Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

0546. Τα Άτυχα Βιβλία


Είναι κάποια βιβλία που είναι άτυχα. Και όταν λέω βιβλία εννοώ, κατ’ αρχήν, την υλική τους υπόσταση· συγκεκριμένα αντίτυπα δηλαδή και όχι το πνευματικό έργο. Ποιος είναι αυτός που δεν έχει αγοράσει ένα βιβλίο, πολλές φορές με λαχτάρα, και για τον α ή τον β λόγο το βιβλίο παραπέφτει; Χάνεται μέσα στο βασίλειο του σπιτιού και μένει να σκονίζεται δίχως να διαβαστεί και δίχως να δώσει χαρά σε αναγνώστη.

Έχω κι εγώ, τουλάχιστον, ένα τέτοιο άτυχο βιβλίο. Πρόκειται για τα Ποιήματα του Pablo Neruda σε μετάφραση από το Ισπανικό πρωτότυπο της Άννας Βάλβη και της Cloe Varela Docampo. Είναι ένα βιβλίο με κόκκινο εξώφυλλο και σελίδες σε χρώμα καφετί, παράξενο και αταίριαστο, του Εκδοτικού Οίκου Τολίδης. Το αγόρασα στα δεκαεννιά μου, στις 17 του Απρίλη του 1974 ημέρα Τετάρτη.


Ποτέ δεν το διάβασα ολόκληρο. Υπήρξαν φορές που το πήρα στα χέρια μου με καλή διάθεση. Φορές που ήθελα να χαθώ μέσα στην ποίηση του Neruda. Την κάθε φορά αποτύγχανα. Δυο, τρεις σελίδες με το ζόρι και μετά, κλείσιμο, και πίσω στην βιβλιοθήκη. Τουλάχιστον δεν το έτρωγε η σκόνη. Δε γνωρίζω τι φταίει. Ίσως ο ποιητής, ίσως οι μεταφράστριες, ίσως η ‘‘φτιάξη” του συγκεκριμένου αντίτυπου. Μοιάζει να μην έχει και σημασία. Έτυχε. Ένα στα τόσα, και είναι πολλά, που ατύχησε.
Από το κόκκινο βιβλίο, λοιπόν, με τις καφετί, ασχημούλες, σελίδες το ποίημα που ακολουθεί:

Μ’ ΑΡΕΣΕΙΣ ΟΤΑΝ ΣΩΠΑΙΝΕΙΣ

Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζης
και μ’ ακούς από μακρυά, η φωνή σου δεν μ’ αγγίζει.
Μοιάζει σαν τα μάτια σου να έχουν πετάξει
και μοιάζει σαν ένα φιλί να σου κλείνει το στόμα.

Όπως όλα τα πράγματα είναι γεμάτα απ’ την ψυχή μου
αναδύεσαι απ’ τα πράγματα, γεμάτη από την ψυχή μου.
Πεταλούδα του ονείρου μοιάζεις με τη λέξη μελαγχολία.

Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις σαν νάσαι αλαργινή,
Σαν να παραπονιέσαι, πεταλούδα που τιτιβίζει.
Και μ’ ακούς από μακρυά, κι η φωνή μου δε σε φτάνει.
Άφησέ με να σωπαίνω με τη δική σου σιωπή.

Άφησέ με ακόμα να σου μιλώ με τη σιωπή σου
φωτεινός σαν μια λάμπα, απλός σαν κρίκος.
Είσαι σαν την νύχτα, σιωπηλή κι έναστρη.
Η σιωπή σου είναι αστέρινη, τόσο μακρινή κι απλή.

Μ’ αρέσεις όταν σωπαίνεις γιατί είσαι σαν ν’ απουσιάζης.
Μακρυνή κι αξιολύπητη σαν να είχες πεθάνη.
Μια λέξη τότε ένα χαμόγελο φτάνουν.
Και είμαι χαρούμενος που δεν είναι έτσι.


Ottmar Liebert – Surrender 2 Love.



07/11/2008

2 σχόλια:

violet είπε...

«M’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τά πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα (δεν) σε φτάνει.
Mου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στά χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει.

Kι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μεσ’ άπ’ τά πράγματα... »

Αγαπημένο ποίημα, σε μια λιγο διαφορετική μετάφραση...
Μερικά βιβλια πραγματι παραπέφτουν, για πολλους λόγους.
Από τους ιδιαιτερους ποιητες ο Νερουδα. Και τους πολυ αισθαντικούς.
Καλό Σ/Κ

aeipote είπε...

Μέγα το ζήτημα της μετάφρασης και ειδικά της ποίησης. Ο Νερούντα πραγματικά ιδιαίτερος και λαμβάνοντας υπόψη και τα της μετάφρασης x2. . .

Καλή Εβδομάδα!