Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

1066. Ενύπνιο Ετών 43


Πιάνω να γράψω, μόλις σχεδόν σηκώθηκα από το κρεβάτι, γιατί την νύχτα την ονειρεύτηκα. Ονειρεύτηκα τη δεσποινίδα Λ. Τι υπολείμματα να έχουν μείνει βαθιά στην συνείδησή μου, ώστε να την ονειρεύομαι, δεν γνωρίζω.

Να το όνειρο:

Ήμουν καβάλα σε ένα ποδήλατο και τραβούσα για την “Αφροδίτη” περνώντας από την παλαιά διαδρομή του λεωφορείου μας στο ύψος του καφενείου. Ήθελα να δω τι παίζουν οι κινηματογράφοι - εάν παίζουν λόγω στρατιωτικού νόμου - για να πάω. Πέρασα από την “Αφροδίτη”, μάλλον είδα, και μετά συνέχισα για την “Αλεξάνδρα” - που σημειωτέων δεν λειτουργεί. Στο ύψος της “Αλεξάνδρας” και λίγο πιο πάνω, προς τα δεξιά της, βρέθηκα πεζός στην πολύκοσμη Ομόνοια και συγκεκριμένα στην περιοχή της πρώτης κολόνας καθώς μπαίνουμε από τις σκάλες της Πανεπιστημίου. Εκεί πέρασαν μερικοί μαθηταί Γυμνασίων ντυμένοι με ρούχα παρελάσεων. Θυμάμαι τις κοπέλες. Μπλε πλισέ φούστες και άσπρα πουκάμισα.

Τότε πέρασε μπροστά μου και η Λ. ντυμένη με ρούχα παρελάσεως και συνοδευόμενη από ένα κορίτσι και ένα σκυλάκι. Το κορίτσι - και αυτό μαθήτρια - είχε ένα κάπως μεγάλο πρόσωπο - το πρόσωπο, μάλλον, της ηρωίδας ενός παιδικού σίριαλ που είδα προ ημερών. Ήταν αδελφή της Λ. και μελαχρινή μα εγώ τη θεωρούσα και σαν αδελφή της Μ. - την Γ. Το σκυλάκι ήταν μικρόσωμο και άσπρο. Ήταν ελεύθερο και τις συνόδευε. Και το σκυλάκι ήταν από την τηλεόραση, από μία διαφήμιση για κάτι καταστήματα. Μόνο που της τηλεοράσεως ήταν καφέ.

Με φανερή την προσποίηση ότι - η Λ. - δεν με βλέπει πέρασε από μπρος και δεξιά μου. Μαζί η αδελφή της και το σκυλάκι το άσπρο και στρουμπουλό. Μα σαν προσπέρασαν το σκυλί ξαναγύρισε και μου κουνούσε την ουρά του. Γύρισε αναγκαστικά και η Λ. και μιλήσαμε. Βρεθήκαμε να προχωράμε στο υπόγειο της Ομονοίας προς μία κατεύθυνση ανάμεσα στις εξόδους Πανεπιστημίου και Σταδίου, εκεί που υπάρχουν οι βιτρίνες. Τελικά καταλήξαμε σε ένα δωμάτιο κάπως μακρόστενο άσπρο και όχι μεγάλο για να φτάσεις στο οποίο ανέβαινες δύο-τρία σκαλάκια που σε έβγαζαν σε ένα παρόμοιο χώρο. Τα σκαλάκια ήταν στα δεξιά και το άλλο δωμάτιο στα αριστερά, κοιτώντας προς τα έξω από μέσα από το δωμάτιο το οποίο ήταν στραμμένο προς τον κινηματογράφο “Κοτοπούλη” και βρισκόταν σε κάποιο ύψος από το δάπεδο του υπογείου της Ομονοίας και κοντά στην προς την Πανεπιστημίου έξοδο.

     Στεκόμαστε κάτω και δεξιά στο δωμάτιο. Εγώ, η Λ. και η αδελφή της. Ήμουν στραμμένος προς το μέρος του άλλου δωματίου στο οποίο υπήρχε κίνηση. Απέναντι μου ήταν η Λ. και αριστερά η αδελφή της. Το όνειρο ήταν έγχρωμο. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της Λ. ήταν πολύ τονισμένα. Τα ξανθά μαλλιά της, το πρόσωπό της με ένα σχεδόν κόκκινο τονισμένο χρώμα και τα γαλανά μάτια της. Ήταν σχεδόν σαν ζωγραφιά, ήταν όμορφη ίσως πιο όμορφη - ναι σίγουρα - από ότι είναι στην πραγματικότητα. Δεν φορούσε γυαλιά.

Μιλούσαμε. Δεν φαινόταν ευχαριστημένη από την συνάντηση. Είχε το γνωστό ύφος της. Με ειρωνεύτηκε μερικές φορές. Μου απαντούσε με ασάφειες δεν θυμάμαι σε τι ερωτήσεις. Εγώ χρωμάτιζα την φωνή μου και τις κινήσεις μου όπως ακριβώς έκανα μερικές φορές τότε που με επισκέφθηκε η Μ. Σε μια στιγμή μπήκε ανάμεσά μας - στα αριστερά μου και από όπου απουσίαζε η αδελφή της - ένας μαθητής από την Τερψιθέα που οπτικώς τον ήξερα (πραγματικώς). Πιο γεροδεμένος και λίγο πιο κοντός από εμένα φορούσε κόκκινο πουλόβερ και με ένα πρόσωπο, ολόκληρο ένα γέλιο ή ένα χαμόγελο, κάτι είπε στη Λ.  Εκείνη χαμογέλασε με ανακούφιση. Νόμισε ότι με απέφυγε. Έβγαλα μία άναρθρη κραυγή και σήκωσα ψηλά τα χέρια. Ο φίλος μας, κυριολεκτικά, το έβαλε στα πόδια. Γέλασα χαιρέκακα. Εξακολουθούσαμε την συζήτηση. Κάτι για το που με άφησε θαρρώ.

     Βρέθηκα να βαδίζω στο δρόμο γεμάτος οργή. Σε ένα δρόμο που έβγαζε στην Βουλιαγμένης από την πάνω πλευρά. Πήγαινα μπροστά από όλους. Ήταν σαν να βγαίναμε από κάποιο Θέατρο ή από Κινηματογράφο. Αυτοκίνητα προσπερνούσαν στον χωματόδρομο. Ήμουν οργισμένος με τη Λ. και έφευγα γρήγορα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Αυτή η αποχώρηση θα πρέπει να έχει σχέση με εκείνο το πρωινό στο “Άννα-Ντορ”. Βγήκα στην Βουλιαγμένης σε μια στάση γνωστή και άγνωστη συγχρόνως με μεταλλικό κιόσκι. Έκανα την ανάγκη μου σε ένα περιβόλι παραβιάζοντας την πόρτα του ενώ ένα τέτοιο πράγμα απαγορευόταν. Την έκανα δεξιά μπαίνοντας από την ξύλινη πόρτα. Το περιβόλι ήταν μεγάλο και καταπράσινο.

Μπήκα σε ένα λεωφορείο με κατεύθυνση προς την Αθήνα και ήμουν στριμωγμένος. Τελευταία εικόνα που θυμάμαι το λεωφορείο καθώς απομακρύνεται από την στάση μ’ εμένα στριμωγμένο στο πίσω μέρος στην περιοχή του εισπράκτορα. Αυτά ήσαν όσα θυμάμαι από το έγχρωμο αυτό όνειρο. Τώρα θέλω ακόμα περισσότερο να δω τη Λ. . .

Από την εγγραφή [0015] της 20/11/73 του ημερολογίου μου.

Να είσαστε Καλά!

Ένα κλικ μακριά Electric Light Orchestra και η επιτυχία τους του 1973, “Showdown”:


29/06/2016

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

1065. Ημερολόγιο – Ακριβώς Έτη Σαράντα Πριν

O χρόνος είναι πολλά πράγματα και, ανάμεσα τους, “Γρήγορος ίσκιος πουλιών”, όπως είπε και ο ποιητής. Το μόνο σίγουρο, λοιπόν, ότι δεν πιάνεται. Σήμερα είναι εδώ, αύριο εκεί. Ευτυχώς το είδος μας έχει βρει τρόπους και τεχνάσματα να απαλύνει το πέρασμα του. Από τα μέγιστα η αγάπη που τον επιβραδύνει και ο έρωτας και η τέχνη που μπορούν και τον στιγμιαία, τουλάχιστον, ακινητοποιούν. Για τους κοινούς θνητούς υπάρχουν και τα απλούστερα. Όπως, ας πούμε, ένα ημερολόγιο. Γράφεις σήμερα, ξεφυλλίζεις όποτε έχεις τη διάθεση. Αν ενημερώνεις συστηματικά το ημερολόγιό σου μπορείς και να αφήσεις ένα χνάρι από το πέρασμά σου. Δεν έχει σημασία το πόσο σημαντικά ή ασήμαντα είναι για τους τρίτους, ή ακόμα και για τον εαυτό σου, αυτά που καταγράφεις. Σημασία έχει το ίχνος. Η δυνατότητα να θυμηθείς, να ανακαλέσεις, να από την αρχή φορτίσεις τη μνήμη, να δεις την πορεία που διέγραψες, τα όσα έπραξες και ένιωσες. Θα το γράψω για πολλοστή φορά. Αισθάνομαι ευτυχής και προνομιούχος που έχω στην κατοχή μου ένα τέτοιο ημερολόγιο – βάση δεδομένων. Ένα ημερολόγιο που το ξεκίνησα στις 2 Οκτωβρίου του 1973, σε ηλικία 18 ετών και 7 μηνών, και το συνεχίζω μέχρι σήμερα.  Για το ημερολόγιο αυτό υπάρχουν ήδη αναφορές σε 54 εγγραφές του παρόντος (εδώ). Επιτρέψτε μου, όμως, ακόμα μία φορά να γράψω πόσο πολύτιμο είναι για εμένα και πόση χαρά μου δίνει η ύπαρξή του. Στο ημερολόγιο αυτό, λοιπόν, ακριβώς πριν από σαράντα χρόνια, στις 23 Ιουνίου του 1976, καταχώρισα τα εξής:  

Εδώ είναι το πρόβλημά μας, πώς, την κάθε φορά, θα ξεπερνάμε τον εαυτό μας, τις τάσεις του και τις ροπές του. Μέρες γεμάτες άρνηση και ακινησία. Τις μέρες των διαγωνισμών στο ΕΜΠ η απόδοσή μου σχεδόν ανύπαρκτη, κοιτάζω το [0097] και μελαγχολώ. Λέω οι Θεοί δεν το θέλησαν και μελαγχολώ περισσότερο.

      Τις μέρες αυτές παντού και μόνο Λ., τακτικά και στον ύπνο μου. Πού θα τελειώσει και πώς; Δεν ξέρω τι θα πω και τι θα κάνω άμα την συναντήσω. Πως μπλέχτηκα σ’ όλα αυτά τα άρρωστα; Ήμουν προχθές στην ταράτσα και την σκέφτομουν και ακούστηκε το ακορντεόν ενός γείτονα και κυριολεκτικά πλάνταξα. Αδύνατο να σου γράψω άλλα. . .

Ένα κλικ μακριά οι Real Thing στο “You To Me Are Everything”. Τραγούδι που ήταν στο Νο 1 του Βρετανικού Hit Parade από τις 20 Ιουνίου μέχρι τις 10 Ιουλίου του 1976:



23/06/2013

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

1064. Από Το “Διπλό Τηλέραμα”


Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το περιοδικό Διπλό Τηλέραμα (με βασική ύλη το πρόγραμμα των καναλιών της Ελληνικής τηλεόρασης) με δύο κουπόνια και 300 ταπεινές δραχμούλες ανά κουπόνι δίνει βιβλία του εκδοτικού οίκου Πάπυρος (ο οποίος εξέδιδε και το περιοδικό). Βιβλία Ελληνικά και ξένα. Κυρίως μυθιστορήματα και βιογραφίες, κάποια βιβλία ιστορίας αλλά και συλλογές διηγημάτων και ποιημάτων. Αν τα υπολόγισα σωστά (σηκώθηκα και μέτρησα στη βιβλιοθήκη του χολ βιβλία) μάζεψα 114 κουπόνια έδωσα 17.100 δραχμούλες και απόκτησα 57 βιβλιοδετημένα βιβλία. Με την ισοτιμία ένα ευρώ = 340,75 δραχμές μιλάμε για ένα ποσό 50,18 Ευρώ. Καθόλου άσχημα, θα έλεγα.

Ομολογώ, ότι τα περισσότερα από τα βιβλία αυτά δεν τα έχω διαβάσει, και Ναι! είμαι και συλλέκτης βιβλίων! Ένα από τα βιβλία που επανειλημμένα ξεφύλλισα πάντως ήταν η Νεοελληνική Ποιητική Ανθολογία Παπύρου. Και λέω ξεφύλισσα γιατί τα βιβλία με ποιήματα είναι εξαιρετικά άχαρο να τα διαβάζεις από την αρχή μέχρι το τέλος μία – μία σελίδα. Είναι βιβλία στα οποία το ξεφύλλισμα, θαρρώ, επιβάλλεται προκειμένου να γνωρίσεις το περιεχόμενό τους και να απαντήσεις το (ποιητικό) θαύμα.

Ξεφύλλιζα, λοιπόν, την Ανθολογία και κρατούσα στο χέρι και τον υπογραμμιστή μου κειμένου (χρώματος κίτρινου). Σε κάθε ποίημα που με άγγιζε προσεκτικά υπογράμμιζα τον τίτλο. (Και το να έτσι υπογραμμίζω είναι μία συνήθεια που την έχω ακόμα). Προ ημερών σκεφτόμουν τι να ανεβάσω στο παρόν ημερολόγιο και επειδή η έμπνευση, εσχάτως, με έχει εγκαταλείψει σκέφτηκα να ανατρέξω στα υπογραμμισμένα της Ανθολογίας ποιήματα.

Πήρα, λοιπόν, το βιβλίο στα χέρια μου. Τόσα χρόνια μετά το ξεφύλισσα και πάλι. Οι κιτρινισμένοι τίτλοι βρισκόντουσαν στη θέση τους. Σταμάτησα σε ένα πεντάστιχο συγγραφέα αγαπημένου. Ένα ποίημα με αίσια έκβαση. Με τον τελευταίο στίχο να φανερώνει το θαύμα που συντελέστηκε. Και στα δικά μου, χαμογέλασα και σκέφτηκα, γιατί κι εγώ πολύ καιρό περιμένω κι απόκαμα πια. Ποιο το ποίημα; Αυτό:

ΠΕΡΙΜΕΝΑ

Περίμενα καιρό, πολύν καιρό.
Δεν είπα σε κανέναν λέξη.
Δεν ήθελα κανένας να προσέξει
ότι διψούσα κι ήθελα νερό.

Κι ήρθε από πάνου η εντολή να βρέξει.  

Και ο αγαπημένος συγγραφέας; Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986), για τον οποίο έχω μιλήσει εδώ, εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ.

Να είσαστε Καλά!

Ένα κλικ μακριά η Χάρις Αλεξίου τραγουδά Μάριο Τόκα και Ανδρέα Νεοφυτίδη στο Εξαρτάται:


18/06/2016