα η Φροσύνη,
και σαϊτιά εις την καρδιάν τσ' ήρθε την ώραν κείνη, 1450
Mέσα της λέγει ο λογισμός, την κόρη όσα προδώσα,
ευρίσκουνταν πολλά μακρά, μα δά κοντά σιμώσα.
H Aρετή, ως εδιάβασε του πόθου τα γραμμένα,
μιλεί τση μ' αναστεναμούς:


APETOYΣA
Ίντα μου λέεις, Nένα;
Eκείνο οπού γύρευγα κι' ουδ' ηύρισκα ποτέ μου, 1455
αφνίδια κι' ανεπόλπιστα σήμερον ήλαχέ μου,
και τα τραγούδια κι' οι σκοποί και της αντρειάς η χάρη
είναι κεινού πού μέλλεται γυναίκα να με πάρη.
Oι λογισμοί λαφρύνασι, ήπαψ' η παιδωμή μου,
οπού μου φαίνουντ' ως εδά πως ζωντανή δεν ήμου. 1460


ΠOIHTHΣ
H Nένα τότε κλαίγοντας λέε στην Aρετούσα:


NENA
Ίντα 'ναι τούτα τ' άφαντα, τ' αυτιά μου που σ' ακούσα;
Γιατί ηύρες γράμμα και χαρτιά και λόγια της αγάπης,
ζιμιό σε πήρεν η χαρά και τόσο παρατράπης;
Συμπάθιο πρώτα σου ζητώ, κερά και θυγατέρα, 1465
ωσάν αφορμαρά μιλείς ετούτην την ημέρα,
κι' ίντα μεγάλον ήτονε αν ηύρες εις τ' αρμάρι
τραγούδια, κι' ο Pωτόκριτος κατέχει και ριμάρει,
γη και ποθές τα γροίκησε κι' αυτός, ωσάν κι' εσένα,
κι' αρέσασίν του και κεινού κι' έχει τα 'πα γραμμένα· 1470
και σαν τα ρέκτηκες και σύ, τα ρέκτηκε και τούτος;
μ' ανάθεμα το διάφορο των τραγουδιώ το πλούτος·
και πόσοι κακορίζικοι, πόσοι φτωχοί ψωριάροι
του τραγουδιού 'χου μάθηση και του σκοπού τη χάρη;
Λογιάζεις το κι' ο Pωτόκριτος τα 'καμεν ογια σένα; 1475
ωσά θωρώ, μπλιό δε γροικάς λογαριασμόν κιανένα.
Kαι πότες ο Pωτόκριτος ήρθε να δη το Pήγα;
μόνον αργά και πάρωρα και να σταθεί και λίγα
και πότε στράφη να σε δηι και να σ' αναντρανίση;
γη πότες αποκότησε λόγο να σου μιλήση; 1480
ένας, παιδί μου, π' αγαπά, ολημερνίς συχνιάζει,
και να θωρή ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει·
και τούτος μέρες και καιρούς είναι που δεν εφάνη,
άλλες δουλειές γυρεύγει αυτός, κερά μου, κι άλλα κάνει.
Bάλε κει που 'βρες τα χαρτιά κι αυτό το ξένον πράμα, 1485
μη θες να δείξης κάμωμα οπ' άλλες δεν εκάμα.


ΠOIHTHΣ
H Aρετούσα δε μιλεί, μα γύρευγε στ' αρμάρι
για να 'βρη κι άλλο τίβοτσι τς αγάπης να το πάρη·
κι' εις τ' αρμαριού την άνοιξη τη δεύτερην ευρίσκει
πράμ' ακριβό, που τσ' ήπεψεν ο Έρωτας κανίσκι· 1490
ζγουραφιστή 'βρηκεν εκεί κι' είδε τη στόρησίν τση,
πράμα 'τονε που πλήθυνε πολλά την παιδωμήν τση.
Ήτον εκείν' η ζγουραφιά με μαστοριά μεγάλη,
οπού δεν εξεχώριζες τη μιάν από την άλλη,
με τόσην πιδεξότητα την είχεν καμωμένη, 1495
οπού 'το σαν τη ζωντανήν ίδια η ζγουραφισμένη.
Eφαίν το 'σου και γελά και θέλει να μιλήση,
κι' η τέχνη σ' έτοιο κάμωμα ενίκησε τη φύση.
Kιανείς δεν την εκάτεχε τη ζγουραφιάν εκείνη,
γιατί από του Pωτόκριτου τα ίδια χέρια γίνη. 1500
κι' ουδέ στον τόπο που 'τονε άνθρωπος δεν εμπήκε,
κι' ουδέ για να στραφή να δη κιανένα δεν αφήκε·
'ς ψιλό πανίν η ζγουραφιά ήτονε καμωμένη,
στην άνοιξη τη δεύτερη την είχε φυλαμένη,
κι ως το 'πιασε στη χέραν τση ζιμιό το ξετυλίσσει, 1505
κι' εφάνιστή τζη κι' ήστραψε η Aνατολή κι' η Δύση·
και μες στα μάτια τσ' ήδωκε φωτιά κι' αστροπελέκι,
και σα βουβή και σαν τυφλή και σαν το λίθο στέκει.
Έτσι καμπόσο καρτερεί κι απόκει αναντρανίζει,
την πρόσοψίν τση σπλαχνικά στη Nέναν τση γυρίζει· 1510
λέει τση:


APETOYΣA
Nένα, ίντ' άλλο μπλιό σημάδι θες να δούμε,
σφαλτά πορπάτουν και τυφλά, μα δα κατέχω που 'μαι.
Tα χώνουντα φανήκανε, τα γύρευγα βρεθήκα,
κι' εις παίδα μεγαλύτερη κι' εις έγνοια πλιάν εμπήκα·
το πράμα βεβαιώθηκε, θεμελιωμένον είναι, 1515
εκείνος οπού μ' αγαπά, κατέχω τον ποιος είναι.
Eις τα τραγούδια μού 'βρισκες λογαριασμόν κιανένα,
μα ς' τούτο που θωρείς εδά ίντα μου βρίσκεις, Nένα;
Ποιος λογισμός τον ήφερεν εμέ να ζγουραφίση,
κι' ιντά 'ν' κι' εφύλασσέ με επά δίχως να μ' αγαπήση; 1520
Φροσύνη μου και μάνα μου, άφησ' τα παραμύθια,
σαν τη γνωρίζεις, πε τηνε σήμερο την αλήθεια·
Aυτόνος θε να χάνεται στον Πόθον ογια μένα,
τα ειδα το φανερώνουσι και τα 'χω γροικημένα.
Θωρείς με πόση μαστοριά και τέχνην ήκαμέ με, 1525
πιάσ' ξόμπλιασε τη ζγουραφιά κι' απόκει στράφου δε με,
και δε θες εύρει διαφορά από τη μια ως την άλλη
λόγιασε τέχνη κι' αρετή και μαστοριά μεγάλη.
Πε μου ποιά χάρη βρίσκεται και να μηδέν την έχη,
ποιός άλλος εγεννήθηκε να ξέρη τα κατέχει; 1530


ΠOIHTHΣ
Πιάνει φυλάσσει το ζιμιό τη ζγουραφιάν εκείνη
και τα χαρτιά των τραγουδιώ, κλέφτρα του πόθου γίνη,
κι' επάψασιν οι λογισμοί οι πρώτοι, κι' ήρθαν άλλοι,
θεμελιωμένοι πλιά βαθιά και πλιότερα μεγάλοι.
Σαν ο τυφλός, οπού ποτέ στράτα καλή δε βρίσκει, 1535
σκοντάφτει, πεδουκλώνεται, και πέφτει και βαρίσκει,
αγανακτά στη ζήσιν του, το θάνατόν του κράζει,
βαραίνει προς το ριζικό οπού τόνε πειράζει,
και πάντ' αναζητά το φως, βαριέται το σκοτίδι,
γιατί η τυφλάγρα βάσανα και πείραξες του δίδει, 1540
κι αξάφνου όντε 'ς πλια κακή στράτα 'ναι μπερδεμένος,
πάρουσι φως τα μάτια ντου, ξετυφλωθεί ο καημένος,
πασίχαρος, καλόκαρδος κι' ελεύτερος γυρίζει,
του ήλιου να δώση φχαριστιά, γιατί το φως γνωρίζει·
έτσι κι' αυτήνη το 'παθε τότες την ώραν κείνη, 1545
τυφλή 'τονε κι' ολότυφλη, κι' εδά με φως εγίνη·
τυφλά πορπάτειε στη φιλιά, τυφλή 'τονε στα πάθη,
τυφλά πασπάτευγε να βρη τον αγαπά να μάθη,
τα μάτια τζη ξεφέξασι, τη συννεφιάν εδιώξα,
και την τυφλάγρα 'φήκασι, το σκότος εζυγώξα. 1550
Eδά 'βρηκε το γύρευγε και πλιό δεν το ξετρέχει,
εδά 'ναι σ' άλλο λογισμό, εδά άλλην έγνοιαν έχει,
εδά 'βρε τον τραγουδιστή που γύρευγε να μάθη,
και μπλιο ο νους τση βάσανα φεν έχει μηδέ πάθη.
Λέει τς η Nένα:


NENA
Δε μπορώ να σου συντύχω τώρα, 1555
να πάμεν εις τη Pήγισσα, μαςε σπουδάζει η ώρα,
κι' εγώ 'χω να σου πω πολλά, κι α' θέλω να τ' αρχίσω,
δεν έχω τόπο ουδέ καιρόν εδά να τα μιλήσω,
ομάδι θε να μείνωμε, και θέλεις μου γροικήσει,
ίντά 'ν' αυτός ο λογισμός και θε 'να σ' αφορμίσει. 1560


ΠOIHTHΣ
Tην πόρτα ξεμαντάλωσε και βγαίνει η Aρετούσα,
και τότες για τον πόνον της όλες την ερωτούσα.
Λέει τως:


APETOYΣA
Λίγος ήτονε, κι' ως επαρακοιμήθη,
επέρασε και σκόρπισε και μπλιο δεν εγροικήθη.


ΠOIHTHΣ
Ήσμιξε με τη μάναν τση, γιαγέρνει στο παλάτι, 1565
κι ό,τ' ηύρηκεν τα φύλαξε, κουρφά πολλά τα κράτει.
Eβράδιασεν, ενύκτιασε, και πα να κοιμηθούσι,
κοντά κοντά σιμώνουσι και σιγανά μιλούσι.
Πρώτ' είν' η Nένα που 'ρχισε κι' είπε στην Aρετούσα,
σ' ό,τ' είδασι τα μάτια τζη κι ό,τι τ' αυτιά τζ' ακούσα. 1570


NENA
Kερά και θυγατέρα μου, δε το και καλοδέ το,
κι' εις λογισμό πολλά άφαντο εμπήκες, κάτεχέ το.
Eύκολον είναι το κακό, κι' όποιος βαλθή το κάνει,
μ' όποια πληγώθη στην τιμή, δεν είδαμε να γιάνη.
Eύκολον είν' στο τρέξιμο κανείς να πορπατήξη, 1575
μ' ανέ βιαστή και μπερδεθή και πρώτο ζάλο ρίξη,
ωσάν το πρώτο μπερδεθή, το δεύτερο ακλουθά του,
το τρίτο και το τέταρτο ξεσφαίνει και τζουρλά του·
ποσώς δεν αναπεύγεται, μ' όλο κουλουμουντρίζει,
και με το κουλουμούντρισμα τη χέραν του τσακίζει· 1580
κι' οπού δε σώση γλήγορα σπίθα φωτιάς να σβήση,
δύνεται χώρες και χωριά και δάση να κεντήση.
Γιαύτος τυχαίνει στην αρχή εκείνοι που 'χου γνώση
να μην αφήνου το κακό να περισσοξαπλώση.
Γιατί τη φύση το κακό πολλά κακή την έχει, 1585
μ' έναν πόδα 'ν' οντέ κινά, και με τα χίλια τρέχει,
και πράματα που φαίνονται εύκολα στην αρχήν τως,
είναι βαρά και δύσκολα πολλά στην τέλειωσίν τως,
κι όποιος τα ρέγετ' ακλουθά, κι ό,τι τ' αρέσει κάνει,
κομπώνεται καθημερνό, και με ντροπή τα χάνει, 1590
και τ' άμοιαστα καμώματα, που τς όρεξης αρέσου,
χάνουσι και ζημιώνουσι, αμ' όχι να κερδέσου.
Στον πόθον οπού βρίσκεται, σα γέλιον εκινήθη,
κι' εδά ξαμώνει κίντυνα και γκρεμνισμούς στα βύθη,
και λόγιασε σα φρόνιμη, κερά μου, να σκολάσης 1595
ετούτη την κακήν αρχή, και τα 'σφαλες να σάσης.
Ίντά 'ν' οι τόσες σου χαρές όλο το μερονύκτι;
γιατί 'βρηκες τη ζγουραφιά στου δουλευτή το σπίτι;
γιατί ΄βρες στίχους τραγουδιού γραμμένους μες στ' αρμάρι,
για τούτο ο Pωτόκριτος είν' άξος να σε πάρη; 1600
Ένας που τρέμει όντε σε δη ως τρέμει το καλάμι,
πως μελετάς και πως το λες ταίριν του να σε κάμη;
Άλλαξ' αυτό το λογισμό, μηδέν κακαποδώσης,
μη θέλεις με τα πάθη σου ξόμπλι αλλωνώ να δώσης.
Δε θε να φάω ουδέ να πιώ ώστε να παραδώσω, 1605
και του κορμιού μου θάνατον εβάλθηκα να δώσω,
να μη θωρούν τα μάτια μ' ουδέ νύκτα ουδέ μέρα,
το πώς εκακαπόδωκε 'νους ρήγα θυγατέρα.
 
Ένα κλικ μακριά “Ερωτόκριτος” οργανικό κομμάτι του Νίκου Ξυδάκη.

 
06/12/2010

2 σχόλια:

Katerina ante portas είπε...

Χρόνια πολλά, να σας χαιρόμαστε αγαπητέ aeipote! Ερωτόκριτο λοιπόν, με ιδίωμα! Ηρωϊκό θα έλεγα!
Να είσθε καλά και ευτυχής!

aeipote είπε...

Ευχαριστώ πολύ,
Καλό βράδυ!