Παρασκευή, 29 Φεβρουαρίου 2008

0441. Metropolis

Διάλεξε. Βρέθηκε με πέντε άλμπουμ στα χέρια. Τρία ελληνικά, δύο ξένα. Πήγε στο ταμείο. Έδωσε τα CD. Η ταμίας έκανε τα δικά της.
“Φίλε, έχεις ένα δίευρω;” άκουσε μια φωνή στ’ αριστερά του. Γύρισε. Ένας τυπάκος. Γύρω στα τριάντα. Ταλαιπωρημένος.
“Όχι” απάντησε, μηχανικά σχεδόν. Ο νους του είχε πάει στα ναρκωτικά. “Τι να το κάνεις;” ρώτησε μετανιωμένος. “Να πάρω ένα δίσκο”, “Τι δίσκο;”, “Ελληνικό Ροκ”, ήταν ο διάλογος που ακολούθησε. Έβγαλε και του έδωσε ένα κέρμα των δύο ευρώ.
Στον πάγκο απλωμένα ένα χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ και κάποια ψιλά. Έλειπε μισό ευρώ ακόμα. Το πρόσφερε πρόθυμα ένας, τεράστιος, από τους σεκιουρητάδες. Ο τυπάκος πήρε τη σακουλίτσα με το Ελληνικό του Ροκ και αποχώρησε πασιχαρής.
Αισθάνθηκε ευχαριστημένος. “Άντε, ανθρωπέψαμε και σήμερα!” συλλογίστηκε. Πήρε τα ρέστα του και τα πέντε του άλμπουμ και αποχώρισε πασιχαρής ομοίως.


Ακούγεται το πανέμορφο, επιτρέψτε μου, “Koop Island Blues” με την Ane Brun και το Σουηδικό ντουέτο των Koop.

Υ.Γ. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει. Να ή να μην; Απορία ιδού η!


29/02/2008

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

0440. Εύγε! Είσαι Απίθανος!

Απογευματάκι Κυριακής· προχθές. Βρίσκομαι στην Α29. Κάποια στιγμή λέω να ξεκινήσω για το πατρικό της Τ47. Κατεβαίνω στην πιλοτή, επιβιβάζομαι στο αυτοκινητάκι μου. Κάνω τους τιμονισμούς μου και έρχομαι απέναντι από την γκαραζόπορτα έτοιμος για τη διαδρομή μου. Κι εκεί με περιμένει η έκπληξη. Μια κούρσα, έτσι λέγεται στις περιπτώσεις αυτές, είναι σταθμευμένη μπροστά στην γκαραζόπορτα. Ω! μου λέω· και ανατιριχιάζω!

Ο λεβέντης, ας υποθέσουμε ότι είναι σερνικός - τρομάρα του, έχει παρκάρει επάνω στο πεζοδρόμιο και κλείνει και την ράμπα που οδηγεί στο υπόγειο γκαράζ και, κατά το ήμισυ και περισσότερο, την δίοδο προς, και από, τους χώρους στάθμευσης της πιλοτής.

Να διευκρινίσω ότι η Α είναι ένας δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δυο λωρίδες ανά κατεύθυνση, και φαρδιά νησίδα. Επί πλέον τα πεζοδρόμια είναι έτσι διαμορφωμένα που έχουν ειδικές εσοχές για στάθμευση αυτοκινήτων. Ο χαζοβιόλης δεν είχε κανέναν λόγο, πέραν της ηλιθιότητας που κουβαλούσε, να σταθμεύσει πάνω στο πεζοδρόμιο, δέκα μέτρα πιο κάτω υπήρχαν ελεύθερες θέσεις.

Από τις καταστάσεις που σε αφήνουν με το στόμα ανοιχτό και σε εξοργίζουν. Πας να βγεις από το σπίτι σου να πας στη δουλειά σου και ο κάθε ανεγκέφαλος κοπρίτης οδηγός κούρσας μπορεί να σου απαγορεύσει τη διέλευση και να σε κλείσει μέσα. Γιατί; Γιατί έτσι! Γιατί αυτός είναι μάγκας κι όπου γουστάρει αφήνει την κούρσα του για να μην, πατώντας, λερώσει τα γοβάκια του. Γιατί εκεί του ήρθε να το αφήσει και στα αποτέτοια του.

Από τις καταστάσεις που σε κάνουν να θυμάσαι την από τα ζώα καταγωγή σου. Να τον πετύχεις τον ηλίθιο και να τον αρχίσεις στα σκαμπίλια. Να μην ξέρει από πού του ΄ρθε, ο βλαμμένος. Σκέφτηκα να αρχίσω να χτυπάω τα κουδούνια της Α29 μήπως και το βλήμα ήταν “επισκέπτης μας” και για τούτο μας περιποιούνταν. Επέδειξα, τελικά, ψυχραιμία. Βγήκα από τον λίγο χώρο που μου είχε αφήσει πατώντας και το παρτέρι. Περίμενα και κανένα πεντάλεπτο μπας και το είχε πιάσει κόψιμο το ούφο και εμφανιζόταν ανακουφισμένο και μετανοημένο. Ουδέν.

Έκοψα ένα φύλλο από την ατζέντα που έχω στο αυτοκίνητο και του έγραψα τα του τίτλου: “Εύγε! Είσαι Απίθανος!”. Το άφησα κάτω από τον υαλοκαθαριστήρα του παρμπρίζ της κούρσας του και αποχώρισα. Διατηρώ, βέβαια, τις επιφυλάξεις μου για το τι κατάλαβε όταν το διάβασε αλλά, τι να κάνουμε; Τους ηλίθιους πρέπει να τους παίρνουμε με το μαλακό. . .


Ακούγεται και πάλι το “Bad, Bad Leroy Brown” αυτή τη φορά από τον δημιουργό του Jim Croce και πλήρες!


27/02/2008

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

0439. Φωτογραφίες Παλιές

Το Σαββατοκύριακο αυτό ασχολήθηκα με την σάρωση και αποκατάσταση παλιών φωτογραφιών. Με τον hp scanjet 4470c της Τ47 σκανάρισα 19 πρόσφατες φωτογραφίες και 9 παλιές. Οι πρόσφατες από την υπηρεσιακή γιορτή για την κοπή της βασιλόπιτας, οι άλλες παλιές και, λίγο – πολύ, φθαρμένες. Οι πρώτες τραβήχτηκαν με μια απλή, και παλιά, compact Cannon μιας συναδέλφου με χρήση flash. Το αποτέλεσμα, αν και εξαιρετικά μέτριο, είναι αποτελεσματικό στο επίπεδο της υποβοήθησης της μνήμης.
 

Ο σαρωτής που διαθέτω είναι μέτριος και έτσι ακόμα και άψογα θετικά (τυπωμένες φωτογραφίες) χρειάζονται τις διορθώσεις τους κυρίως για παράταιρα pixels. Οι φωτογραφίες της γιορτής ωστόσο είχαν και σοβαρά προβλήματα με την εμφάνιση του φαινομένου “κόκκινα μάτια”, και μάλιστα σε δύσκολες γωνίες, με αποτέλεσμα η διόρθωσή τους να είναι δυσχερής.
 

Οι παλιές φωτογραφίες προερχόντουσαν από το αρχείο της συναδέλφου την οποία και ενθάρρυνα να μου τις εμπιστευτεί για την εργασία αυτή. Επρόκειτο για 3 έγχρωμες και 6 ασπρόμαυρες φωτογραφίες από την δεκαετία του 60 και πίσω. Οι περισσότερες πολυπρόσωπες, από οικογενειακές συναθροίσεις ή γάμους, με την αισθητική της εποχής τους. Το να αποκαθιστώ φθαρμένες φωτογραφίες αποτελεί μια εργασία που με συγκινεί. Το έχω ήδη πράξει για τις δικές μου με αποτέλεσμα, θα έλεγα, ενθαρρυντικό [παραδείγματα εδώ, κι εδώ].

Χρησιμοποιώ το Photoshop, στοιχειωδώς λίαν και ερασιτεχνικά εντελώς πράγμα το οποίο σημαίνει απώλεια χρόνου. Τον διαθέτω ευχαρίστως. Με ενδιαφέρει να αποκαθιστώ μορφές και τοπία, να εξαφανίζω λεκέδες και τσακίσματα των φωτογραφιών. Όταν το τελικό αποτέλεσμα είναι μια αποδεκτή φωτογραφία αισθάνομαι ικανοποιημένος. Έτσι και τώρα. Με την γνωστή τελειομανία μου σπατάλησα ώρες ολόκληρες για να αποκαταστήσω, σε επίπεδο pixel, τις φωτογραφίες που μου εμπιστεύτηκαν.

Τελικώς, κάτι κατάφερα. Τώρα οι φωτογραφίες μοιάζουν με καινούργιες. Ποιος να το έλεγε στους εικονιζόμενους ότι θα ερχόταν μια εποχή που ένας, άσχετος, αείποτε θα έσκυβε πάνω από τα πρόσωπα και τις ενδυμασίες τους διορθώνοντας και αποκαθιστώντας; Αμφιβάλλω αν η συνάδελφος αντιληφθεί τον μόχθο που κρύβεται πίσω από το αποτέλεσμα που, εμφανώς, ικανοποιεί τη ματιά. Αλλά δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι η συνέχεια, η ικανοποίηση από το ότι πράττουμε, η χαρά του να προσφέρεις αυτό που μπορείς.

Y.Γ. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό μου αρχείο.


Ακούγεται ένα τραγούδι με το οποίο έχω κολλήσει τελευταία. Πρόκειται για την σύνθεση “Bad, Bad Leroy Brown” του Jim Croce σε απόδοση του μοναδικού Frank Sinatra. Ακούστε, λοιπόν, τι έπαθε ο καβγατζής και επηρμένος Leroy όταν σήκωσε τα μάτια στην ομορφούλα και παντρεμένη Doris συνυπολογίζοντας και το τετράστιχο:

Well the two men took to fighting
And when they pulled them off the floor
Leroy looked like a jigsaw puzzle
With a couple of pieces gone

που απουσιάζει από την εκτέλεση με τον Sinatra.


25/02/2008

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

0438. Διονύσης Σαββόπουλος


Είναι εδώ και αρκετό καιρό που βλέπω, σε διάφορα έντυπα, καταχωρίσεις της δισκογραφικής εταιρείας LYRA. Καταχωρίσεις με βασικό τίτλο “Τα Ψάχνατε και δεν τα Βρίσκατε;” οι οποίες αναφέρονται σε επανακυκλοφορίες μουσικών έργων του καταλόγου της εταιρείας και μάλιστα “Remastered” και “Συλλεκτικές”, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει.

Ανάμεσα στα διαφημιζόμενα και τα άλμπουμ του Διονύση Σαββόπουλου. Πρόκειται για έργα τα περισσότερα των οποίων έχω σε δίσκους βινιλίου και κάποια, από τα νεότερα, σε CD. Ο Σαββόπουλος είναι από τους αγαπημένους μου, από τους καλλιτέχνες που αγοράζω τους δίσκους τους άμα τη εμφανίσει. Θυμάμαι πάντοτε με συγκίνηση το πώς πρωτοάκουσα “Το Περιβόλι του Τρελού” στην αυλή ενός συμμαθητή μου. Σε μια εποχή που pick-up και δίσκοι ήταν πράγματα δυσεύρετα και η αγορά ενός δίσκου ένα μικρό γεγονός. Στην αυλή, λοιπόν, μια μονοκατοικίας που σήμερα είναι, βεβαίως, τετραώροφη πολυκατοικία.

Μιας και είχε έρθει ο καιρός να αντικατασταθούν πια οι δίσκοι βινιλίου, το αποφάσισα. Προχθές και από το “επάνω” δισκοπωλείο METROPOLIS, της Πανεπιστημίου, αγόρασα τα άλμπουμ “Το Βρώμικο Ψωμί”, “Η Ρεζέρβα” και “Τραπεζάκια Έξω”. Κόστος; 16,4 Ευρώ ανά άλμπουμ. Τα HONDOS CENTER έχουν σαφώς καλύτερη τιμή, 14,99 Ευρώ ανά άλμπουμ, για την συγκεκριμένη σειρά, των “Remastered και Συλλεκτικών” της LYRA, αλλά, ατυχώς, δε βρήκα αυτά που ήθελα. Το αστείο είναι ότι παλαιότερες εκδόσεις, και μη “Remastered” βεβαίως, είναι ακριβότερες από τις πρόσφατες.

Εκείνο που δεν μου άρεσε ήταν η ροζέ απόχρωση στην θήκη του άλμπουμ “Το Βρώμικο Ψωμί”. Τη βρίσκω εντελώς παράταιρη και μου χαλάει τη διάθεση. Σκανάρισα, ή σάρωσα μήπως;, το εξώφυλλο και το παραθέτω για να άποψη σχηματίσετε [και μη τον Σκαρίμπα λησμονούμε να]. Οι θήκες είναι χαρτονένιες και η παραγωγή προσεγμένη με καλαίσθητα πολυσέλιδα βιβλιαράκια που περιέχουν στίχους και σχετικές πληροφορίες. Η ποιότητα του ήχου μοιάζει καλή αλλά αν δεν τα ακούσω στο υπόγειο της Τ47 δε μπορώ να πω.

Για την ηχητική κάλυψη επέλεξα το τραγούδι “Για τα Παιδιά Που’ Ναι στο Κόμμα” από τη “Ρεζέρβα”. Τραγούδι αγαπημένο που μάλιστα είχα “αφιερώσει” και σε μια κοπελιά, την εποχή της κασέτας αν αυτό κάτι σας λέει, σημειώνοντας μια κομψότατη αποτυχία. Ακόμη τις συλλογίζομαι· και την κοπελιά και την αποτυχία. . .


22/02/2008

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

0437. Με Αφορμή Μια Άσπρη Μέρα


Πάει, πέρασε κι αυτό. Χιόνι ήταν· έλιωσε, έφυγε. Έμειναν οι ρεπόρτερ των καναλιών, που τουρτούριζαν εξηγώντας τα αυτονόητα, και τα παράπονα αγανακτισμένων πολιτών. Πραγματικά, τι ξεφτιλισμένο κράτος είναι αυτό που δεν μπορεί να διαθέσει μέσα για να καθαρίσει τις αυλές των πολιτών του όλων και κάθε δρόμο και δρομάκι; Το έχουμε χάσει τελείως. Ζητάμε τα απίθανα και αδύνατα. Η προσωπική ευθύνη, η προσωπική συμβολή έχει πάει περίπατο. Έχουμε μάθει να ζητάμε και να περιμένουμε. Μια ζωή. Θέλουμε τους υπεύθυνους και τους αρμόδιους, με το παραμικρό, έξω από την πόρτα μας έτοιμους να ικανοποιήσουν τα δίκαια αιτήματά μας. Το έμαθαν κι αυτοί το μυστικό και, απλώς, εξαφανίστηκαν. Πρακτικά δεν υπάρχουν. Και είμαστε συνυπεύθυνοι. Αυτό το κράτος μας ταιριάζει και του ταιριάζουμε. Ωχαδερφισμός και άγιος ο Θεός. Πάντα οι άλλοι φταίνε. Πάντα εμείς οι δίκαιοι και οι άλλοι οι παράλογοι. Άψογοι όλοι στη θεωρία και απαράδεκτοι στην πράξη. Στην πρωτοπορία δημοσιογράφοι και πολιτικοί. Κάθε τενεκές και μικρόφωνο· κάθε τιποτένιος και αξίωμα. Ο ένας χειρότερος από τον άλλο. Ένα και ένα τρία. Το εύκολο δύσκολο. Το προφανές άφαντο. Το λογικό εξοστρακισμένο. Και έτσι πάμε. Προσμένοντας και, στην ουσία, αδιαφορώντας. Για τον δρόμο, την γειτονιά, τον τόπο μας. Συλλογίζομαι συχνά πως θα ήταν η ζωή σ’ αυτή την πόλη αν συνειδητά προσέχαμε. Όχι μόνο να μην ρυπαίνουμε αλλά και να καθαρίζουμε, να στιγματίζουμε, ακαριαία αντιδρώντας, κοινωνικά απαράδεκτες συμπεριφορές, να αποτελούμε παράδειγμα. Να αρπάξουμε από τον λαιμό τον λέτσο που με τη μηχανάρα του διασχίζει πεζοδρόμια και πεζόδρομους. Τον κρετίνο που ανοίγει το παράθυρο της κούρσας του και πετάει σκουπίδια. Τον δολοφόνο που εν ψυχρώ περνάει με κόκκινο. Αυτόν που αναιδώς προκαλεί. Και δεν πρόκειται. Αρκεί, πλέον, να στραβοκοιτάξεις τον λάθος άνθρωπο για να βρεθείς καθυβρισμένος ή και μαχαιρωμένος. Λοιπόν; Υπομονή και καλή καρδιά. . . 


Ακούγεται το τραγούδι “Sorrow” με τον Mort Shuman.


20/02/2008

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2008

0436. Χιόνι και Περηφάνια Και Προκατάληψη

Χειμώνας, κρύο, χιόνι. Η χαρά των παιδιών. Και των μεγάλων; Όσο είσαι στο ζεστό σου σπίτι με όλα τα καλά του Θεού κανένα πρόβλημα. Συλλογίζομαι όμως τους αναγκεμένους, αυτούς που είναι υποχρεωμένοι να μετακινηθούν, να εργαστούν. Εύχομαι να πάνε όλα καλά, να κινηθούν με ασφάλεια και να επιστρέψουν σώοι στις εστίες τους. Είναι απόγευμα Κυριακής, χιονίζει. Είναι πολύ πιθανό αύριο να μην πάω στο γραφείο. Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να με πιέζει και έχω την αίσθηση ότι τα ΜΜΜ αύριο θα υπολειτουργούν. Θα το αποφασίσω το πρωί, στις 05:45, που θα εγερθώ. Αλλά προς το “δεν” προσανατολίζομαι.

Εχθές το βραδάκι είδα το Α΄Μέρος του έργου “Περηφάνια και Προκατάληψη” [Pride And Prejudice] της Jane Austen. Πρόκειται για μια παραγωγή του BBC [1995] συνολικής διάρκειας 311 λεπτών. Μου αρέσει το πώς έχει “αναστηθεί” η εποχή, η βρετανική ύπαιθρος, οι χώροι και τα σπίτια, οι χοροί της εποχής [μα πώς δεν μπέρδευαν τα βήματα] και η ετικέτα της. Μου αρέσουν οι διάλογοι, η διανομή, η μουσική και η φωτογραφία. Εκείνο που δεν μου άρεσε καθόλου, και ουδείς πταίει, ήταν τα σαν τσουβάλια ενδύματα των γυναικών που ουδόλως τις κολάκευαν.


Το έργο είναι, έτσι κι αλλιώς, από τα αγαπημένα μου και είναι η δεύτερη εκδοχή του που παρακολουθώ. Ομολογώ ότι μου αρέσει περισσότερο από την πρώτη μιας και θεωρώ ότι είναι πιο κοντά στο βιβλίο και το πνεύμα της [αγαπημένης] συγγραφέως. Είναι ένα από τα καλά της εποχής. Κρατάς τα DVD στο συρτάρι και ένα ΣαββατοΚαιΚύριακο που χιονίζει καθίζεις στον καναπέ σου, σβήνεις τα φώτα και απολαμβάνεις.
Η ώρα πλησιάζει οκτώ. Ανεβάζω το τραγούδι που έχω, ευτυχώς ήδη, επιλέξει, βλέπω την αρχή των ειδήσεων και πάω ολοταχώς για “Περηφάνια και Προκατάληψη”, Μέρος Β΄. 


Είναι μερικά τραγούδια που, έτσι, τα χαρακτηρίζει κανείς “χειμωνιάτικα”, όπως κάποια άλλα “για ακρόαση στο αυτοκίνητο”. Πράγμα περίεργο αλλά, από τα πρώτα ακούσματα, χαρακτήρισα το άλμπουμ “What A Wonderful World” του Louis Armstrong “χειμωνιάτικο”. Ίσως και να είναι. Από το άλμπουμ αυτό, λοιπόν, ακούγεται το τραγούδι: “The Home Fire”. 


18/02/2008

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2008

0435. Ο Αλοΐσιους Ονειρεύεται

Ακόμα ένα σημείωμα, θα έλεγα, του Αλοΐσιου το οποίο αναφέρεται σε πρόσωπο που δεν μπορώ να προσδιορίσω. Ίσως, όμως, και να μην έχει τώρα πια σημασία. Ένα όνειρο ήταν, κι ας προτιμώ προσωπικά τον όρο ενύπνιο, που πέρασε και πάει. Ένα όνειρο που μάλλον δεν άφησε τίποτα, που δεν οδήγησε πουθενά. Η γνωστή ατολμία του Αλοΐσιου, η “πέσε πίτα να σε φάω” στάση του. Ίσως, όμως, (δεύτερο) και να έχει και τα δίκια του. Ποιος να γνωρίζει πόσες φορές απογοητεύτηκε και πώς. Το συγκεκριμένο όνειρο άφησε τουλάχιστον το κείμενο που ακολουθεί. Είναι κι αυτό ένα μικρό κάτι.

Ιδού: 

Τόσο καιρό μετά σε είδα· σε συνάντησα. Με ένα συνάδελφο σε μια υπηρεσιακή μονάδα. Γυμνός από τη μέση και πάνω. Έψαχνα πουκάμισο. Μπροστά μας μια μεγάλη σκάλα. Την κατέβηκες, μας είδες, δε μιλήσαμε. Μοιάζει να βρήκα ένα πουκάμισο. Βρεθήκαμε με τον συνάδελφο σ’ ένα μικρό δωμάτιο. Ήρθες. Με φίλησες δυο φορές στο στόμα. Πρώτη φορά. Απρόσμενα. Ήταν ερωτικά τα φιλιά σου. Αιφνιδιάστηκα. Δεν το περίμενα. Ο συνάδελφος κοιτούσε σαν χαζός. Έφυγες. Το όνειρο συνεχίστηκε για πολύ ακόμα. Τίποτα το σπουδαίο. Ζητήματα της υπηρεσίας. Από τη στιγμή που ξύπνησα ανακαλώ το όνειρο και αντλώ. Κάνω αμαρτωλές σκέψεις. Σκέψεις που υπονομεύουν ειλημμένες αποφάσεις, που ανατρέπουν καταστάσεις. Πως αντιδρά κανείς σε τέτοιες περιπτώσεις; Δυο φορές, με φίλησες στο στόμα. Έχω ακόμη τη γεύση των φιλιών σου. Σηκώθηκα και ήμουνα ποντισμένος στην ύπαρξη σου. Όλη τη μέρα περίμενα ένα μήνυμα σου από το τίποτα και το πουθενά. Ήθελα να πιστεύω, ο ανόητος εγώ, ότι πραγματικά τμήθηκαν και πάλι των βίων μας οι τροχιές. Σηκώθηκα και περίμενα ένα θαύμα παραβλέποντας ο αφελής ότι θαύμα που το προσμένεις παύει να είναι τέτοιο. Κάνω, λοιπόν, αμαρτωλές σκέψεις και τα τηλέφωνα, κινητά και σταθερά, μου βγάζουν τη γλώσσα. Είναι η ευκολία του να πετάξεις ακόμα μια μποτίλια στο πέλαγο. Και προβληματίζομαι. Τι χάνω αν δεν το κάνω; Τι κερδίζω αν το κάνω; Δύσκολες, πολύπλοκες και συνάμα μίζερες αριθμητικές. Θέλω να σταθώ απέναντι σου· να σε πάρω στα χέρια μου. Άνευ όρων και ορίων. Απλά, ανθρώπινα και σκέτα. Να πεις ναι. Για μια φορά, ρε γαμώτο, στη ζωή μου. . .


Ακούγεται η Αρλέτα στο τραγούδι “Το Τρυφερό Σου Ροζ” των Λάκη Παπαδόπουλου – Μαριανίνα Κριεζή από το άλμπουμ “Τσάι Γιασεμιού”.


15/02/2008

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2008

0434. Αρχειοθέτηση

 [DVD_aeipote_02.jpg][DVD_aeipote_03.jpg]
Μια μανία με την αρχειοθέτηση, ομολογώ, την έχω. Μου αρέσει να συγκεντρώνω, να ταξινομώ, να αρχειοθετώ. Με ενδιαφέρει να μπορώ να βρω αμέσως αυτό που θα ζητήσω. Και η συνήθεια αυτή, για να μην πω εμμονή, κοστίζει. Κοστίζει πολύ κυρίως σε χρόνο. Στο κατ’ εξοχήν δηλαδή αγαθό εν ανεπαρκεία. Αν συνυπολογίσει κανείς και το ότι είμαι τελειομανής το πράγμα μπλέκει ακόμα περισσότερο. 

Μιλάμε για ατελείωτες ώρες προσπάθειας. Για ώρες που, ομολογώ και πάλι, δε θεωρώ ότι ξοδεύονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Όλο λέω ότι θα αποφύγω παρόμοιες καταστάσεις και όλο την πατάω. Τα ίδια πράττω. Δεν ομνύω, μεγάλωσα πια· προσπαθώ.

Τελευταίο “κατόρθωμα” μου η συγκέντρωση του περιεχομένου του ηλεκτρονικού ημερολογίου μου σε ένα mini DVD-R. Μέγεθος; 1.055.670.945 bytes. Περιεχόμενο;
Τα πλήρη κείμενα, οι φωτογραφίες και τα σχόλια του παρόντος ημερολογίου, για τα έτη 2005 – 2007, σε μορφή DOC και PDF.
Τα 208 τραγούδια, σε μορφή mp3, που συνόδευαν τις πιο πάνω εγγραφές.
Ένα αρχείο xls στο οποίο καταγράφονται τίτλοι, ημερομηνίες, και τραγούδια για όλες τις εγγραφές που συζητάμε με δυνατότητα ανοίγματος τους στο διαδίκτυο.

Το να συγκεντρώσω κείμενα, σχόλια, φωτογραφίες, και τραγούδια και να τα φέρω στην επιθυμητή μορφή ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο και επίπονο. Όπως και το να επιλέξω και να διαμορφώσω τις ετικέτες και τα εξώφυλλα, σε τέσσερεις διαφορετικούς συνδυασμούς, των mini DVD-R.



Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται τρία χρόνια ζωής για το ημερολόγιο αυτό. Ομολογώ ότι έχω αρχίσει να σκέφτομαι πολύ σοβαρά να το κλείσω. Θεωρώ ότι, λίγο ως πολύ, ότι είχα να κοινοποιήσω το κοινοποίησα. Το μελετάω, λοιπόν. Δεν είναι απίθανο η εγγραφή της 29/02/08 να είναι η τελευταία. Γνωρίζω ότι υπάρχουν κάποιοι διαδικτυακοί φίλοι που, στην περίπτωση αυτή, θα στενοχωρηθούν. Κάποιοι που θα τους λείψει η επαφή που έχει αποκατασταθεί μεταξύ μας. Μικρή η ζημιά πιστεύω. Όμως μέχρι τότε έχουμε καιρό.
Και θα δείξει. . .


Ακούγεται ένα της εφηβείας μου τραγούδι αγαπημένο. Ohio Express και Yummy Yummy”.


13/02/2008

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

0433. Εν Συντομία

ταν μεγάλος· ήταν μικρή. Ήταν συγγραφέας· ήταν δεσποινίς. Συναντήθηκαν. Γοητεύτηκε από το πνεύμα του. Τρελάθηκε με το κορμί της. Συναντιόντουσαν. Της διάβαζε κεφάλαια από το καινούργιο του βιβλίο. Του μάθαινε τα στέκια και τις επιτυχίες της εποχής. Δεν της άρεσε το τέλος του βιβλίου του. Του ζήτησε να το αλλάξει. Εκείνος αρνήθηκε. “Αλλάξτε το! Κι από ‘μένα ότι θέλετε!”, επέμενε ακκιζόμενη. Και το εννοούσε. Τον εκνεύριζε η αυθάδεια του στήθους της, η επιμονή της. Της το ξέκοψε. “Ποτέ δεν θα προδώσω τον ήρωα μου”, της είπε. Χαθήκανε. Στο συγγραφέα δόθηκε ο χρόνος για να καταλάβει ότι κλώτσησε την τελευταία του ευκαιρία· στη δεσποινίδα για να γίνει κυρία και να αναθεωρήσει.


Crazy LovePaul Anka. Τι άλλο;


11/02/2008

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2008

0432. Ήμουν Κι Εγώ Εκεί


 Αυτόν τον τίτλο, του τίτλου, είχε μια σειρά εντύπων προσφορά της Εταιρείας ΒΙΑΝΙΛ Α.Ε., της βιομηχανίας που παράγει το ROL, που ξεκίνησε να διανέμεται τον Ιανουάριο του 1964. Από την σειρά αυτή έχω επτά τεύχη. Προφανώς μοιραζόντουσαν με κάποια κουπόνια που έβρισκε κανείς στα προϊόντα της συγκεκριμένης Εταιρείας. Δεν θυμάμαι τη διαδικασία, θυμάμαι, όμως, το τι εντύπωση μου είχαν κάνει και με τι λαχτάρα περίμενα τα καινούργια τεύχη. 

Η σειρά, η πρώτη τουλάχιστον, αφορούσε τις περιπέτειες ενός δεκαπεντάχρονου, του Άλκη, ο οποίος πραγματοποιούσε ταξίδια στο χρόνο και συγκεκριμένα το παρελθόν. Ταξίδια που ξεκινούσαν από την επαφή του Άλκη, γλύψιμο παρακαλώ, με “σκόνη” που είχε χρησιμοποιηθεί για την χρονολόγηση αρχαιολογικών ευρημάτων με την μέθοδο του άνθρακα 14 ή ραδιενεργού άνθρακα. Πρόσβαση στη σκόνη είχε μέσω του θείου του Πέτρου ο οποίος, σαν χημικός αμερικανοσπουδαγμένος, είχε επαγγελματική εμπλοκή με την όλη διαδικασία χρονολόγησης.


Πρόκειται για χαρτόδετα έντυπα, 27,0χ20,5 cm2, 40-45 σελίδων με πλούσια εικονογράφηση. Συγγραφέας η “γνωστή συγγραφεύς κ. Γεωργία Ταρσούλη”. Από ότι θυμάμαι τα κείμενα ήταν καλογραμμένα και άκρως ελκυστικά για το νεανικό κοινό στο οποίο απευθυνόντουσαν. Από την πρώτη σειρά, λοιπόν, έχω έξη τεύχη. Τα πέντε πρώτα και το έβδομο. Συγκεκριμένα τα τεύχη, Αίγυπτος, Κρήτη, Στη χώρα των Αζτέκων, με τους Ούννους του Αττίλα, Στην Αρχαία Βαβυλώνα και Στο Βυζάντιο Στα Χρόνια του Ηράκλειου, Μέρος Β΄.
Η δεύτερη σειρά ονομαζόταν “ΧΘΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΑΥΡΙΟ” και έχω μόνο το πρώτο “ΒΙΒΛΙΟΝ” με τίτλο “Το Αυτοκίνητο Και Η Ιστορία Του” (με πρόλογο του Ν. Δήμου).


Τα τεύχη αυτά τα θυμήθηκα όταν τα “ανακάλυψα” σε κάποιο από τα ντουλάπια της Τ47 στην, διαρκή, προσπάθεια μου να βάλω τάξη στο χάος. Έτσι, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι. . .


Από το έτος 1964 και το τραγούδι που ακούγεται. Needles And Pinsμε το συγκρότημα The Searchers”.


08/02/2008

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2008

0431. Ο Αλοΐσιους Ομολογεί

Υπάρχουν μέρες που δεν υπάρχει διάθεση. Και υπάρχουν και μέρες που δεν υπάρχει "έμπνευση” και, βεβαίως, μέρες που συμβαίνουν και τα δύο. Στις περιπτώσεις αυτές είναι θείο δώρο για έναν ημερολογιστή, όπως εγώ, να υπάρχει ένας Αλοΐσιους Φλοπ. Ένας Αλοΐσιους με τα γραπτά του στη διάθεσή μου. Δεν έχω παρά να επιλέξω ένα κείμενο του, να το πληκτρολογήσω στον ΗΥ και να το “ανεβάσω”. Λίγα τα κείμενα του που δεν μου αρέσουν. Θα έλεγε κανείς ότι η μοίρα τα έφερε έτσι που τα χαρτιά του να πέσουν στα χέρια ενός ομοϊδεάτη του, ενός συνοδοιπόρου. Τον εκτιμώ τον άνθρωπο αυτό. Παραδέχομαι το θάρρος, την αυτογνωσία και την αξιοπρέπεια του και έχω κάθε λόγο να πιστεύω πως δεν μπορεί παρά να είναι/ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος. Κι αυτό, στους δύσκολους, καιρούς μας, δεν είναι λίγο. Το ομολογώ, λοιπόν. Ούτε έμπνευση, ούτε διάθεση υπάρχει. Για τούτο καταφεύγω στο θησαυροφυλάκιο του άγνωστου φίλου μου, γιατί έτσι πλέον τον αισθάνομαι, και καταθέτω ένα ακόμα κείμενο του: 

Συλλογίζομαι πως ίσως η χθεσινή μέρα ήταν η τελευταία μέρα που σε διεκδικούσα. Η τελευταία μέρα που κυνηγούσα το φευγαλέο, το απειροελάχιστο κάτι. Εκεί, ανάμεσα στον κόσμο και την φτηνή μουσική. Στο μαγαζί με τα χαμηλωμένα φώτα μονάδα κι εγώ ενός πλήθους που “διασκέδαζε’’. Ίσως ήταν η αυθόρμητη αμοιβαία κίνηση να δέσουμε τα χέρια μας. Έτσι, για ασήμαντη αφορμή, λες και ήμασταν συννενοημένοι. Δευτερόλεπτα κράτησε η επαφή αυτή. Κι όμως, αυτή η κίνηση μου έδωσε την αίσθηση της συνενοχής. Η σάρκα που αγγίζει τη σάρκα και μυρμηγκιάζει. Αμίλητος ήμουν και θανάσιμα σοβαρός. Εντελώς αταίριαστος με το περιβάλλον. Πως αλλιώς; Εσένα σκεφτόμουνα μονάχα. Άλλο τίποτα. Κουράστηκα να ελπίζω. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Τις αμφιβολίες, τους φόβους, τα κολήμματα μου. Άτολμος, αναιμικός, φοβισμένος. Και λοιπόν; Τι αλλάζει στην τάξη του κόσμου; Μήπως δεν είμαι πάντοτε ο ίδιος εγώ; Παραιτήθηκα, αυτό είναι όλο. Μαζεύω θάρρος να αποφασίσω ότι πάει, τελείωσε πια. Ηττήθηκα. Δε γνωρίζω άλλους δρόμους, δεν έχω να θυσιάσω τίποτα περισσότερο. Μικρή παρηγοριά η σκέψη ότι φταίει που δεν συντονιστήκαμε για να θεριέψει η φλόγα και να μας κάψει. Ίσως είναι καλύτερα έτσι. Τι μας φταίνε οι γύρω μας; Γύρισα και σε κοίταξα μετά από ώρα. Στραφτάλισε το βλέμμα που αντιγύρισες να ανταμώσει το δικό μου. Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό μου και η σκέψη ότι έχεις εννοήσει, δεν αγνοείς. Και έσβησε. Είχες γύρει το κεφάλι, κοιτούσες αυτούς που χόρευαν. Κατέβασα το βλέμμα στο λαιμό σου. “Ποτέ δε θα φιλήσω το λαιμό σου’’ ήρθε ουρανοκατέβατη η σκέψη και με τράνταξε. Ποτέ! Πόνεσα, σχεδόν σωματικά. Έστρεψα αλλού το βλέμμα, έσκυψα το κεφάλι. Στίχοι ανέβηκαν στα χείλη μου. Αισθανόμουνα επιτακτική την ανάγκη να γράψω. Να σώσω τη στιγμή. Να τη διαιωνίσω. Σκόρπισε η στιγμή, σκόρπησαν οι στίχοι. Τίποτα δεν κατόρθωσα. Και ο λευκός, αφίλητος, λαιμός σου εξακολουθούσε να με δυναστεύει. Δεν θέλω να βασανίζομαι πια. Δεν υπάρχει το παραμικρό νόημα. “Μονάχα σα χάρισμα πια θα δεχόμουνα την αγάπη σου”, συλλογίζομαι· και γελάω με τον εαυτό μου. Και δεν θα γίνει ποτέ. Υπάρχουν ελπίδες που δεν πατάνε πουθενά και τέτοιες μένουν. Δεν θέλω να προσθέσω ακόμα μια ψεύτικη τελευταία φορά. Μπορεί να αποδειχτεί τέτοια αλλά δεν θέλω με τίποτα να είμαι εγώ αυτός που θα την βαφτίσει. Μεγάλωσα, έμαθα. Δεν ορκίζομαι, δεν προσμένω. Μ’ ένα στραφτάλισμα κι ένα άγγιγμα· ζω.


Δυο “Oh, Pretty Woman!” γνωρίζω. Και μιλώ βεβαίως για τραγούδια. Το πρώτο είναι αυτό με τον Roy Orbison και ακούστηκε στην εγγραφή: 0378. Γνωστοποίηση. Το δεύτερο “Oh, Pretty Woman!” είναι αυτό που ακούγεται στην παρούσα εγγραφή και είναι από τους John Mayall & The Bluesbreakers

Ποιο μ’ αρέσει περισσότερο; Και τα δύο!



06/02/2008

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

0430. Εξιλέωση

Πόσο καιρό είχα να πάω στον κινηματογράφο; Ίσως και περισσότερο από ένα χρόνο. Μη με ρωτήσετε πως τα κατάφερα, τα κατάφερα. Η ζωή έχει τους ρυθμούς και τα ρεύματά της. Μπορεί να σε εγκλωβίσει, να σε υπνωτίσει να σε αποχαυνώσει. Μοιάζει να τα έπαθα και τα τρία. Δικαιολογίες, βεβαίως, υπάρχουν αλλά δεν παύουν να είναι τέτοιες. Ας τις αφήσουμε λοιπόν.

Πήγα, που λέτε! Και το ευχαριστήθηκα. Έζησα και πάλι τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα και η ταινία ξεκινά. Δίνεις λίγα ευρώ και ζεις το όνειρο του άλλου. Απολαμβάνεις το αποτέλεσμα των προσπαθειών του. Σε κάποιες στιγμές έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται τα γύρω από τις σκηνές που έβλεπα. Το συνεργείο, τους τεχνικούς, τον προγραμματισμό και την οργάνωση για να ολοκληρωθεί μια τέτοια ταινία. Τους θαύμασα όλους αυτούς που μπορούν να επιτύχουν τέτοια αποτελέσματα. Να ζωντανέψουν εποχές, ανθρώπους, καταστάσεις.

Cinepolis”, λοιπόν, αίθουσα 3 και “Εξιλέωση” ή “Atonement” όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας. Μου άρεσε η ταινία. Μου άρεσε το στήσιμο, το χρώμα, η φωτογραφία, ο ρυθμός, οι ανατροπές της. Μου άρεσε το πώς δόθηκε το κλίμα του πολέμου. Εξαιρετικός ο πρωταγωνιστής, καλή η πρωταγωνίστρια. Με ξένισε η κλασικίζουσα μουσική επένδυση που όλο κάτι θύμιζε χωρίς να είναι. Μου άρεσε ακόμα και το ότι δεν είχε αίσιο τέλος. Γιατί έτσι είναι, πολλές φορές, η ζωή. Σκληρή. Βεβαίως και συγκινήθηκα και δάκρυσα και το ευχαριστήθηκα.


Ιδού το πρόβλημα! Τι μουσική να επιλέξει κανείς για μια τέτοια περίσταση όταν του λείπει το προφανές; Επιλέγω το κομμάτι “Here I Am” με την ορχήστρα του Frank Chacksfield.

 04/02/2008

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

0429. “Μακαριστός”, “Κουκοδήμος” και Μόνο Όχι

Ιδού σκέψεις, πρόσφατες, τέσσερις:

Και των ηλιθίων ο άριστος ηλίθιος είναι.
Υιοθέτησε τον ρυθμό του απέναντι και θα σκάσεις.

Το κακό στην Ελλάδα ταυτοποιείται, σαν τέτοιο, μόνο όταν αποκαλυφθεί και όχι όταν συντελείται.

Επαληθευόμενος και δυστυχών ή διαψευδόμενος και ευτυχών;

Ακολουθούν λήμματα τέσσερα, παρόμοια και επίκαιρα, που ίσως λύσουν κάποιες απορίες:


μάκαρ / μάκαρ, -άρος, ο, η, θηλ. και μάκαιρα, αιολ. Τ. αρσ. μάκαρς, βοιωτ. θηλ. μάκηρα (Α)· 1. μακάριος, ευδαίμων, ευτυχής (α. «μάκαρας θεούς γανάοντες πολιούχους», Αισχύλ.· β. «ω μάκαρ υιέ Πολυμνάστου», Πινδ.)· 2. πλούσιος· 3. (για νεκρό) αυτός που απέκτησε τη μακαριότητα, μακαρίτης· 4. (το αρσ. πληθ.) οι μάκαρες· οι ευδαίμονες θεοί· 5. (φρ.) «μακάρων νήσοι» φανταστικά νησιά στα οποία, κατά τις αρχαίες δοξασίες, πήγαιναν οι ψυχές των ηρώων και άλλων επιφανών ανδρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Το επίθ. μάκαρ ανάγεται πιθ. σε ουσ. ουδ. γένους με σημ. «ευδαιμονία», από όπου προήλθαν οι τ. μάκαρ, μάκαιρα. Η λ. συνδέεται πιθ. Με το μακρός*, ενώ η άποψη κατά την οποία είναι αιγυπτιακό δάνειο δεν φαίνεται να ευσταθεί.
ΠΑΡ.: μακαρίζω, μακάριος, μακαρίτης· (αρχ.) μακαρίνη, μάκαρος, μακαρτός.
ΣΥΝΘ. (Β΄συνθετικό) (αρχ.) πάμμακαρ, πολύμακαρ, τρίσμακαρ].

μακαριστός / μακαριστός, -η, -ον (ΑΜ) [μακαρίζω]· αυτός που θεωρείται μακάριος· | (μσν.)(το ουδ. ως ουσ.) το μακαριστόν· μακαρισμός, καλοτύχισμα | (αρχ.) ζηλευτός, ποθητός.
Επιρρ. μακαριστώς (Α)· με μακαριστό τρόπο.
Από το Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό Λεξικό του Πάπυρου.
[Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Τομος 40, σελ. 446 Έκδοση 1996]


[αρχ. μακάριος | μάκαρ] -ια, -ιο επίθ. (Κ -ία, -ιον) ευτυχισμένος | ήρεμος, γαλήνιος | ασυγκίνητος | (το αρσεν. υπερθ.) μακαριότατος, τίτλος πατριαρχών και αρχιεπισκόπων

[αρχ. μακαριστός | μακαρίζω] -ή, -ό επίθ. (Κ -ή, -όν) ο θεωρούμενος μακάριος ή καλότυχος
Από το Μείζον Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη, Έκδοση 1990.


Ιδού, τελικώς, και απορίες δύο και κάτι:

Το ότι ανεξαρτητοποιήθηκε ο βουλευτής κ. Κουκοδήμος από τη νέα δημοκρατία σε τι διαφοροποιεί τις πράξεις, ή τις παραλείψεις του, και τις συνέπειες τους; Όποιος, δηλαδή, μαγαρίζει σ’ ένα χώρο α μπορεί μετακινούμενος σ’ ένα χώρο β να επιτύχει απαλοιφή του μαγαρίσματος;

Γιατί άνθρωποι καταξιωμένοι στο χώρο τους πάνε και μπλέκουνε με τα σκατά της, “υψηλής”, πολιτικής και της, “υψηλής”, δημοσιογραφίας;


Αφτά και Καλό σε Όλες / Όλους Φεβρουάριο. 


Από το εξαιρετικό άλμπουμ “Αθανασία” των Μάνου Χατζιδάκι - Νίκου Γκάτσου ακούμε την Δήμητρα Γαλάνη στο ομώνυμο τραγούδι.


01/02/2008