Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2007

0283. 1X1X1

Στοχάστηκα ένα χώρο. Μικρό. 1x1x1 mm στην τρίτη. Τόσο. Μικρό και θαυμαστό. Με μνήμη. Ζώσα μνήμη. Και ύστερα 1χ1χ1 m στην τρίτη. 1.000χ1.000χ1.000 από τους προηγούμενους. Και μετά 1χ1χ1 Km στην τρίτη. 1.000χ1.000χ1.000 από τους προηγούμενους επίσης.

Χώρος ιδιαίτερος. Όγκος που συγκεντρώνει, συγκρατεί, θυμάται. Σχηματισμούς ανθρώπων, διατάξεις πραγμάτων. Σκέψεις, αισθήματα και συναισθήματα. Λόγια και κινήσεις. Χώρος όπου τίποτα δε χάνεται. Όπου το πριν είναι τώρα και το τώρα πριν.

Μια κιβωτός λεπτομερειών και παρατεταμένων στιγμών. Χώρος ταύτισης και απτής συνέχειας. Του ενιαίου και αδιαίρετου. Χώρος της άφθαρτης μνήμης, του ονείρου και του θαύματος. Ένας χώρος που επιλέγεις και [ξανά]ζεις.

Στοχάστηκα ένα χώρο. Μικρό. 1x1x1 mm στην τρίτη. . . 


Ακούγεται το “Τα Γαλάζια Σου Γράμματα” του Γιώργου Χατζηνάσιου από το άλμπουμ “Ο Μουσικός Κόσμος του Γιώργου Χατζηνάσιου”.


28/02/2007

Δευτέρα, 26 Φεβρουαρίου 2007

0282. Ελληνικά

Το αυτοκίνητο του ΟΤΕ ήταν σταθμευμένο σε κεντρικό σημείο των Αθηνών. Στο πλάι μπορούσε κανείς να διαβάσει: “ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΔΙΚΤΥΩΝ”. 

Ωραία, στρωτά Ελληνικά. Χαμογέλασα και ευθύς φωτογράφησα. Πάλι καλά που δεν και αυτοί “Αποκαθιστούν Βλάβες” συλλογίστηκα. Τόσο δύσκολη έχει γίνει η χρήση της γλώσσας στις μέρες μας που όταν συναντά κανείς το σωστό χαίρεται.

Εχθές, πάλι, ένας κυριούλης, σε μετάδοση ποδοσφαιρικού αγώνα, μας πληροφόρησε ότι: ο τερματοφύλακας “έσπευσε γρήγορα” να μαζέψει την μπάλα. Το τι ακούνε τα αυτάκια μας από ραδιοφώνου και τηλεοράσεως είναι το κάτι άλλο. Τι “πιο καλλίτερο”, τι “θα επανέλθουμε μετά”, τι “συνεργάζονται μαζί”, τι “απεργούν τα λεωφορεία” τι ότι μπορεί κανείς να φανταστεί.

Και το άλλο, στο οποίο έχουμε πλέον εντελώς ξεφύγει. Η χρήση των προθέσεων. Σαν τα Αγγλικά ένα πράγμα. Δύσκολο πλέον να βρεις Έλληνα, και κυρίως πίσω από μικρόφωνο ή μπροστά από κάμερα, που να τις χρησιμοποιεί σωστά. Το κακό ξεκίνησε, θαρρώ, από τον μακαρίτη Ανδρέα Παπανδρέου και τους “Αγγλισμούς” του όπως, π.χ., “Χαίρομαι ότι. . .”. Έκτοτε μας πήρε και μας σήκωσε.

Και γιατί να ασχολούμαστε και να μας ενοχλούν τα τοιαύτα; Μα διότι ανάπηρη γλώσσα σημαίνει ανάπηρα αισθήματα και συναισθήματα. Αυτό είναι που δεν αντέχεται και όχι τα “αθώα” ολισθήματα στη χρήση της γλώσσας.


26/02/2007

Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2007

0281. Το Επιμέρους και το Όλον

Ψηφίδες οι εγγραφές. Πίνακας το ημερολόγιο. Το επιμέρους και το όλον. Πολύχρωμες ψηφίδες. Πολύχρωμος πίνακας. Ασπρόμαυρος από ασπρόμαυρες. Αν υπάρχει. Αν γίνει κατορθωτό. Και δεν είναι εύκολο. Χαλικάκι – χαλικάκι. Αριθμητική πρόοδος με λόγο ένα. Κάθε πετραδάκι με τις ιδιομορφίες, το χρώμα, τις γωνιές του. Και ο πίνακας; Υπάρχει; Είναι;
Με ενδιαφέρει το ύφος και το ήθος. Με ενδιαφέρει το επιμέρους. Και το όλον. Δεν έχω σχεδιάσει τον πίνακα. Εύχομαι να προκύψει. Από τις ψηφίδες που προσεκτικά σμιλεύω. Χρωματίζω. Διαμορφώνω. Υπάρχει, θαρρώ, στις εγγραφές συνέχεια και συνέπεια. Αλλά δεν είμαι ο πλέον κατάλληλος να το πει. Ίσως είναι μόνο η συνέπεια και συνέχεια του εαυτού μου που αντικρίζω ή θέλω να βλέπω.

Μου κάνει εντύπωση η χρονική διάρκεια κάποιων επισκέψεων. Με τις ώρες κυριολεκτικά. Οκτώ και έξι και τρεις. Και λέω:
Μπαά θα πήγαν με το ταίρι τους για καφέ, το σκύλο τους θα έβγαλαν βόλτα. Άλλα πράττουν και ο χρόνος κυλά. Αποκοιμήθηκαν βρε αδερφέ!

Και από την άλλη συλλογιέμαι:

Λες να τόση ώρα διαβάζουν; Να με ανακαλύψουν; Να γίνουν τα κείμενά μου η χαρά των ματιών τους;

Συνεχίζω. Πετραδάκι – πετραδάκι. Μερικές φορές με ευκολία. Κάποτε δύσκολα. Από τα έτοιμα άλλες. Με ένα τυποποιημένο, πλέον, αγχάκι. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή. Το κάθε πετραδάκι με το χρώμα, το ύφος, τη σημασία του. Αυθύπαρκτο αλλά και μέρος του όλου. Κείμενο, εικόνα και ήχος. Να ταιριάξουν. Να συλλειτουργήσουν.

Ποιος κατέχει σήμερα την τέχνη του ψηφιδωτού; Πως “χτίζεται” ένας τέτοιος πίνακας χαλικάκι - χαλικάκι; Πως γίνεται να γίνει κάθε πετραδάκι πετράδι; Σκύβω το κεφάλι, συλλογίζομαι, καταθέτω. Ακόμα ένα, λέω. Για πόσο; 


Ακούγεται το Πολωνικό συγκρότημα Budka Suflera στο τραγούδι “Takie Tango”. Πρόκειται για μια διαδικτυακή γνωριμία που μου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και ας μην Πολωνικά καταλαβαίνω γρι. 


23/02/2007

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2007

0280. Δέκα και Ένα Σκορπίσματα Νέα

Περισσότερο από το ότι δεν συναναστρέφομαι κάποιους ανθρώπους με πειράζει το ότι, πλέον, δεν το επιθυμώ.

Κάθισα να μετρήσω τις στιγμές που έχω χάσει και τρόμαξα.

Κατηγορία στην οποία, κατά περίπτωση, ανήκει πλήθος τι συμπατριωτών: Τα μαλακισμένα.

Να ευτυχίσω θέλω, όχι να πληρώσω.

Αν κάνεις ότι κάνουν όλοι, θα γίνεις ότι γίνονται όλοι.

Πόσους κοινοποιήσιμους μονολόγους δικαιολογεί ένας έρωτας;

Προβλήματα που δεν κατανοείς μην ελπίζεις και να τα λύσεις.

Πιο πολύ από τις ερωτήσεις που δέχθηκα μου άρεσαν οι απαντήσεις που έδωσα.

Πλέον δεν επιθυμώ να θραύσω κανένα κέλυφος για να εισέλθω ή και να εξέλθω.

Η ματιά συλλέγει περισσότερα από τις λέξεις.

Όσο συνεχίζονται σφάλματα στα οποία εμπλέκεσαι μην περιμένεις να προκόψεις.


21/02/2007

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2007

0279. Πέντε Πράγματα [που Είμαι]


Δυο κυρίες, Βασιλική και Κατερίνα, και ένας κύριος, Dralion, μου έκαναν την τιμή να ζητήσουν να πω πέντε πράγματα για τον εαυτό μου. Στα πλαίσια ενός “παιχνιδιού” με το όνομα “πυραμίδα”, στα πλαίσια του να γνωριστούμε καλύτερα εμείς οι κατέχοντες “ηλεκτρονικά” ημερολόγια. Ιδού, λοιπόν, πέντε πράγματα που είμαι: 

1. Νίκος
2. Τυπικός. Τόσο, που οι πολλοί να θεωρούν την τυπικότητά μου έως και ψυχρότητα.
3. Βασανισμένος από τους τόπους της απουσίας μου. Όταν βρίσκομαι σ’ ένα χώρο επιθυμώ να βρίσκομαι σε άλλον.
4. Φειδωλός με τις λέξεις και τη χρήση τους. Όσο μπορώ ακριβολόγος. Εραστής του “Μη εν πολλοίς ολίγα λέγε, αλλ' εν ολίγοις πολλά” του Πυθαγόρα.
5. Άνθρωπος δωματίου. Δύσκολα αποφασίζω μετακινήσεις και, κυρίως, ταξίδια.

Παραθέτω, επεξηγηματικά και για δεύτερη φορά, και ένα σχετικό πόνημά μου το οποίο την πρώτη φορά πέρασε απαρατήρητο:

ΑΛΛΟΗΧΟΣ

Ο χρόνος περνούσε κάποτε
Απ' τα χείλη του
Και χάνονταν
Τον φυλάκιζε για λίγο
Κι ύστερα τον σφεντόνιζε
Η μεγάλη του ευχαρίστηση
Να αρθρώνει τη σκέψη του
Μένοντας πάντοτε
Αναλλοίωτα αδιαίρετος
Κρατούσε μια
Θανάσιμη σοβαρότητα
Ήταν βασανισμένος από
Την μνήμη μιας
Χαμένης τελειότητας
Ανεξάρτητη της νόησης
Δυναστευμένος από τους
Τόπους της απουσίας του
Είχε την συνήθεια των
Μοναχικών ανθρώπων
Ρωτούσε κι αποκρίνονταν
Μόνος στον εαυτό του
Ήταν βαφτισμένος
Και τ' όνομά του:

Αλλόηχος
11/12/76, 22/02/77, 23/02/77

Δεν θα πάω το “παιχνίδι” μέχρι το τέλος. Θέλω να πω δεν θα “προτείνω” πέντε άτομα να πουν πέντε πράγματα για τον εαυτό τους. Όποιος από τους ευγενικούς επισκέπτες το επιθυμεί, ας το πράξει. Είναι θαρρώ μια πραγματικά καλή ευκαιρία να καλύτερα μεταξύ μας γνωριστούμε. . .

Καλή Εβδομάδα!


Από το εξαιρετικό άλμπουμ “An Other Cup” του Yusuf Islam ακούγεται το “Maybe Theres a World”. Το τραγούδι είναι χαρισμένο στο Χνούδι με την βεβαιότητα ότι αν δεν γνωρίζει ήδη το συγκεκριμένο έργο όταν το γνωρίσει θα το αγαπήσει. 


Υ.Γ. Βλέπω, για πολλοστή φορά, ότι ο Internet Explorer κάνει “τα δικά του” όσον αφορά το πώς εμφανίζονται οι σελίδες [μου]. Τον αφήνω λοιπόν, τον ανεπρόκοπο, να το κάνει. Για μια πιο σωστή [προσοχή: δεν γράφω σωστή] εμφάνιση προτιμήστε τον Mozilla Firefox.

19/02/2007

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2007

0278. Μην Καθίσει Κανείς!

Το λεωφορείο δεν ήταν “διπλό”, ως συνήθως. Από την αφετηρία σχεδόν γέμισε. Στην πρώτη στάση το πλήθος των επιβατών που επιβιβάστηκε δημιούργησε αδιαχώρητο. Από τους πρώτους ήταν ένα κοριτσάκι, γύρω στα δέκα – έντεκα, μικροκαμωμένο, ξανθό, ευκίνητο. Έπιασε ένα από τα ελάχιστα αδειανά καθίσματα. Άφησε μια νάιλον τσάντα στο κάθισμα. Ανασηκώθηκε, “Μαμά, μαμά” άρχισε να καλεί με σιγανή φωνή. Τίποτα. Χωρίς να αφήσει το κάθισμα συνέχισε να φωνάζει τη μητέρα της και να την αναζητά με το βλέμμα. Το λεωφορείο είχε πια γεμίσει. Κάποια στιγμή την εντόπισε στο πίσω μέρος του λεωφορείου. Απόθεσε και την τσαντούλα της στο κάθισμα. Κοίταξε γύρω της και είπε δυνατά και καθαρά: “Μην καθίσει κανείς!”. Δεν ακούστηκε κιχ. Ξεκίνησε. Έφυγε και επέστρεψε με τη μητέρα της. Μια σχετικά νέα γυναίκα. Η μητέρα της κάθισε και την πήρε στην αγκαλιά της. Ένα κοριτσάκι με αλογοουρά και πεταχτά δοντάκια. Την καμάρωσα τη στάση και τη συμπεριφορά της. “Να ένας άνθρωπος που θα τα καταφέρει στη ζωή του!” συλλογίστηκα. Και χαμογέλασα. 


Ακούγεται το “Rubylove”, από το άλμπουμ “Teaser And the Firecat”, του Cat Stevens με τον ίδιο.


16/02/2007

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

0277. Μ’ Εσένα του Τότε

Θα στρωθώ, λέω. Ξημέρωμα συννεφιασμένης μέρας. Επίμονο ψιλόβροχο να λερώνει τα τζάμια. Κρύο. Τρεις φορές με δύναμη θα ανοιγοκλείσω των χεριών τα δάχτυλα. Έξι ήχοι σαν τρεις. Θα καθίσω στο γραφείο. Γύρω μου σωρός ημερολόγια, βιβλία, σημειώσεις, χαρτιά, αποκόμματα, φωτογραφίες και κασέτες.

Θα ανακατεύω χαρτιά, θα ψάχνω φωτογραφίες, θα ακούω τη φωνή σου. Κομματάκι – κομματάκι θα προσπαθώ να αναστήσω μήνες, μέρες, στιγμές. Τα πώς και τα γιατί θα έρχονται πλήθος. Ακόμα μια φορά θα παραδεχτώ τα λάθη μου. Τον εγωισμό μου. Το πόσο εύθικτος και υπερήφανος στάθηκα. Τόσο που όλα κατάντησαν μια τρικυμία του νου. Ένας διανοητικός Γολγοθάς. Μια βγαλμένη απόφαση.

Θα ξεφυλλίσω παλιά βιβλία. Θα ψάχνω τις σελίδες. Σελίδες που σημείωνα ημερομηνία, ώρα και τ’ όνομά σου. Θα αναλογιστώ. Θα ανασυνθέσω συναντήσεις, τόπους, χώρους και καταστάσεις. Όπως μπορώ. Και όσο. Θα σκύψω σε ημερολόγια και σημειώσεις. Ψιλόβροχο και να ακούω τη φωνή σου. Αυτή την κοριτσίστικη. Και θα λέω: “Θεέ μου τι βλάκας που ήμουνα! Πόσο λίγο προσπάθησα!”.

Σαν μαγνήτης το “αν” τη σκέψη θα τραβά. Κι εγώ θ’ αντιστέκομαι. Ότι πέρασε – πέρασε, θα λέω. Έγινε. Και πάει. Κι ας ερμηνεύω αλλιώς. Κι ας απ’ όπου θέλω συνεχίζω και τ’ αταίριαστα ταιριάζω. Κι όλο θ’ ανακατεύω κιτρινισμένα χαρτιά, ξεθωριασμένες φωτογραφίες, αποκόμματα διάφορα. Γραμμή θα περνάνε οι τόποι, τα πρόσωπα, οι συναντήσεις, οι καταστάσεις. Εγώ εκεί. Βυθισμένος στον πυρήνα της ύπαρξης. Αδύναμος σαν νιογέννητο γατί.

Όλο το πρωινό και όσο πάρει. Συντροφιά μ’ ένα σωρό τετράδια. Βιβλία και χαρτιά. Η κοριτσίστικη φωνή σου. Το ψιλόβροχο. Το κρύο. Ολόκληρη εσύ. Κι εγώ. Συντροφιά μ’ εσένα του τότε. 


Ακούγεται η Αρλέτα στο “Έτσι Είναι”, του Νίκου Χουλιαρά, από το Άλμπουμ “Αρλέτα 2”.


14/02/2007

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2007

0276. Η/Υ [Ημών Υπέρ;]

Η/Υ έχω τρεις. Στο γραφείο, στο σπίτι και στο πατρικό. Υπάρχει και ένας φορητός αλλά, λόγω αρχαιότητος, δεν προσμετράται. Πρόσβαση στο internet έχω, με σύνδεση ADSL, από το γραφείο και το σπίτι. Τελευταία όλο και πιο συχνά αναρωτιέμαι για το πόσο και, κυρίως, ποιον χρόνο μου “τρώνε” τα συμπαθητικά αυτά μηχανήματα. Κι αν γι’ αυτό του γραφείου δεν τίθεται θέμα για τα άλλα δύο δεν είναι καθόλου έτσι.

Επειδή λοιπόν υπάρχουν:

· Καταχωρίζω στοιχεία των δίσκων, των βιβλίων και των DVD μου [έχω, π.χ., καταχωρίσει τίτλους και ονόματα ερμηνευτών για περισσότερα από 37.000 τραγούδια]

· “Σκανάρω” και επεξεργάζομαι αναλογικές φωτογραφίες [περισσότερες από 6.000]

· Μετατρέπω το ημερολόγιο μου σε ηλεκτρονική μορφή [έχω φτάσει μέχρι το 1994]

· “Κατεβάζω” φωτογραφίες, κυρίως “wallpapers” [αεροσκαφών μόνο περισσότερες από 12.000]

· Κατεβάζω διάφορα κείμενα σε μορφή κυρίως PDF
 
· “Σερφάρω” αντλώντας κάθε είδους πληροφορία

· Παρακολουθώ τα οικονομικά μου

· Διαχειρίζομαι την ηλεκτρονική μου αλληλογραφία

· Διατηρώ το παρόν ηλεκτρονικό ημερολόγιο, με ότι αυτό συνεπάγεται

Αυτές είναι οι βασικές, εκτός γραφείου, δραστηριότητες. Αν δεν είχα τα μηχανήματα του σπιτιού και του πατρικού το μόνο σίγουρο είναι ότι θα είχα πολύ περισσότερο χρόνο να διαθέσω σε άλλες δραστηριότητες. Τρώνε χρόνο, πολύ χρόνο, τα μηχανήματα αυτά. Αν δεν το προσέξει κανείς από υπηρέτες μετατρέπονται σε αφεντικά οδηγώντας σε μια ιδιότυπη ομηρία/σκλαβιά. Δεν είναι μόνο οι ασχολίες. Είναι και ο χρόνος που δαπανά κανείς για να τα “συνεφέρνει” και να τα διατηρεί σε καλή κατάσταση. Χρόνος ευθέως ανάλογος της πολυπλοκότητας και της ποικιλίας των εφαρμογών που χρησιμοποιεί και του όγκου των πληροφοριών που αποθηκεύει και επεξεργάζεται.

Η χρήση των Η/Υ, κακά τα ψέματα, οδηγεί σε έξη και εξάρτηση. Μια μέρα να μην πιληκτρολογήσεις, όπως το λέω, νιώθεις κάτι να σου πηγαίνει στραβά, κάτι να σου λείπει. Χώρια η εξάρτηση από τα ίδια τα στοιχεία που αποθηκεύει κανείς. Ώστε, λοιπόν, τι πράττουμε; Πως αντιδρούμε όταν αντιληφθούμε ότι τα χαριτωμένα αυτά μηχανήματα μας έχουν “καθίσει στον σβέρκο”;

“Ψυχραιμότης”, θα έλεγα, εκλογίκευση, σωστή κατανομή πόρων και, παντού και πάντα, μέτρο. Για να πάρει ο Η/Υ την θέση που του πρέπει. Αυτή του υπηρέτη και του εξυπηρετητή. Του μέσου και όχι του σκοπού. Του μέσου το οποίο παρέχει όλες αυτές τις συγκλονιστικές δυνατότητες για άντληση, καταχώριση και επεξεργασία πληροφοριών. Του μέσου το οποίο ανοίγει ένα παράθυρο προς την υδρόγειο και τους ανθρώπους. Του μέσου με το οποίο, από ένα σημείο και πέρα, εξοικονομείται και οργανώνεται ο χρόνος και όχι του μέσου με το οποίο, τελικά, πετάμε το χρόνο στα σκουπίδια.


Για σήμερα ο εξαιρετικός ενορχηστρωτής Γιώργος Χατζηνάσιος και το “Τι τα Θέλεις Τώρα” από το άλμπουμ “Ο Μουσικός Κόσμος του Γιώργου Χατζηνάσιου” .


12/02/2007

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2007

0275. Ιστοί Δέκα Γκρι


Δέκα ιστοί. Κατακόρυφα φυτεμένοι. Ψηλοί. Βαμμένοι μ’ ένα γκριζάκι ανοιχτό. Περιποιημένοι. Οι δυο σε σχήμα γάμα. Σε μια διασταύρωση κεντρικής λεωφόρου με μια κάθετο. Σε αναμονή. Πάνω τους, σε λίγο, θα αναρτηθούν φανάρια κυκλοφορίας. Θα ρυθμίζουν την κίνηση. Πράσινο; Πέρνα. Κόκκινο; Ακίνητος. Πορτοκαλί; Ο Θεός βοηθός!

Ακόμα μία ελεγχόμενη διασταύρωση στην πολύπαθη λεωφόρο. Ένα σταμάτα - ξεκίνα. Ένα περίμενε και σκέψου. Μεγάλη η λεωφόρος. Μακριά. Μακριά και στενή. Φορτωμένη. Και όλο φανάρια και φαναράκια. Κάθε τόσο και λιγάκι ένα κόκκινο, ένα πράσινο, ένα κάτι. Όλο φρένο – γκάζι, γκάζι - φρένο. Σκέτη αγανάκτηση. Και να βιάζεσαι. Και να μη μπορείς να ξεφύγεις. Και τα φανάρια αδιάφορα τη δουλίτσα τους. Άναψε – σβήσε – άλλαξε – άναψε - πέρνα – σταμάτα. Μέρα – νύχτα. Χειμώνα – καλοκαίρι. 


Από το άλμπουμ: “Master Class Μισός Αιώνας Έλληνες Κιθαρίστες” ακούγεται το “El Vito” με τον κ. Ευάγγελο Μπουντούνη [100 Guitars].


09/02/2007

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2007

0273. Συνάντηση

Πέσανε σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλο. Η τελευταία τους συνάντηση πριν έξι μήνες. Φιληθήκανε. Έμοιαζε να χαρήκανε και οι δυο. Για μια ακόμα φορά του έκανε εντύπωση το φυσικό της μέγεθος. Τα μάτια της στο ύψος των ματιών του. Δεν ήταν μόνοι τους. Εκείνη με μία κυρία, εκείνος με ένα συνάδελφο. Για νιοστή φορά ανταλλάξανε αριθμούς τηλεφώνου. 

Βιαζόντουσαν. “Να μου τηλεφωνήσεις οπωσδήποτε” του ταξίδεψε. “Καλά”, απάντησε δίχως ενθουσιασμό. Τράβηξε καθένας το δρόμο του.

Ταξίδεψε στο παρελθόν τους. Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια γνωριμίας. Με τα πάνω της και τα κάτω της. Αλλιώς ξεκίνησε, αλλιώς τη θέλησε, αλλιώς κατέληξε. Δεν ήταν ότι θα επιθυμούσε. Το είχε όμως αποδεχθεί. Θυμήθηκε χώρους και συναντήσεις. Περιπτώσεις και περιστατικά. Μηνύματα που ταξιδέψανε. Τηλεφωνήματα που έγιναν. Αν εκείνη είχε συγκατανεύσει τα πράγματα θα είχαν πάρει άλλους δρόμους. Προσπάθησε. Απορρίφθηκε. Ίσως μετά επαίνων.

Και ήθελε και δεν ήθελε να τηλεφωνήσει. Προς το παρόν το δεύτερο έμοιαζε να έχει το πάνω χέρι. Αλλά το πρώτο καραδοκούσε. Τον προβλημάτιζε το νόημα της πράξης και κυρίως το μετά. Τι θα άλλαζε στην τάξη των κόσμων τους ένα τέτοιο τηλεφώνημα; Πόσες φορές είχε διαδραματιστεί η ίδια ιστορία; Κάθε που συναντιόντουσαν ένας στιγμιαίος ενθουσιασμός και ένα “Να μου τηλεφωνήσεις” η αντίδρασή της. Και ύστερα τίποτα. Μέχρι την επόμενη τυχαία συνάντηση.

Λοιπόν, όχι. Δε θα τηλεφωνούσε. Θα κρατούσε όμως την προοπτική. Τη δυνατότητα. Για την περίπτωση που δεν θα είχε, ή δεν θα ήθελε, τίποτα να πράξει. Για ένα ηλιόλουστο πρωινό. Για ένα συννεφιασμένο απόγευμα. Για μια μελαγχολική Κυριακή. Για μια λεπτή της μνήμης κατάσταση. Μια ασταθούς ισορροπίας στιγμή ιδιαίτερη. Όταν ο καιρός θα του πλάκωνε το στήθος. Όταν θα είχε οίστρο. Όταν η θύμηση της γλυκά θα τον νάρκωνε. Τότε ή ίσως ποτέ.


Ακούγεται το “Telephone Baby” [1960] με τον, Ελληνικής καταγωγής, Johnny Otis και, ολίγον από, Marci Lee.

Η φωτογραφία είναι λεπτομέρεια από δική μου τραβηγμένη στη Βενετία.


07/02/2007

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2007

0272. Τα Άδεια

Με στεναχωρούν τα άδεια καταστήματα. Αυτά που νοικιαστήκανε και λειτουργήσανε κι ύστερα ξενοικιαστήκανε. Άδειασαν κι έχασαν τη ψυχή τους. Κλειστά. Δίχως αέρα και ανθρώπων φωνές. Αυτά που γνώρισαν ημέρες δόξας. Που στέγασαν όνειρα και ελπίδες. Που φτιαχτήκανε και εξοπλιστήκανε με αγάπη και φροντίδα. Που το κατώφλι τους διάβηκαν άνθρωποι πολλοί. Δύσκολες εποχές. Σκληρή η πραγματικότητα. Λανθασμένες επιλογές; Λόγοι υγείας; Σκληρός ανταγωνισμός; Μετακόμιση; Ποιος γνωρίζει; Απομεινάρια του εξοπλισμού τους που σκονίζονται. Ρολά κατεβασμένα. Έντυπα και φάκελοι λογαριασμών πεταμένα στην είσοδο. Εγκατάλειψη. Θλίψη και στεναχώρια. Αυτά, και τα άλλα. Τα αδοκίμαστα. Που κατασκευάστηκαν με ελπίδες και ξενοίκιαστα μαραζώνουν επί χρόνο πολύ. Χαμένα σε ορόφους και σημεία απόμερα. Να προσμένουν και να παλιώνουν. Να παλιώνουν και να μαραζώνουν. Τα βλέπω, τα παρατηρώ. Σημειώνω στο μυαλό τις θέσεις τους. Στοχάζομαι τους ανθρώπους και τις ζωές τους. Και θλίβομαι. Εύχομαι. Να λειτουργήσουν. Να λάμψουν. Να στεγάσουν όνειρα κι ελπίδες. Να βοηθήσουν να ζήσουν και να ευημερήσουν άνθρωποι και οικογένειες. Από την καρδιά μου. . .


Ακούγεται το: “Πες το κι Έγινε” – Χάρις Αλεξίου, Νίκος Πορτοκάλογλου.


05/02/2007

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2007

0271. Καθημερινότητα

Βαδίζω στο δρόμο. Με ζεσταίνει ο ήλιος. Είμαι ευχαριστημένος. Έχω προβληματάκια με τη δουλειά. Αλλά, ποιος δεν έχει; Πλησιάζει και η δίκη του εξαδέλφου. Σε σαράντα μέρες. Το πρόβλημα είναι τι θα απογίνει η υπερήλικη θεία. Θα έλθει κι αυτό. Θα συμβεί. Θα περάσει. Σχολάω σε τρεις ώρες. Επιστροφή. Θα με περιμένουν. Περιποιημένη μακαρονάδα. Όταν αποφάμε θα πάω στη μητέρα μου. Θα συζητήσουμε λίγο. Θα φτιάξω καφέ. Θα κατεβώ στο υπόγειο. Θα διαλέξω τη μουσική που θα ακούσω. Θα ανοίξω τον Η/Υ. Θα ανακατέψω τα χαρτιά και τα πράγματά μου. Θα φύγω κατά τις επτά. Επιστροφή. Λίγη τηλεόραση. Λίγο στον Η/Υ και πάλι. Θα τσιμπήσω κάτι. Θα έλθει η ώρα. Δοντάκια και νάνι. Αύριο από την αρχή. Είσαστε μάρτυρες. Εκτιμώ την καθημερινότητά μου. Πριν τη χάσω!


Ακούγεται το: “Έχεις Μάτια το Φεγγάρι” των Μίκη Θεοδωράκη – Μάνου Ελευθερίου με τον Αντώνη Καλογιάννη.


02/02/2007