Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

1017. Γλυφάδα



Bόλτα, εχθές, μετά από μήνες πολλούς στο κέντρο της Γλυφάδας. Απογευματάκι. Κατηφόρισα με τα πόδια από την Τ47 μέχρι τη διασταύρωση Μυστρά και Όλγας. Στη συνέχεια λεωφορείο (124) και κέντρο. Βάδισα προς την παραλία. Ατυχώς δεν είχα μαζί μου το κινητό το οποίο άφησα στην Τ47 να φορτίζεται. Κακός υπολογισμός, θα έλεγα, μιας και με την πρόσφατη ενασχόλησή μου με το Instagram δεν θα ήταν καθόλου άσχημο να φωτογράφιζα με αυτό και να ανέβαζα κάποιες φωτογραφίες. Πήρα όμως μαζί μου την  παλιά (καλή) PowerShot A620 (Canon) μιας και η EOS 600D (Canon, επίσης), λόγω όγκου και βάρους, δεν θα με βόλευε.

Πήγα προς τη παραλία. Η φυσιογνωμία του κέντρου αλλαγμένη. Περιώνυμα, στην εποχή τους, καταστήματα κλειστά και στη θέση τους, συνήθως, καφετέριες ή φαγάδικα. Ζώσες αναμνήσεις, σφίξιμο στο στομάχι. Περπάτησα από τα Αστέρια μέχρι το ύψος του Αγίου Κωνσταντίνου. Ακολούθησα την Αγγέλου Μεταξά μέχρι τη Ζησιμοπούλου. Χάζεψα τις πινακίδες του Cinepolis. Τίποτα που να μου κινήσει το ενδιαφέρον. Επιστροφή, από τη Λαζαράκη, στον Άγιο Κωνσταντίνο. Σε όλη τη διαδρομή φωτογράφιζα, χρησιμοποιώντας το οπτικό σκόπευτρο της A620.

Λεωφορείο (128), πολύπλοκη διαδρομή και επιστροφή στην Τ47. Στη στάση απέναντι από τον Άγιο Τρύφωνα επιβιβάστηκε μια αγέλη 8 -10 μαθητών. Είχαν, σαφώς, την εντύπωση ότι βρίσκονται στο αχούρι των γονιών τους. Φωνασκούσαν εντόνως, βωμολοχούσαν, πειραζόντουσαν με αισχρά αστεία και υπονοούμενα, χειρονομούσαν. Αγόρια και κορίτσια ένα. Εντελώς μαλακισμένα. Σφίχτηκε η ψυχή μου. Από αυτά τα χαμένα θα προκύψουν οι γιατροί, οι επιστήμονες και οι πολίτες της χώρας; Αναλογίστηκα. Ο Θεός να βάλει το χέρι του. . .

Από τη βόλτα αυτή οι είκοσι τέσσερις φωτογραφίες που ακολουθούν:


























Καλό Ιούνιο!

Ένα κλικ μακριά Νίκος Πορτοκάλογλου και Θα Περάσει Κι Αυτό
 


31/05/2015

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

1016. “Ο Βυθός”



Ακόμα μια φορά καταφεύγω στην εύκολη λύση. Τρεις γραμμές, ένα ποίημα αλλουνού και η εγγραφή σκαρωμένη. Τα είπαμε στην προηγούμενη εγγραφή·  διέρχομαι μία του βίου μου φάση λεπτή. Και δεν είναι ότι δεν έχω να κάνω πράγματα. Έχω, και πολλά! Αλλά, να, βαριέμαι ο έρημος (κι ας ντρέπομαι κομμάτι που έτσι, ανερυθρίαστα, σας το γράφω).

Αυτό που δεν βαριέμαι, πάντως, είναι να αγοράζω βιβλία και μουσική. Σε αυτό είμαι προθυμότατος. Τόσο που έχω σοβαρές επιφυλάξεις για το ποσοστό, των όσων έχω και θα έχω, που θα αξιωθώ να διαβάσω και να ακούσω. Αυτά όμως, όπως και να το κάνουμε, είναι των Θεών και σε αυτούς ας τα αφήσουμε.

Προχθεσινή αγορά, λοιπόν, το βιβλίο Ποιήματα (1945-1998) του Μίλτου Σαχτούρη. Το είδα, το απόκτησα. Από αυτό και το ποίημα που χάρισε τον τίτλο της εγγραφής. Ιδού:

Ο ΒΥΘΟΣ

Ένας ναύτης ψηλά
στα κάτασπρα ντυμένος
τρέχει μες στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης
με τα κόκκινα μάτια
λέει ένα τραγούδι
που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι
φτάνει ως το καράβι
φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο φεγγάρι

Περισσότερα Ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη εδώ.

Ένα κλικ μακριά Τα Δυο Σου Χέρια Πήρανε, με τον μέγιστο Γρηγόρη Μπιθικώτση:



17/05/2015

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

1015. “Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν”



Είναι ξεκάθαρο. Υπάρχει πρόβλημα όσον αφορά τη συχνότητα με την οποία εμφανίζονται εγγραφές στο παρόν ημερολόγιο. Δεν είναι ότι δεν θα επιθυμούσα περισσότερες εγγραφές, ανά εβδομάδα ή ανά μήνα, αλλά ότι πρακτικά αδυνατώ. Διέρχομαι, ομολογώ, και πάλι μία του βίου μου φάση λεπτή. Επιθυμώ και αδυνατώ. Απλό και αληθινό. Θέλω να ελπίζω, πάντως, ότι οι μεγαλειώδεις εποχές, αν μου επιτρέπεται μια τέτοια έκφραση, που ανέβαζα ανελλιπώς τρεις εγγραφές κάθε εβδομάδα δεν έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μέχρι όμως αυτό να αποδειχθεί στην πράξη επιτρέψτε μου να σας θυμίζω την παρουσία μου με ισχνές εγγραφές, όπως αυτή που τώρα διαβάζετε, και παρακαλώ συνυπολογίστε ότι αυτό δεν είναι κάτι που δεν απαιτεί κόπο.

Ακολουθεί ένα ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, από τη συλλογή ποιημάτων Η Σήμερον Ως Αύριον και Ως Χθες, εκδόσεις Άγρα – Αθήνα 1984, το οποίο έδωσε και τον τίτλο της παρούσας εγγραφής:

17. Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν

Πολλές γυναίκες ομοιάζουν
Με παλαιών χορών στροβίλους
Εις τους οποίους λικνιζόμενες με φιλαρέσκειαν
Γυμνές έως την μέση στροβιλίζονται
Από την μνήμη των μέχρι την πρασιάν των κήπων
Το βράδυ όταν τα φύλλα ψιθυρίζουν
Κάτω απ’ τα φώτα που στα δένδρα λάμπουν
Και κοκκινίζουν τα παιδιά κοντά στις στέρνες
Με γεύσι μαστίχας στα φιλιά των

Και με τα χέρια των βαλμένα
Στα στήθη των χορευτριών
Και στα μαλλιά των.

Ένα κλικ μακριά Status Quo και Down Down”:


13/05/2014