Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

0490. Περί Εμπνεύσεως και Μόνο Όχι

Δε μου αρέσουν οι τελευταίες εγγραφές μου. Δεν υπάρχει χρόνος, διάθεση, έμπνευση. Ένας Θεός γνωρίζει πόσο θα ήθελα να υπήρχαν αυτά τα τρία. Πόσο θα ήθελα, κι εγώ όπως πιστεύω και όλοι οι όμοιοι μου, να υπάρχουν εν αφθονία και να καταφέρω έτσι να γράψω αριστουργήματα. Κείμενα που θα κάνουν μάτια να δακρύσουν, χείλη να χαμογελάσουν, πνεύματα να σκιρτήσουν, ψυχές να δροσιστούν. Δεν υπάρχουν ή, αν θέλετε, δεν συνυπάρχουν. Πότε λείπει το ένα και πότε το άλλο. Κι εγώ, μέσα στην Δευτέρα - Τετάρτη – Παρασκευή κανονικότητά μου, προσπαθώ. Προσπαθώ την κάθε φορά για το καλύτερο δυνατό.

Η έλλειψη χρόνου οδηγεί σε μικρά κείμενα, πράγμα όχι κατ’ ανάγκη κακό. Η έλλειψη διάθεσης σε στραβοχυμένα κείμενα και η έλλειψη έμπνευσης σε κοινοτοπίες και επαναλήψεις. Καταλαβαίνετε τι συμβαίνει όταν η έλλειψη, ή η ανεπάρκεια, αγγίζει και τα τρία. Προσπαθώ για το καλύτερο με ότι διαθέτω. Αναλογίζομαι το “Με το χώμα που έχουμε θα φτιάξουμε τα τσουκάλια μας” και αναθαρρεύω.

Κάθε φορά που πατάω το κουμπί “ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ” μια μικρή, προσωπική, νίκη. Είναι σύνθετος πλέον ο ρόλος των εγγραφών που ανεβάζω. Δεν είναι μόνο αυτό που διαβάζουν οι αναγνώστες. Είναι και ότι κρύβεται πίσω από τα γράμματα. Ότι προσωπικό, και στους τρίτους αόρατο, έχει περάσει μέσα στις λέξεις και αποτελεί πλέον προσωπικό σημάδι μνήμης και σημείο αναφοράς.

Από την άλλη είναι ο ρυθμός της τώρα ζωής μου, και οι τρεις συνιστώσες που ήδη ανέφερα, που με έχουν απομακρύνει και από το κλασσικό, χειρόγραφο, ημερολόγιο μου. Είναι εδώ και μήνες που έχω να γράψω σ’ αυτό. Μ’ απασχολεί, με προβληματίζει, με πονάει. Όλο λέω “Αύριο θα καθίσω να γράψω” και ομνύω. Την κάθε φορά πατάω τον όρκο μου. Όσο δεν γράφω σ’ αυτό τόσο μεγαλώνει η σημασία και η σπουδαιότητα των εγγραφών του παρόντος. Από ένα σημείο και πέρα τα δύο ημερολόγια λειτουργούν πλέον συμπληρωματικά. Μια μικρή αποκρυπτογράφηση, μια των προσώπων που αναφέρονται στο παρόν ταυτοποίηση, και ιδού μια παράλληλη της ιστορίας της ζωής μου διήγηση.

Υπάρχουν και τα πρόσθετα στο “ηλεκτρονικό” ημερολόγιο στοιχεία. Η εικόνα και η μουσική επένδυση. Είναι εδώ και μήνες που προσπαθώ να χρησιμοποιώ μόνο δικές μου φωτογραφίες. Και είναι δεδομένη η προσπάθεια μου να υπάρχει συνταίριασμα μουσικής, λόγου και εικόνας με όσες δυσκολίες αυτό συνεπάγεται. Το έχω ξαναγράψει. Υπάρχουν φορές που το να βρω την κατάλληλη μουσική μου παίρνει πολύ περισσότερο χρόνο από το να γράψω το κείμενο. Το ίδιο, αλλά πολύ πιο σπάνια, μπορεί να συμβεί και με τις εικόνες. Σε κάθε περίπτωση είναι μεγάλη η χαρά όταν κείμενο – εικόνα και ήχος συλλειτουργούν και αποδίδουν.

Απογευματάκι Κυριακής. Ζέστη. Στις 19:30 συνάντηση, εδώ στην Α29, για κάποια ζητήματα της πολυκατοικίας. Στις 21:00 θα πρέπει να βρίσκομαι στο “Ασκληπιείο” και στο πλευρό της μητέρας μου. Δίνουμε μια μάχη και ελπίζουμε, ακόμα μια φορά, να βγούμε νικητές. Θα επιστρέψω γύρω στις 23:15 ίσα – ίσα για να δω το τελευταίο τέταρτο, της κανονικής διάρκειας, του τελικού μεταξύ Γερμανίας – Ισπανίας.

Από αύριο εργασία και χαρά. Και τα εννοώ και τα δύο!


Αγαπημένος Dean Martin καιYou're Nobody 'Til Somebody Loves You”, σε μονοφωνική έκδοση. Χαρισμένο σε όλους όσους αγαπούν και δε βρίσκουν ανταπόκριση στον έρωτά τους με την προτροπή να στείλουν το άσμα στο αντικείμενο του πόθου τους. . .


30/06/2008

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

0489. Ανάποδα Και Ολίγα

Ξεκινώ ανάποδα. Από το τραγούδι. Bonnie RaittA Thing Called Love”. Η γνωστή ιστορία. Τραγούδι αγαπημένο από την εποχή του βινιλίου που το αποκτάς, και το διαχειρίζεσαι, και σε ηλεκτρονική μορφή. Έχουν τα καλά τους τα mp3, έχουν και τα άσχημα τους. Πλέον υπάρχει μια ολόκληρη γενιά ακροατών που αγνοεί τι σημαίνει και τι είναι Hi-Fi. Μουσική από τον Η/Υ, το DVD του σαλονιού, το κινητό ή, στην καλύτερη περίπτωση, από συσκευές αναπαραγωγής mp3. Και το μπάσο, η στερεοφωνική εικόνα, ο όγκος της μουσικής, τα ηχοχρώματα; Ψιλά γράμματα. Εύκολα, γρήγορα, φθηνά. Όλα τα άλλα “είναι ατμός”. Ας είναι και έτσι.
Δύσκολες οι τελευταίες ημέρες σε επίπεδο λεπτομερειών. Κούραση, τρέξιμο, άγχος. Όλα περνάνε, όλα θα περάσουν. Εύκολα ή δύσκολα. Μένει ένας εαυτός να αναρωτιέται που είναι το λάθος και που κρύβεται η ευτυχία. Ας μένει! Και συνηθισμένος και εκπαιδευμένος είναι. 

Μεγάλη μέρα η σημερινή. Με όλη της ψυχής μου τη δύναμη, και στο μέτρο που οι Θεοί υπάρχουν και ακούνε, διάπυρες ευχές για υγεία, δύναμη, τύχη και ευτυχία. 


27/06/2008

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

0488. Ακόμη Μία Φορά


Από εχθές το μεσημεράκι. Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. Εδώ, εδώ, εδώ, κι εδώ. Τι άλλο να γράψει κανείς; Πώς να αντισταθεί στο βέβαιο και για λόγο ποιο; Θα περάσει, κι αυτό θα περάσει και θα αφήσει ότι αφήσει. Ας είναι το καλύτερο δυνατό πρώτα για την ίδια και μετά για όλους εμάς. Δεν παραπονιόμαστε, δεν δυσανασχετούμε. Είμαστε ευγνώμονες γιατί, στο μέτρο του δυνατού, έχουμε τη δυνατότητα να πράξουμε το πρέπον. Από την μία φόρτος εργασίας, από την άλλη “Ασκληπιείο” και, από την πάρα άλλη, δύσκολοι καιροί για ημερολογιστές γενικώς. Αναπνέω συστηματικά, παραμένω ψύχραιμος και λέω το του Ηράκλειτου:

“Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει, ανεξερεύνητον εόν και άπορον”.

Ή, και σε πρόχειρη μετάφραση: 

“Εάν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο το οποίο είναι ανεξερεύνητο και απρόσιτο”.


Ακούγεται το συγκρότημαGerry Mulligan Quartet στο τραγούδι “Dream A Little Dream”.

 25/06/2008

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

0487. Κάθε Καλοκαίρι

Ήταν σχετικά νωρίς. Η θάλασσα κρύα. Μπήκε. Κρύωνε. Έκανε μερικά διστακτικά βήματα. Άφηνε το κορμί του να αισθανθεί την ψύχρα του νερού, να εγκλιματιστεί. Το αποφάσισε. Είπε το όνομά της και βούτηξε. Ποτέ δεν είχαν κολυμπήσει μαζί, ούτε καν σε παραλία, αν η μνήμη του δεν του έπαιζε παιχνίδια, είχαν βαδίσει δίπλα – δίπλα. Αδυνατούσε να εξηγήσει γιατί την είχε συνδέσει με το καλοκαίρι και το κολύμπι. Και όμως· εδώ και πολλά χρόνια, με το που ερχόταν σε επαφή με το νερό της θάλασσας, το όνομα της ανέβαινε στα χείλη. Κολυμπούσε και τη θυμότανε. Έφερνε την εικόνα της στο νου του. Tο χρώμα των ματιών, την απόχρωση των μαλλιών, τη χροιά της φωνής. Αναθυμότανε. Συζητήσεις, τα όποια μηνύματα είχαν ανταλλάξει, τις λιγοστές συναντήσεις. Θυμότανε και το στομάχι του, τόσα χρόνια μετά, σφιγγότανε. Ήτανε η αντίδραση στα τόσα μοναχικά απογεύματα που εκλιπαρούσε τους Θεούς για ένα θαύμα. Τότε που προσευχότανε να “αλλάξει τις χαρακιές της παλάμης η μοίρα” και να ανταμώσουνε. Να καθίσουνε απλά και σκέτα δίπλα - δίπλα. Να συζητήσουνε, να πιούνε ούζο, να δούνε το ηλιοβασίλεμα, να κρατήσει το ακριβό της χέρι. Εκεί άρχιζαν και εκεί σταματούσαν οι φιλοδοξίες του. Περίμενε από τη μοίρα να κάνει αυτό που έπρεπε να κάνει ο ίδιος. Και η μοίρα, βεβαίως, δεν του έκανε τη χάρη. Την αγαπούσε με το δικό του τρόπο. Βουβά, παρακλητικά, απελπισμένα. Περίμενε από αυτή να αντιληφθεί το λεπτό ενδιαφέρον του, να ανταποκριθεί στις μικρές τρυφερές του φροντίδες. Περίμενε να ανακαλύψει στη ματιά του την αγάπη. Έκανε μικρά, διστακτικά, βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση και περίμενε, ματαίως, τα όμοια και ανάλογα. Εκείνη είχε τον τρόπο να τον αφήνει εκτεθειμένο. Από το ζεστό στο ψυχρό, από το πολύ στο λίγο και το ανάποδο. Η δική του συμπεριφορά ήταν γραμμική, συνεπής, προβλέψιμη. Η δική της, για τα μέτρα του, ασυνάρτητη, απρόβλεπτη, εκνευριστική. Με την ίδια ευκολία του έδινε και του αφαιρούσε ελπίδες. Είχε, και αυτός, τη σκληρότητα της εφηβείας και της άγνοιας. Αντιδρούσε στην αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά της με ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Δέκα μέρες δικής του σιωπής για πέντε δικής της. Ένας φαύλος κύκλος. Χρειάστηκε πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσει ότι, τελικώς, ήταν κυρίως ο χαρακτήρας του και ο ρυθμός της ζωής του που τον είχε οδηγήσει στην αποτυχία. Μέσα του πίστευε ότι αν και μαζί της θα μπορούσε να ζήσει το πάθος αυτό, ακριβώς λόγω της φύσης του, δεν θα μπορούσε να διαρκέσει περισσότερο από δύο – τρεις μήνες. Μεμφότανε τον εαυτό του για την αδυναμία του να το αποδείξει. Περάσανε τα χρόνια. Χαθήκανε. Δεν συναντιόντουσαν πια παρά μόνο κατά τύχη και η τύχη, σε μια πόλη τεσσάρων εκατομμυρίων, είναι αβέβαιο πράγμα. Που και που, σε γιορτές και γενέθλια, ταξιδεύανε κάποια μηνύματα. Μηνύματα ψυχρά και τυπικά. Μάταια έψαχνε σ’ αυτά τη φλόγα. Δεν υπήρχε. Έμεινε η εικόνα της εφηβείας τους να τον βασανίζει. Κολυμπούσε και την σκεφτότανε. Έλεγε το όνομα της και βυθιζότανε στο ψυχρό νερό. Ξανοιγότανε και την περικύκλωνε με τις σκέψεις του. Έφερνε στην επιφάνεια γεγονότα, περιστατικά, συζητήσεις, καταστάσεις του νου. Του είχε τύχει να σηκώσει το κεφάλι και να δει τη μορφή της να καλύπτει το θόλο του ουρανού. Είχε πια γίνει μια ιδιωτική του υπόθεση. Περίμενε τις στιγμές που θα έμπαινε στο νερό και όλες οι σκέψεις του θα γύριζαν γύρω από κείνη. Τον ευχαριστούσαν αυτές οι σκέψεις. Του έκαναν καλό. Τον βοηθούσαν στην άσκηση των καθημερινών του συνηθειών. Ήταν το μικρό του μυστικό. Κάθε καλοκαίρι με το πρώτο κιόλας μπάνιο άρχιζε η αναδρομή. Κολυμπούσε και τη σκεφτότανε. Τη σκεφτότανε και κολυμπούσε. 


Ακούγεται το κλασσικό “Baby ImA Want You” με τους Bread.


23/06/2008

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

0486. Έτη Σχεδόν Τριάντα Δύο Μετά

Ο χρόνος όλα τα αλλάζει. Αυτό που σήμερα έχει τεράστια σημασία σε χ έτη μπορεί να είναι μια απλή ανάμνηση ή και να έχει διαγραφεί από τη μνήμη και την καρδιά. Η διατήρηση της μνήμης, η επέκταση της στιγμής, η καταγραφή της ζέουσας πραγματικότητας είναι μερικά από τα πλεονεκτήματα που χαρίζει ο γραπτός λόγος. Θεωρώ ότι ευτύχησα, αδέξια ίσως, από την εφηβική μου ηλικία ακόμα να “περάσω” στο χαρτί και να περιγράψω γεγονότα τα οποία για εμένα του τότε σήμαιναν πολλά. Τριάντα τόσα χρόνια μετά, με τον χρόνο να έχει απαλύνει ακμές και αιχμές, έχω τη δυνατότητα να δημοσιοποιήσω κάποια από αυτά τα κείμενα και να μοιραστώ μαζί σας όποια και όση συγκίνηση ακόμα κρατούν. Με την Κ. είναι εδώ και δεκαετίες που έχω χαθεί, με την Φ. υπάρχει μια χαλαρότατη επαφή ίσα – ίσα σε ανάμνηση των όποιων καλών στιγμών κάποτε μοιραστήκαμε. . .

Άσκηση Γραφής Νο 8

Πρέπει να γράψω. Δε γίνεται αλλιώς παρά να γράψω. Αδέξια, κουτσά, στραβά πρέπει να γράψω. Μη μπορώντας πρέπει να γράψω. Μα υπάρχει χημικός τύπος του κενού; Πώς να το ονομάσω, πώς να το περιγράψω; Πώς θα ζήσουμε από ΄δω και πέρα όταν για λίγο είδαμε την ευτυχία που ζητάμε; Πώς θα ζήσουμε με τέτοιες σκέψεις και μια μνήμη ανεξάρτητη της νόησης; Πώς θα τελειώσει; Τι θα συντελεστεί και πόσο θα κρατήσω;
Μες τα σκοτάδια το άπλετο φως και αμέσως το κατασπάραξαν. Με ένα σφίξιμο στα χείλη και το στομάχι επιστρέφω τη χαρά που μου δόθηκε. Αν την κρατήσω θα με σκοτώσει η λύπη που έρχεται καλπάζοντας να με κόψει κομμάτια. Αδύνατο πια να περιγράφω γεγονότα γράφοντας λεπτομέρειες. Μου τηλεφώνησε, της τηλεφώνησα, μου είπε και της είπα. Είναι ίσως ότι μεγάλωσα που πια δε μπορώ να αναφερθώ στις λεπτομέρειες των γεγονότων.
Κ.. Κ.. Κ.. Πώς να γράψω αυτό που είμαι και δεν είμαι, αυτό που αισθάνθηκα, αυτό που δεν αισθάνθηκα και το σύρσιμο του χρόνου μέσα μου. Πώς θα ξεχάσω, αν χρειαστεί, πως από τις μία μέχρι τις δέκα ήμασταν μαζί χθες. Εννιά ολόκληρες ώρες ο ένας απέναντι στον άλλο.
Τι να κάνεις τα λόγια που της είπα και μου είπε, τις ματιές και τα χαμόγελα; Τι αξία μπορούν να έχουν έξω από χθες; Έξω από κείνη και έξω από μένα.
- Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια, και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες.
Μα πώς να περιγράψω για να μη γίνω γλυκερός, για να μην ισοπεδώσω, για να μην εξευτελίσω; Άλλοτε μου ήταν εύκολο να πιάνω το στυλό μου και καμαρώνοντας κάπως να γράφω τι ακριβώς είπα και μου είπαν. Τώρα μου είναι φοβερά δύσκολο γιατί ήμασταν εννιά ώρες μαζί και γιατί τα μάτια της είναι υπέροχα. Μου είναι δύσκολο γιατί είμαι χίλια κομμάτια και αφάνταστα κουρασμένος. Μου είναι δύσκολο γιατί προσμένω ένα άγγιγμα για ν’ αρχίσω να ζω.
Γράφω:
- Μου πρόσφερε το κενό και το δέχτηκα και όταν το συνειδητοποίησα τρομοκρατήθηκα και έκανα να αμυνθώ και να αρνηθώ.
Σκέφτηκα τι έπρεπε να πω και τι να κάνω. Τη συνάντησα και τα κατάπια όλα τίποτα απ’ αυτά δε μιλώντας. Τώρα ξυλάρμενος και πώς θα τελειώσει; Την πίεσα βασανιστικά πολύ δεν ξέροντας τι συμβαίνει. Σταματούσε πάντα σ’ ένα “όμως” ή σ’ ένα “αλλά” και τέλος μίλησε. Μια άτυχη ιστορία μέχρι πρόσφατα. Συνομήλικός της ένα παιδί φιλικής οικογένειας. Και δεν της ζήτησε. Αν της ζητούσε, είπε, αδίστακτα θα δέχονταν.
Και τώρα;
- Έφυγε.
Και ήταν το πιο λυπημένο, το πιο πονεμένο, το πιο πικρό “έφυγε” που άκουσα ποτέ. Στο κατώφλι των δακρύων και ήταν κοριτσίστικο.
Εμένα μου λέει:
- Δώσ’ μου λίγο καιρό.
Και σπασμένος προσπαθώ να καταλάβω τι είναι ο “λίγος καιρός” και πως θα το χωρέσω. Φοβάμαι να φύγω, φοβάμαι να μείνω. Πώς να ξέρει “αν κάτι αύριο τη συγκλονίσει”, λέει. Και εγώ που κύρια από χθες είμαι “συγκλονισμένος” τι να πω, τι να κάνω; Γυμνώσαμε τις καρδιές μας και χτυπιόμαστε, τα μάτια της, πως θα μπορέσω να ξεχάσω τα μάτια της; Τη σοφή τους απόσταση, το μέγεθος και το μαύρο τους χρώμα. Στίχος που από παλιά με τριγύριζε:
- Από το μαύρο των ματιών στο μαύρο της καρδιάς σου.
Θεέ μου και ποια σκοτεινή προφητεία να κουβαλά. Ψάχνω τις πληγές μου και όλες ώριμες στάζουν. Οδηγώ τον εαυτό μου στη μοναξιά και πια κι αυτή αρνιέται να με χωρέσει.
Το πρόσωπό της με κείνο το σημαδάκι στην κόχη του δεξιού ματιού.
- Ποιος άκουσε καταμεσήμερο το σύρσιμο του μαχαιριού πάνω στην ακονόπετρα;
Δε γνωρίζω πια πως να με μετρήσω, τι να κάνω τα μάτια και τα χέρια μου, τι να πω για ν’ αλαφρώσω. Όλα βαλμένα στη θέση τους προσμένοντας το άγγιγμά της για να λαλήσουν. Μα τι πάει να πει “μεγαλοποιώ”;
Μαντεύω τη δυστυχία των ημερών που έρχονται, το φόβο και την απόγνωση. Γνωρίζω ότι θα είναι δραματικά δύσκολο ν’ αρχίσω κάτι άλλο τώρα πια. Θεέ μου πώς θα τελειώσει; Εκείνη όλο ρωτά:
- Μα κι αν τελειώσει δε θα μπορούσε να μείνουμε φίλοι;
Να σου τηλεφωνώ που και που ...
Για τ’ όνομα του Θεού Κ. ως που νομίζεις ότι μπορούμε να παίζουμε με τις ψυχές μας, με το είναι μας;
Θέλω να μιλήσω και γυρνάω από αίθουσα σε αίθουσα της βιβλιοθήκης του Μετσόβιου να γράψω για σένα. Πότε θα κατορθώσω να γράψω αυτό που είναι; Παίρνω το λεωφορείο, σήμερα, να κατεβώ στη δουλειά μου και συναντώ τη Φ.. Και την κοιτάζω και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Μονάχα σκέφτομαι τα μαύρα μάτια της Κ. και μουρμουρίζω:
- Κ., Κ. ...
βρίσκοντας τη Φ. κάτι ασυνάρτητο και άσχετο.
Κ. “Όταν ο χρόνος ξαφνιστεί και σκύψει και δαγκάσει...”
“Πού θα είσαι σε έξη μήνες και πού θα είμαι;” χθες τη ρώτησα. Και Θεέ μου γιατί δεν της έπιασα το χέρι; Όμως πόσο θα είναι υπέροχο μετά απ’ αυτά να ζήσουμε μαζί; Πόσο πιο ολοκληρωμένη θα είναι η σχέση τότε; Και τι θα γίνω όταν “εκείνος” που έφυγε επιστρέψει; Τι θα έχω να πω, τι θα έχω να πράξω;
Μου είπε και η Κ. ότι είμαι “περίεργος άνθρωπος”. Για το όνομα των Θεών ας μην το πληρώσω μια ακόμα φορά. Τι φταίω εγώ που πάω πάντα όλος μαζί; Τι φταίω που ο εγκέφαλός μου είναι αφυπνισμένος και κλοτσά;
Τι φταίω που διαπίστωσα το μαράζι και την αναιμικότητα στ’ ανθρώπινα και πάω κάπως να τ’ αλλάξω; Τι φταίω που κατάλαβα πως έχω ένα ήχο και προσπαθώ να τον περισώσω και να τον δυναμώσω; Τι φταίω που άφησα τη μοναξιά να με διδάξει; Τι φταίω που την κάθε στιγμή γνωρίζω ακριβώς τι γίνεται και που οι δυνάμεις μου βρίσκονται πληρώνοντας ασταμάτητα; Τι φταίω που δε μπόρεσα να χωρέσω στις καθημερινές κουβέντες, στις καθημερινές χειρονομίες; Τι φταίω που άλλα ζητά η ψυχή μου; Τι φταίω που βρήκα ποιος είναι ο τρόπος να είσαι άνθρωπος; Τι φταίω που με πνίγουν την κάθε στιγμή οι σκέψεις μου; Τι φταίω που μπορώ να είμαι μετρημένος και συνετός; Τι φταίω που μπορώ να διατυπώνω τη σκέψη μου ελάχιστα παραμορφώνοντας τη σπάζοντας έτσι του αλλουνού τα κόκαλα; Τι φταίω που γεννήθηκα σ’ ένα κόσμο που με στενεύει και πάω να τον αλλάξω; Τι φταίω, τέλος, που έμεινα τόσο πολύ μόνος;
“Για των Θεών το όνομα
Και για τη καλοσύνη
Πέρασε πάλι μες το φως
Να δούμε τι θα γίνει”
Το μίλησα της Κ., πρέπει να μου δώσει χρόνο για να με καταλάβει και πρέπει να μην τρομάξει. Και χθες μου είπε:
- Ξέρεις; Στις πρώτες μας συναντήσεις σε φοβόμουνα κάπως...
Μα πως πρέπει να είμαι για να μην τρομάζω τις μικρές δεσποινίδες; Πώς να στέκομαι, πώς να τις κοιτάζω, τι να τους λέω; Κ. πες μου τι θα κάνεις το χρόνο που ζητάς; Σου είναι άχρηστος. Σου είναι άχρηστος φοβάμαι.
Η χθεσινή νύχτα αργά βαδίζοντας στην πορεία για το Πολυτεχνείο. Τι πρέπει να γράψω για κείνους που πέσανε, για κείνους που χάθηκαν; Μονάχα η γύμνια και η σιωπή μπορεί να χωρέσει αυτά τα πράγματα πιστεύω.
Και κάθομαι τώρα εδώ μοναχός να μαζέψω τις σκέψεις μου, να βρω τι είμαι και πως θα γίνει τέλος πάντων να ευτυχίσω και εγώ. Και αφήνω την Κ. να κρατάει όλα τα νήματα γιατί εγώ είμαι “άντρας” και “δυνατός”. Και που είναι η δύναμη με τόσο μαράζι, με τόση ανυπομονησία; Της λέω:
- Εσύ θα μ’ αρνηθείς. Εγώ όχι.
Και με κοιτά και δε μιλά και τι να πει με μένα που βρέθηκε. Βολικό θα μου έρχονταν να βρίσκομαι κάπου πολύ μακριά και να ΄μαι και ολομόναχος. Μα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Πρέπει να υπηρετήσω τις καθημερινές συνήθειες, να περάσω στους αναπόφευκτους τρόπους, να πω τα καθημερινά λόγια. Και το μόνο που ζητώ η ηρεμία να σκεφτώ τι είμαι και τι μου γίνεται και δεν την έχω.
Σκέφτομαι τα τηλεφωνήματα που θα γίνουνε και τα διαστήματα της σιωπής που θα περάσουμε. Κι αυτά ως πότε; Κι αν τέλος σμίξουμε, ως πότε; Κι αν κάνω λάθος κι αν κάνει λάθος; Έχει τόσο υπέροχα μεγαλώσει για μένα που δε θέλω για τίποτα να την πικράνω. Όμως θα το κάνω. Αλλιώς δε γίνεται. Θα τη χαστουκίσω και θα με χαστουκίσει. Θα την πληγώσω και θα με πληγώσει. Θα την αγκαλιάσω και θα με αγκαλιάσει. Της το μίλησα ακριβώς έτσι. Και μήπως δεν αρχίσαμε;
Μια δήλωση χθες δυο φορές την έκανα:
- Θα μείνω κοντά σου όσο αντέξω. Μετά θα φύγω.
Και κείνη θαρρώ:
- Το φοβάμαι.
Και πάλι:
- Μη φοβάσαι δεν πρόκειται να γίνω χαλί να με πατήσεις όπως κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει. Υπάρχει μηχανισμός ασφαλείας σε μένα και θα φύγω.
Και κείνη:
- Μα ναι. Είσαι δυνατός, δεν είσαι αδύνατος άνθρωπος.
Μα που να πάρει ο διάβολος τι δυνατός άνθρωπος είμαι με τόσο πόνο, με τόση πίκρα; Τι δυνατός θα είμαι όταν καιρό μετά το χωρισμό, αν γίνει, θα αισθάνομαι η προσωποποίηση του “τίποτα”, όταν βουτήξω και πάλι πιάσω πάτο. Ναι, θα είμαι “δυνατός” μα μόνο για τους άλλους, μόνο για “κείνη”. Για μένα θα είμαι ένας σπασμένος άνθρωπος, ένα φοβισμένο ζώο. Όμως για κείνη θα είμαι σίγουρα δυνατός τόσο που να το πιστέψει, από τη συμπεριφορά μου, πως τίποτα σοβαρό δε μου συνέβηκε, ότι ψεματάκια, λίγο ως πολύ, ήταν αυτά που της μίλησα. Γιατί θα την κοιτώ και θα είμαι ψυχρός και αδιάφορος και ας μέσα μου ο εγκέφαλός μου φλέγεται και η καρδιά μου βροντά. Όμως πρέπει να ακούω τις συμφωνίες του Beethoven πάντα με την ίδια αίσθηση της ανθρωπινότητάς μου και γι’ αυτό δε θα υποχωρήσω πέρα από τα τωρινά όρια. Γιατί θα ήταν πολύ εύκολο να γίνω χαλί να με πατήσει, να την εκλιπαρήσω:
- Σώσε με. Δώσ’ μου θάρρος να ζήσω την κατουρημένη μου ζωή.
Γιατί είναι “α-ξ-ι-ο-λ-ά-τ-ρ-ε-υ-τ-η” και πάρτε με στα σοβαρά.
Ποιος αν γνώριζε την προηγούμενη ζωή μου δε θα δικαιολογούσε μια τέτοια στάση; Πέρασα το απαισιότερο καλοκαίρι της ζωής μου, βγήκα συντρίμμια τραγικά και την είδα ελπίδα σωτηρίας. Τη ζήτησα προσδοκώντας να γιάνει τις πληγές μου. Τη ζήτησα. Και βρήκα τις δικές της μικρές ή μεγάλες πληγές. Και μου ζητά, ασυνείδητα ίσως, να ξεχάσω τις δικές μου πληγές και να κοιτάξω τις δικές της. Και το κάνω όσο μπορώ, όπως μπορώ, γιατί αν την άφηνα και κάποιος άλλος τη σήκωνε στο φως πως θα μπορούσα μετά να την κοιτάξω στα μάτια;
“Χρόνος στον τόπο μας περνά κι όλα τα παρασέρνει
Και κείνος π’ αντιστέκεται λυγίζει και πεθαίνει
Κυρά στα πόδια σου νεκρός με το κορμί σπασμένο”
Κάποιος να σηκωθεί να πει ότι μεγαλοποιώ τα πράγματα, ότι τα δίνω υπερβολικά. Να σηκωθώ να τον κοιτάξω στα μάτια και να του πω:
- Είναι να μη σου τύχει.
Με ζήτησαν τόσες κοπέλες και τις αρνήθηκα γιατί δεν ήθελα να συμβιβαστώ. Όμως μετά την Κ. το χάος. Δύσκολο, πολύ δύσκολο ν’ αντέξω πια.
“Έλα πια και πιάσε μου το χέρι
Έλα όπως πέφτει ένα αστέρι
Έλα πια και μη μ’ αφήνεις μόνο να πονώ”
Είναι τόσο διαφορετικά τα πράγματα από τότε με τη Φ.. Τότε τα πράγματα τα υποψιάστηκα, τώρα τ’ άγγιξα. Και πώς να αφήσεις κάτι που άγγιξες;
Τι ξέρει για μένα η Κ.; Πως με βλέπει; Τι μαντεύει από τον άνθρωπο που μέσα μου πάλλεται; Και από κείνη εγώ τι βλέπω και τι δε βλέπω; Οι μέρες που έρχονται, τ’ απογεύματα που έρχονται, οι νύχτες που έρχονται. Και η μνήμη ανεξάρτητη της νόησης. Πόσο πρόλαβε να με δηλητηριάσει η αίσθηση της χαράς; Πόσο η προσωπικότητά μου πάει προς τη μία κατεύθυνση; Είναι ένας ολόκληρος κόσμος πραγμάτων που μαντεύω. Τα τσιμπήματα της μοίρας, η ανοχή, η ανυπομονησία, οι καθημερινοί διαδορατισμοί. Η συνεχής αντιδικία μου με τον τόπο και το χρόνο. Ολόκληρος εγώ μια εξακοντισμένη βούληση, μια εξακοντισμένη ανάγκη. Και μήπως δεν το έγραψα πως φοβάμαι ότι είμαι “ασυγχώρητα πολύπλοκος” ;
Από δω και πέρα, από δω και πέρα, πόσο θα επιτρέψω στην Κ. να με χτυπήσει, να με διαψεύσει;
Ήθελα να της πω:
- Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Να μου λες πότε ακριβώς θα μου τηλεφωνήσεις. Πριν την καθορισμένη ώρα σπάσε τα τηλέφωνα όμως ποτέ μετά...
Δεν της είπα τίποτα, δε ζήτησα.
Με τη Φ. ήθελα να ρίξω το καράβι στα βράχια, να το τσακίσω. Δεν είχα να της ζητήσω τίποτα και ήταν οδυνηρά απαίσιο. Με την Κ. θέλω να οδηγήσω το καράβι στο λιμάνι και ίσα-ίσα φοβάμαι τα βράχια. Θέλω να της ζητήσω ένα σωρό πράγματα και μα τον Δία δε μου είναι καθόλου δυσάρεστο.
Τι να γράψω πια; Τι να πω; Γέμισαν αυτά τα χαρτιά. Δε μου συμβαίνει συχνά να υπάρχουν τόσα ερωτηματικά στα κείμενά μου. Είμαι ξυλάρμενος. Είμαι κουρασμένος. Κολυμπάω στο κενό. Κλείνω κάνοντας μια ευχή:
- Οι Θεοί να δώσουν να ζήσουμε μαζί.
Αλλιώς δεν ξέρω πως θα τελειώσει...

18 Νοέμβρη 1976 / Βιβλιοθήκη ΕΜΠ


20/06/2008

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2008

0485. Μένανδρος και Πάλι

Μοιάζει να είναι η εύκολη λύση και ίσως, κατά μία έννοια, και να είναι. Με άλλα λόγια ο Μένανδρος σε ρόλο Αλοΐσιου. Δύσκολοι καιροί, έλλειψη χρόνου, έλλειψη διάθεσης, ζέστη. Ο Μένανδρος εκεί. Στο “άγρυπνον όμμα”. Στην εγγραφή 0483 παρέθεσα είκοσι εννέα αμετάφραστα αποσπάσματα από το έργο του. Έτσι, για να παλέψουμε λίγο με τη γλώσσα, να θυμηθούμε λέξεις και έννοιες, να χαρούμε την κομψότητα και την ακρίβεια της έκφρασης. Να ανοίξουμε και κανένα λεξικό στο κάτω – κάτω. Συνεχίζω και σήμερα, Τρίτη βραδάκι, παρουσιάζοντας και πάλι αποσπάσματα του εξαιρετικού αυτού στοχαστή. Ελπίζω κάποια από αυτά να σας άγγιξαν, ή να σας αγγίξουν, και να καταλάβουν μια θέση στη μνήμη σας για την αλήθεια, την κομψότητα και την αμεσότητά τους.
Ιδού!

Ουδείς το μέλλον ασφαλώς βουλεύεται

Ουκ έστιν όστις την τύχην ου μέμφεται

Όπλον μέγιστον εν βροτοίς τα χρήματα

Όπλον μέγιστον έστιν ανθρώποις λόγος

Ουδείς ποιών πονηρά λανθάνει θεόν

Πολλών ο καιρός γίγνεται διδάσκαλος

Προπέτεια πολλοίς έστιν αιτία κακών 

Πενίαν φέρειν ου παντός, αλλ’ ανδρός σοφού

Πολλούς ο καιρός άνδρας ουκ όντας ποιεί

Πατήρ ο θρέψας κουχ ο γεννήσας πατήρ

Προς ευ λέγοντας ουδέν αντιπείν έχω

Πολλοί μαθηταί κρείττονες διδασκάλων

Πενίαν φέρειν και γήρας έστι δύσκολον

Πολιά χρόνου μήνυσις, ου φρονήσεως

Πλούσιος υπάρχων μη φρόνει υπέρ μέτρον

Πολλοί τραπεζών, ου φίλων εισίν φίλοι

Προς την ανάγκην ουδέ εις ανθίσταται

Ράθυμος εάν ης πλούσιος, πένης έση

Σύμβουλος ουδείς έστι βελτίων χρόνου

Σύμβουλος αγαθών, μη κακών είναι θέλε

Τον ευτυχούντα και φρονείν νομίζομεν

Τω γαρ καλώς πράσσοντι πάσα γη πατρίς

Των ευτυχούντων πάντες εισί συγγενείς

Τιμώμενοι γαρ πάντες ήδονται βροτοί

Τα δάνεια δούλους τους ελευθέρους ποιεί

Υπέρ σεαυτού μη φράσης εγκώμιον

Υπερήφανον πραγμ’ εστίν ωραία γυνή

Φοβού το γήρας· ου γαρ έρχεται μόνον 

Φίλος με λυπών ουδέν εχθρού διαφέρει

Φθείρουσι ήθη χρήσθ’ ομιλίαι κακαί

Χάριν λαβών μέμνησο και δους επιλαθού

Ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, αν άνθρωπος η

Ων ήρξε γαστήρ, το φρονείν αφηρέθη

Πας δύναται κακώς ποιείν


Από το εξαιρετικό άλμπουμ “Αθανασία” του Μάνου Χατζιδάκι ακούγεται το ορχηστρικό, και αγαπημένο μου, “Η Μπαλάντα του Ούρι”.


18/06/2008

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2008

0484. Τα μυαλά τους Και Μια LYRA!

Σάββατο εχθές και κάθοδος στο κέντρο της Γλυφάδας. Στο πρόγραμμα, ανάμεσα στα άλλα, και η αγορά κάποιων δίσκων. Επειδή στον ίδιο δρόμο βρίσκονται πλέον τρία δισκοπωλεία, MetropolisHondos και Fnac, έκανα μια μικρή έρευνα αγοράς. Νικητής, μετά πολλών επαίνων, το (πολύ)κατάστημα Hondos Center Γλυφάδας. Δεύτερο το Fnac, οι “πράσινες” τιμές του οποίου θα μπορούσαν να είναι και “πιο πράσινες”, και τρίτο, και καταϊδρωμένο, το Metropolis. Το καταπληκτικό; Μάνος Χατζιδάκις, τα ορχηστρικά “Ο Σκληρός Απρίλης του ΄45”, “Πασχαλιές Μέσα Από Τη Νεκρή Γη” και “Η Άλλη Αγορά”, με κόστος CD το γνωστό 2,99 Ευρώ ανά άλμπουμ των Hondos Center! Σπεύστε! Στην ίδια τιμή και αρκετά από τα παλιά άλμπουμ του Cat Stevens και διάφορα άλλα και ενδιαφέροντα.

Αγοράζω, λοιπόν, έξι άλμπουμ των 2,99 Ευρώ/Άλμπουμ και τρία “κανονικής” τιμής. Συγκεκριμένα τα: “Της Νύχτας Τα Ηχεία” του Λάκη Παπαδόπουλου και τα “Μπαράκια” και “Χάδια και Χαστούκια” του Βαγγέλη Γερμανού. Το τελευταίο μάλιστα το χάρηκα και πολύ γιατί, από καιρό, το έψαχνα και δεν το έβρισκα. Επρόκειτο για ένα διπλό CD άλμπουμ με εξώφυλλο αυτό το κλασσικού “Βραχυκύκλωμα”, από το 1984, και τον σεμνότατο τίτλο που ήδη αναφέρθηκε. Έριξα μια επιπόλαιη ματιά στο οπισθόφυλλο, πλήρωσα, το αγόρασα, έφυγα. 


Και μετά ήλθε η έκπληξη. Τα αστροπελέκια της LYRA, και εδώ δικαιολογείται ο τίτλος, είχαν κάνει το θαύμα τους. Το διπλό CD είχε μια περίεργη σχέση με τα άλμπουμ βινιλίου τα οποία είχα στην κατοχή μου και επιθυμούσα να αντικαταστήσω. Συγκεκριμένα από τα τραγούδια των άλμπουμ βινιλίου υπήρχαν μόνο αυτά της Α΄ πλευράς. Δηλαδή έξη από το “Βραχυκύκλωμα” και πέντε από το “Χάδια Και Χαστούκια”. Τα υπόλοιπα δεκαέξι του άλμπουμ άσχετα και μαζεμένα, ίσως, από δεξιά και αριστερά. Και έτσι, δυστυχώς, τα ωραιότατα τραγούδια των Β΄ πλευρών των αρχικών άλμπουμ εξαφανισμένα.


Με έπιασαν τα νεύρα μου. Κρίμα τη χαρά που πήρα! Αδυνατώ να κατανοήσω τους λόγους που μια “σοβαρή”, μπρρρ, εταιρία κάνει τέτοιες τσαπατσουλιές και σακατεύει κλασσικά άλμπουμ. Ελληνικό “Μάρκετινγκ” από ιθαγενείς για ιθαγενείς; Αβλεψία; Περιφρόνηση στον μουσικόφιλο αγοραστή, ή κάτι άλλο; Βεβαίως πουθενά δεν αναφέρεται ο τίτλος “Βραχυκύκλωμα” αλλά το εξώφυλλο, για όσους γνωρίζουν, παραπέμπει ευθέως. Το “Χάδια και Χαστούκια” όμως πώς να το παρερμηνεύσεις και να δεχτείς να σου σερβίρουν άλλα αντ’ άλλων; Δε γνωρίζω ποιος ανόητος και άσχετος το σκέφτηκε και κυκλοφόρησε αυτό το εξάμβλωμα αλλά· έχασα πάσα ιδέα για την συγκεκριμένη εταιρία, θεωρώ τέτοιες πρακτικές απαράδεκτες και αισθάνομαι εξαπατημένος. 


Συμπέρασμα; Προσοχή στη LYRA και σε ότι κυκλοφορεί. Υποψιάζομαι ότι στους διαδρόμους της κυκλοφορούν, πλέον, άσχετοι και για την πνευματική και ψυχική μας υγεία επικίνδυνοι. . .

Υ.Γ. Στο άλμπουμ “Τα Μπαράκια” ομολογώ ότι κατάφεραν να έχει τα ίδια τραγούδια με αυτό του βινιλίου. Εύγε τους! 


Ακούγεται, για δεύτερη συνεχόμενη φορά, ο Βαγγέλης Γερμανός στο τραγούδι του “Ο Κηπουρός”.


16/06/2008