Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

0415. Τελευταία του Έτους Μέρα

Τελευταία του έτους μέρα σήμερα και μη με ρωτήσετε να σας πω το παραμικρό. Σε παλαιότερες εποχές συνήθιζα, τις μέρες αυτές, να κάνω έναν απολογισμό πεπραγμένων. Βοηθούσε στο να κατανοήσω το πώς και τι των 365 ημερών που αποτελούσαν το έτος που έφευγε. Δεν θα το πράξω φέτος. Είναι δύσκολες αυτές οι τελευταίες μέρες. Η κατάσταση της υγείας της μητέρας μου, παρ’ όλες τις προσπάθειες μας, συνεχώς και σταθερά επιδεινώνεται. Εξακολουθούμε να προσπαθούμε και να ελπίζουμε.

Από την άλλη αισθάνομαι να υπάρχει διάχυτη μια ανησυχία για το πώς πάνε τα πράγματα, σε επίπεδο κοινωνίας, στην πατρίδα μας. Όλα μοιάζουν δύσκολα. Οι φτωχοί φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Και μια ζωή οι κρατούντες να ευαγγελίζονται αλλαγές προς τη σωστή κατεύθυνση και το καλό μας. Τους έχει σιχαθεί η ψυχή μου. Αμφιβάλλω για την αγαθότητα των προθέσεων τους, αμφισβητώ τις ενέργειες τους. Ανησυχώ. Αισθάνομαι ότι ζω σε μια σαθρή κοινωνία, μια κοινωνία της αρπαχτής όπου οι σκάρτοι κυριαρχούν και οι σωστοί και έντιμοι υποφέρουν. Και να μη μιλήσουμε για το πόσο εθνικά υπερήφανοι μπορούμε να αισθανόμαστε. . .

Όμως, μέρες που είναι, ας μην το συνεχίσουμε. Ας ευχηθούμε:

Αγαπητοί, και αγαπημένοι, φίλοι, γνωστοί, αναγνώστες και από εδώ περαστικοί:

Θερμές ευχές για ένα απίθανο 2008 γεμάτο υγεία, χαρά, ευτυχία και προκοπή για εσάς και όλους όσους σας αγαπούν και αγαπάτε.

Θερμές ευχές για το καλό για όλο, και σε όλο, το σύμπαν!

[Ε, να μην είμαστε και τοπικιστές!]


Από το άλμπουμ “Βράδιασε, Τα Ξαναλέμε” του Μάνου Ξυδούς ακούγεται το ομώνυμο τραγούδι.


31/12/2007

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

0414. Σήμερα, του Μήνα 28


Τα γνωστά προβλήματα με τον απαράδεκτο επεξεργαστή κειμένου του Blogger δεν επιτρέπουν την ανάρτηση κάποιων κειμένων παρά μόνο σαν εικόνων. Το γεγονός με εκνευρίζει πολύ, αλλά τι άλλο να πράξω; Αναγκαστικά, λοιπόν, και επιθυμώντας τη συγκεκριμένη “διάταξη” του +1 το παραθέτω ως εικόνα. . .

 


The Guess Who και “These Eyes το που ακούγεται τραγούδι.


28/12/2007

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

0413. Μια Μέρα Μετά

Πέρασαν, λοιπόν, και αυτά τα Χριστούγεννα. Μια τυπική διαδικασία, θα έλεγα. Και είναι κρίμα. Όμως, όπως έγραψα και στην προηγούμενη εγγραφή, δεν υπάρχει πια το χρώμα, δεν υπάρχουν τα στοιχεία που θα δώσουν υπόσταση και θα διαφοροποιήσουν την συγκεκριμένη μέρα. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έχω συμμετοχή στον αποχρωματισμό της. Έχω. Πήραμε μια ευκαιρία για ψυχική ανάταση, για σκέψεις σχετικά με τα ανθρώπινα (πέρα και πάνω από τα του Χριστιανισμού) και την καταντήσαμε μια τυπική αργία. Μια απλή ευκαιρία για οικογενειακές συναθροίσεις και πλούσια στρωμένα τραπέζια. Μένει η νοσταλγία για εποχές ευτυχέστερες, αυτές των μαθητικών μας χρόνων, και για ανθρώπους που έχουν φύγει και τέτοιες μέρες μας λείπουν πολύ. Ας είναι. Οδεύουμε προς την πρωτοχρονιά. Μια ακόμη, τυπική, ευκαιρία για ενδοσκόπηση, αναθεώρηση, αλλαγή. . . 


Χρήστος Νικολόπουλος, Μανώλης Ρασούλης και “Αχ Βρε Σοφία” με τον Γιάννη Κούτρα από το άλμπουμ “Όλοι Δικοί Μας Είμαστε”.

26/12/2007

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

0412. Μια Μέρα Πριν

Φώτα, φωτάκια, γιρλάντες, αστέρια, αστεράκια και Αϊ Βασίληδες αναρριχόμενοι. Από τα τέλη Νοεμβρίου. Στο πνεύμα των ημερών. Ποιων ημερών; Ποιο πνεύμα; “Διακοσμημένοι” δρόμοι, μπαλκόνια, κήποι, καταστήματα, βιτρίνες. Κίτρινα, κόκκινα, πράσινα, άσπρα, μπλε. Λάμπες, λαμπάκια, γλόμποι, γλομπάκια, λεντ, λεντάκια, λαμπιόνια. Κατανάλωση ρεύματος. Κιλοβατώρες για τη χαρά των ματιών. Και της ψυχής; Το αποτέλεσμα αμφίβολο. Λείπουν οι οσμές. Το κλίμα των παλιών ημερών. Το ζύμωμα. Το ανθόνερο. Η προσμονή. Το μέτρο. Κατανάλωση. Κατανάλωση. Κατανάλωση. Εξευρωπαϊστήκαμε, εξαμερικανιστήκαμε, εξατμιστήκαμε . . . 


Ακούγεται η σύνθεση του Γιάννη Σπανού “Στα Κύματα”. Στο πιάνο ο συνθέτης.


24/12/2007

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2007

0411. Αλοΐσιους [7x4]

 
Ακόμα ένα σύντομο κείμενο του Αλοΐσιου. Δε γνωρίζω σε ποιο πρόσωπο αναφέρεται. Το κείμενο είναι σχετικά ευανάγνωστο και χωρισμένο σε επτά παραγράφους των τεσσάρων γραμμών. Υποψιάζομαι ότι το έχει καθαρογράψει μεταφέροντας το από ένα πρωτότυπο που, ωστόσο, δεν μπόρεσα να εντοπίσω. . .

Είναι εδώ και δέκα ημέρες που δεν έχουμε συναντηθεί. Ούτε σ’ ένα διάδρομο, ούτε σε ένα ανελκυστήρα. Δεν έχω πια την επιθυμία να κατασκευάσω την παραμικρή σύμπτωση. Το ίδιο μοιάζει να ισχύει και για εκείνη. Πάει, περάσανε οι παλιές καλές εποχές.

Τα βάζω με τον εαυτό μου, με την ατολμία μου. Ούτε και αυτό θέλω να το συζητώ πια. Το έχω εξοστρακίσει από τη σκέψη μου. Έχω δει το είδωλο μου στον καθρέφτη. Γνωρίζω τι βλέπει όταν με κοιτά. Δέκα χρόνια πριν όλα έμοιαζαν πιο εύκολα. Ήταν πιο εύκολα.

Δέκα μέρες δίχως να δω το πρόσωπό της. Η απουσία της με βαραίνει. Δε γνωρίζω τι πονάει περισσότερο. Το σώμα ή η ψυχή; Γυρίζω πίσω. Αναχαράζω. Είναι ο τρόπος που ο εαυτός μου αμύνεται. Πάω. Έρχομαι. Πάλι μια τρικυμία στο ποτήρι.

Αισθάνομαι άβολα μέσα στην καθημερινότητά μου. Μια συνάντηση μαζί της θα μου έδινε μια ώθηση. Μια επιτυχημένη συνάντηση θα με έκανε έναν ευχαριστημένο άνθρωπο για μέρες. Είμαι σε ετοιμότητα. Με όλους τους πόρους ανοιχτούς.

Είναι δώδεκα παρά δέκα. Βράδυ. Αισθάνθηκα την τρομερή επιθυμία να καταγράψω τα όσα διαβάζεις. Ήθελα να ξεχωρίσω αυτές τις δέκα ημέρες από όλες τις άλλες δέκα μέρες τις ζωής μου. Ελπίζω να μη γίνουν έντεκα και δώδεκα και δεκατρείς. . .

Τρομάζω και μόνο με τη σκέψη ότι θα εξακολουθήσω να μη τη βλέπω. Μπαίνω σε πειρασμούς. Μου είναι εύκολο να την συναντήσω. Με τρομάζει αυτή η ευκολία. Θερμοπαρακαλώ για μια ευτυχή συγκυρία που θα με γλυτώσει από τη γύμνια της ανάγκης.

Δεν υπάρχει κανένα νόημα να γράφω τα ίδια και τα ίδια. Και το κάνω. Εγκλωβισμένος. Αυτό είμαι. Στον χαρακτήρα μου, στην διαμορφωμένη κατάσταση, στη γοητεία της. Ένα εγκλωβισμένος που εξακολουθεί να απαντέχει. Αύριο! Παρακαλώ κι ελπίζω. . .


Από το τρίτο άλμπουμ των Χαΐνηδων, “Με Κόντρα τον Καιρό” του 1994, ακούμε το τραγούδι: “Βαθύ Κόκκιν’ Αχείλι”, σε στίχους του Δημήτρη Αποστολάκη και μουσική της Κάλλιας Σπυριδάκη, με την Κάλλια Σπυριδάκη.


21/12/2007

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

0410. Μια Τρύπα Στο Νερό

Ξύπνησε και το αίμα του τραγουδούσε. Έβραζε. “Θα αλλάξω”, μονολόγησε, “Όλα θα τ’ αλλάξω!”. Σηκώθηκε. Διάλεξε ενδύματα που σπανίως φορούσε. Έβγαλε τους φακούς επαφής και φόρεσε τα παλιά κοκάλινα γυαλιά του. Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη και έκανε μια γκριμάτσα ευχαρίστησης.

Ξεκίνησε για το γραφείο. Δεν πήγε στη συνηθισμένη στάση λεωφορείου αλλά πήρε το αυτοκίνητο. Έφτασε στο γραφείο. Αντί για τον συνηθισμένο διπλό Ελληνικό παράγγειλε ζεστό νες με γάλα. Άλλαξε θέση στα έπιπλα, έβγαλε τα συρτάρια του γραφείου του και τους άλλαξε θέση.

Κατά τις δώδεκα, βγήκε. Πήγε και αγόρασε καινούργια ενδύματα. Έξω από τα συνηθισμένα του. “Μοντέρνα”, με ζωηρά χρώματα. Έφαγε σ’ ένα ακριβό εστιατόριο. Επέστρεψε.

Συναντηθήκανε. “Καλημέρα σας”, του είπε. “Έχει ο Θεός!”, της απάντησε και χαμογέλασε αινιγματικά προσπερνώντας την απορία που σχηματίστηκε στο πρόσωπό της.

Όλη η μέρα του πήγε έτσι. Με αλλαγές μικρές και μεγάλες. Σχεδόν το ευχαριστήθηκε. Βράδιασε. Πλάγιασε.
Ξύπνησε στην ώρα του. Ήταν απροσδιόριστα πικραμένος. Η λέξη “τρίχες”, καρφωμένη στο μυαλό του, του έβγαζε τη γλώσσα.

Φόρεσε τους φακούς επαφής του, τα συνηθισμένα του ρούχα. Όδευσε προς τη στάση του λεωφορείου. Έφτασε στη δουλειά του. Παράγγειλε ένα διπλό Ελληνικό και κλείστηκε στο γραφείο του.


Σαράντα χρόνια πίσω, 1967 και “Cuore Matto” με τον Little Tony


19/12/2007

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

0409. Θάλασσα Επαγγελίας

Θάλασσα Επαγγελίας” ονομάζεται μια συλλογή ποιημάτων του ποιητή Τίτου Πατρίκιου. Πρόκειται για ένα τομίδιο 44 σελίδων το οποίο αγόρασα, στις 4 Δεκεμβρίου του 1986, κατά την παραμονή μου σε βιομηχανική επαρχιακή πόλη.

Πρόκειται για τη δεύτερη έκδοσή της, 1985, από τον εκδοτικό οίκο “Θεμέλιο” ο οποίος φέρεται να την εξέδωσε και τα έτη 1977 και 1980. Στη συλλογή περιέχονται 34 σύντομα ποιήματα γραμμένα κυρίως σε τρεις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την Αθήνα, το Παρίσι και τη Ρώμη. Το πρώτο είναι γραμμένο στην Αθήνα τον Φλεβάρη του 1959. Το τελευταίο στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1963.

Πρόκειται, κατά την άποψή μου, για ποίηση με το π κεφαλαίο. Παντοδύναμη στην απλότητά της και εξαιρετικά περιεκτική στη συντομία της. Για Ποίηση η οποία δίχως να καταφεύγει στην ευκολία του πολύπλοκου μιλάει απλά και όμως συνταρακτικά για τον έρωτα.

Πάντοτε κοιτάζω να βρω τη συγκεκριμένη συλλογή στα βιβλιοπωλεία για να τη δωρίσω σε πρόσωπα αγαπημένα. Δυστυχώς, την εποχή αυτή, δεν υπάρχει αυτούσια αλλά ενσωματωμένη σε τόμο με άλλες συλλογές του ποιητή.

Παραθέτω τρία ποιήματα, ένα από κάθε πρωτεύουσα, για να πάρετε μια αίσθηση για τη συγκεκριμένη συλλογή.

ΤΟ ΦΤΑΙΞΙΜΟ

Μια βέβαιη λύση η σάρκα
ένας εκβιασμός συγχώρεσης
για το φταίξιμο που δε σώνεται
το φταίξιμο που θα ξανάρθει.
Κάτω από τα σκοτεινά αγκαλιάσματα
Η άβυσσος των καθημερινών πραγμάτων.
 
Αθήνα Μάης 1959

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντηθήκαμε ισότιμοι κι απλοί
κυρίαρχος ή σκλάβος δεν υπήρξε.
Όλα έγιναν με τέλεια συμφωνία
ώσπου ξανατραβήξαμε τους χωριστούς μας δρόμους.
Σαν στιγμιαίο όνειρο της μέρας
που θα συναντηθούν
ο άντρας κι η γυναίκα.
 
Παρίσι, Μάρτης 1960

ΒΙΛΛΑ ΤΟΥ ΑΔΡΙΑΝΟΥ

Στην αρχή θυμόμουν καθαρά το πρόσωπό σου.
Τα στάχυα των μαλλιών, τα φωτεινά σου μάτια…
Ήταν σε μια φωτογραφία
πάνω από το κρεβάτι ενός φαντάρου.
Και με τις μέρες το χαρτί ξεθώριαζε
ξεφτάγανε οι γύψοι, απόμεινε στον τοίχο
ένα τετράγωνο άσπρο
έπειτα γκρεμίστηκε κι ο τοίχος
χάθηκαν τα σπίτια που δε θα ξαναζήσουμε ποτέ.
Μονάχα ο χώρος μας απόμεινε
όπως αυθαίρετα τον είχαμε ορίσει –
ένα σημείο αναφοράς
ετεροειδών πραγμάτων.
 
Ρώμη Απρίλιος 1962


Επαγγελία: [αρχ. Επαγγελία, επαγγέλλομαι] (η) ουσ. υπόσχεση | γη της επαγγελίας, η χώρα που υποσχέθηκε ο Θεός στους Εβραίους | (μτφ.) γη πλούσια σε κάθε είδους αγαθά

Από το άλμπουμ “Τένεδος” των Νίκου Ξυδάκη – Θοδωρή Γκόνη ακούμε το τραγούδι “Ποια Μέλισσα” από τον συνθέτη και την Ελευθερία Αρβανιτάκη.

 17/12/2007

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

0408. Αγάπα Τον Πλησίον Σου

Είδα, προχθές και σε DVD, την ταινία “Πιο Κοντά στον Παράδεισο” (Au Plus Pres Du Paradis) [2002] με την Catherine Deneuve και τον William Hurt σε σκηνοθεσία της Tonie Marshall. Το DVD ήταν “προσφορά” της εφημερίδας “Ημερησία” στην σειρά “η συλλογή της Η”.

Υπάρχει ένα μικρό ζήτημα με τα DVD που συγκεντρώνει κανείς. Προσωπικά προσεγγίζω πλέον τα χίλια και, ειλικρινά, δεν γνωρίζω πόσα από αυτά αξίζουν. Τα μαζεύω όμως. Η πλεονεξία του καλοθρεμμένου δυτικού. Έχουμε την μανία να κατέχουμε περισσότερα από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε, περισσότερα από όσα, ίσως, μας αναλογούν.

Η ποιότητα του μέσου, αν μιλάμε για DVD που προσφέρονται με έντυπα, είναι πάντοτε υπό αίρεση. Μου έχει τύχει πολλές φορές να κολλούν ή να μην παίζουν καν. Και ας μην μιλήσουμε καλύτερα για ποιότητα εικόνας / χρώματος και ήχου. Συνήθως αξίζουν όσο τα πληρώνουμε. Λίγο. Το έχω πει: Ακριβό και σκάρτο γίνεται, φθηνό και καλό πολύ δύσκολα.

Ας επανέλθουμε όμως στο “Au Plus Pres Du Paradis”. “Κουλτουριάρικο” μου φάνηκε. Ταινία με αργούς ρυθμούς, με μια σαγηνευτική στην ωριμότητά της Deneuve και ένα ασχημοομορφοπερίεργο Hurt. Πολύ δύσκολα θα την ξαναδώ.

Εκείνο που μου άρεσε ήταν που μου θύμισε ένα τραγούδι των Crosby, Stills, Nash & Young. Το “Love The One You Are With” το οποίο, σε ένα εστιατόριο στην Νέα Υόρκη, ο Hurt ξεκινά να σιγοτραγουδά στην Deneuve για να ακολουθήσουν, εν χορώ, οι θαμώνες. Από τις ωραιότερες, αν όχι η ωραιότερη, σκηνές της ταινίας.

Το τραγούδι το έχω σε βινίλιο, από το άλμπουμ “Celebration Copy” του συγκροτήματος [αγορά στις 23/7/1973] και είχα πάρα πολύ καιρό να το ακούσω. Δόξα τω Θεώ, όμως, υπάρχει το διαδίκτυο και η σχετική τεχνολογία. Το “κατέβασα” ευθύς και το “καταθέτω”.

Χαρισμένο εξαιρετικά, όπως έλεγαν οι ραδιοπειρατές παλαιότερα, στην Dodo που σήμερα έχει γενέθλια της. Έτη Της Πολλά και Καλά!



14/12/2007

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

0407. Η Δασκάλα Με Τα Χρυσά Μάτια

Ήταν στα τέλη της δεκαετίας του 1970, αν θυμούμαι καλά, που στην κρατική, τότε, τηλεόραση παιζόταν η σειρά “Η Δασκάλα Με Τα Χρυσά Μάτια” που ήταν βασισμένη στο ομώνυμο, και γνωστό, μυθιστόρημα του Στρατή Μυριβήλη. Μάλιστα, αν θυμούμαι καλά και πάλι, επρόκειτο για την πρώτη έγχρωμη σειρά της Ελληνικής τηλεόρασης.
Καλογυρισμένη σειρά που διαδραματιζότανε σ’ ένα νησί με το οποίο έχω δεσμούς. Τη Λέσβο, το νησί από το οποίο κατάγεται η μητέρα μου. Όσο μπορούσα, την παρακολουθούσα και μου άρεσε πολύ. Πρωταγωνιστούσε η νεαρότατη, τότε, και αισθαντική Κάτια Δανδουλάκη, στον ομώνυμο ρόλο, και ο πάντοτε εξαιρετικός Γιάννης Φέρτης. Ο Φέρτης με την εξαίσια, ακόμα και τώρα, φωνή. Την καλύτερη, μαζί με αυτή του Δημήτρη Χορν κατά τη γνώμη μου, του Ελληνικού Θεάτρου. Θυμούμαι ακόμη την σπαρακτική μουσική της εισαγωγής με το εξαίσιο βιολί.
Από τη στιγμή που διαπίστωσα ότι με το περιοδικό Ραδιοτηλεόραση δίνονται, σε DVD, παλιές τηλεοπτικές σειρές πάντοτε είχα, και εξακολουθώ να έχω, το νου μου μήπως και δοθεί και η συγκεκριμένη. Μέχρι τώρα δεν έχω διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Πριν λίγες ημέρες πάντως στάθηκα τυχερός.
“Ανακάλυψα” και επισκέφθηκα το καταπληκτικό οπτικοαουστικό αρχείο της ΕΡΤ. Σε αυτό βρήκα και τα 23 επεισόδια της συγκεκριμένης σειράς, συνολικής διάρκειας 47:27 [ωρών/λεπτών], και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες (εκτός από το πότε προβλήθηκε η σειρά!). Επισκεφθείτε το και πάρετε μια γεύση και για την σειρά και για την εποχή [την δεκαετία του 70] και την αισθητική της. Για να δείτε τα επεισόδια ίσως χρειαστεί να “κατεβάσετε” και κάποια “πρόσθετα”, στην περίπτωση π.χ. του Firefox το Windows Media Player Firefox Plugin – Download από εδώ.
Το βιβλίο, σε μια ωραιότατη έκδοση της Εστίας, το απέκτησα στις 3 Αυγούστου του 1987. Το διάβασα και μου άρεσε πολύ κι ας έσκασα. Γιατί “η λύση του δράματος”, η συνεύρεση των πρωταγωνιστών, γίνεται κυριολεκτικά στην τελευταία σελίδα. Αν δεν το έχετε διαβάσει, διαβάστε το! Αξίζει τον κόπο.


Από το άλμπουμ “Αναγέννησις - Αλόννησος” του Κώστα Χατζή ακούμε, από τον συνθέτη, το τραγούδι “Με τη Σιωπή στην Άκρη των Ματιών”. 


12/12/2007

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

0406. Σχολώντας

Σχολούσε. Ετοίμασε τα πράγματά του. Έκλεισε την τσάντα του. Φορούσε το παλτό του όταν ακούστηκαν τα δύο κοφτά χτυπήματα στην πόρτα του γραφείου του. “Εμπρός” είπε, ελαφρά ενοχλημένος. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε εκείνη. Στα μπλε και με ένα χαμόγελο αμηχανίας στα μάτια. “Σκέφτηκα να φύγουμε μαζί”, του είπε.

Ξαφνιάστηκε. Πέρασε από το μυαλό του να ξεστομίσει “Αργά δεν το σκέφτηκες;”. Συγκρατήθηκε. “Δεν είμαι κακή ιδέα!” της είπε με μια υποψία χαμόγελου. Βγήκαν. Βάδιζαν δίπλα – δίπλα. Σκεφτικοί, αμίλητοι. Αισθανόταν ότι κάτι ήθελε να του πει, κάτι την βασάνιζε. Περπατούσε και περίμενε. Στο στόμα του η γεύση της πίκρας.

Πλησίαζαν το σημείο που οι δρόμοι τους θα χώριζαν. Την άκουσε να παίρνει μια βαθιά ανάσα. “Τι θα έλεγες να πάμε για ένα καφέ;” τον ρώτησε με ένα τόνο αγωνίας στη φωνή. Σταμάτησε. Όλα τα προηγούμενα χύθηκαν να τον πνίξουν. “Όχι”, της είπε ξερά.

Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. Κοκκίνισε. “Γιατί;” κατόρθωσε να ψελλίσει. “Γιατί η τελευταία φορά υπάρχει” της απάντησε και η φωνή του ήταν σκληρή. “Εγώ. . . εγώ. . .” ξεκίνησε να λέει εκείνη και τα δάκρυα έτρεχαν, πια, ποτάμι από τα μάτια της.

Χτύπησε το ξυπνητήρι. Άνοιξε τα μάτια έντρομος σχεδόν. Του πήρε κάποια δευτερόλεπτα να συνειδητοποιήσει ποιος ήταν και που βρισκόταν. Σκούπισε με το δεξί το μέτωπό του. Είχε ιδρώσει.

Πόσα χρόνια είχαν περάσει; Επτά, οκτώ; Όχι περισσότερα. Είχε προσπαθήσει. Υπήρξαν ευκαιρίες που πέρασαν ανεκμετάλλευτες. Στιγμές που οι τροχιές τους τμήθηκαν, που πλησίασε ο ένας τον άλλο. Τελικώς δεν έγινε τίποτα. Πέρασε. Έφυγε. Από τότε είχε να τη δει.

Και τώρα το ενύπνιο. Έντονο, απαιτητικό. Και προφητικό; Αισθάνθηκε να ταξιδεύει θολωμένος μέχρι το γραφείο. Το ενύπνιο είχε ποτίσει την ύπαρξη του με τη δική της. Ένιωσε ότι δουλεύει μηχανικά, ότι είναι αφηρημένος. Ο νους του τριγυρνούσε σ’ εκείνη.

Σχολούσε. Ετοίμασε τα πράγματά του. Έκλεισε την τσάντα του. Φορούσε το παλτό του όταν ακούστηκαν τα δύο κοφτά χτυπήματα στην πόρτα του γραφείου του. “Εμπρός” είπε, ελαφρά ενοχλημένος. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε εκείνη. Στα μπλε και με ένα χαμόγελο αμηχανίας στα μάτια.
“Βρέθηκα στην περιοχή και είπα να περάσω να σε δω”, του είπε. “Καλά έκανες”, της απάντησε σχεδόν ξερά. “Νόμιζα ότι θα χαρείς. . .” του είπε. “Όχι και τόσο” της απάντησε και την κοίταξε έντονα στα μάτια. “Λάθος μου. Με συγχωρείς. Αντίο” απάντησε και δάκρυα φάνηκαν στα μάτια της. “Στο καλό” της είπε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος. 

Γύρισε, βγήκε προσεκτικά κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Την πρόλαβε στο επόμενο τετράγωνο. Την αγκάλιασε. “Πάμε για φαγητό”, είπε επιτακτικά και ήταν όλος ένα χαμόγελο. “Είσαι μεγάλος αλήτης” του είπε και τα μάτια της ήταν κόκκινα από το κλάμα. “Και συ μια μικρή εύπιστη” της αντιγύρισε. “Η τελευταία φορά υπάρχει αλλά, το ποια είναι μένει να αποδειχθεί”, συλλογίστηκε και έσκυψε να τη φιλήσει.

Ξύπνησε για δεύτερη φορά. Κάθιδρος. Το ξυπνητήρι βουβό, η ώρα περασμένη. Σηκώθηκε. Έφτιαξε καφέ. Τηλεφώνησε στο γραφείο. Τους ενημέρωσε ότι σήμερα θα απουσίαζε.

Έμεινε ώρα σκεφτικός πίνοντας τον διπλό καφέ του και μουτζουρώνοντας χαρτιά. Οι δείκτες του ρολογιού στον τοίχο έμοιαζαν με χέρια που άνοιγαν για να αγκαλιάσουν. Εννέα και τέταρτο. Το σκέφτηκε και χαμογέλασε. “Θα πάω να την βρω!” μονολόγησε και σηκώθηκε ορμητικά απ’ την καρέκλα του. . . 


Από τον ιδιαίτερο δίσκο του Λάκη ΠαπαδόπουλουΗ Σούστα”, 1995, η Ειρήνη Δασκαλάκη τραγουδά “Τις Νύχτες Σκέφτομαι Ό,τι Δεν Πρέπει (Κόλλησα)” σε στίχους Σάννυς Μπαλτζή.


10/12/2007

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2007

0405. Το Τελευταίο Κατοικίδιο;

Kατά παράδοση, πλέον, μέρες σαν τη χθεσινή ισχύει αυτό. Για εχθές πάντως οφείλω να σημειώσω ότι δεν σημειώθηκε, ως συνήθως εξ’ άλλου, καμία ανατροπή και είναι, από πολλές απόψεις, κρίμα. Δεν πειράζει, ας πάει και αυτό μαζί με τα άλλα.
Ξεκίνησα αυτές τις μέρες να διαβάζω [και] το “Ήρωες της Ιστορίας” του κ. Will Durant σε μετάφραση Δημήτριου Ξύδη από τις εκδόσεις Φυτράκη. Εκεί, λοιπόν, και στο Κεφάλαιο Ι, Τι Είναι Πολιτισμός;, στην σελίδα 23 διάβασα το εξής:

Με το πέρασμα των αιώνων, ο άνδρας συμφιλιώθηκε με τη ζωή σε σπιτικό και τις συνθήκες μόνιμης εγκατάστασης. Η γυναίκα είχε εξημερώσει το πρόβατο, το σκύλο, το γάιδαρο και το γουρούνι· τώρα εξημέρωσε και τον άνδρα. Ο άνδρας είναι το τελευταίο κατοικίδιο ζώο της γυναίκας, μόνο που είναι μερικώς και απρόθυμα πολιτισμένο. Σιγά σιγά ο άνδρας έμαθε από τη γυναίκα τις κοινωνικές ιδιότητες: οικογενειακή αγάπη, ευγένεια (η οποία είναι συναφής με την οικογένεια), νηφαλιότητα, συνεργασία, κοινοτική δραστηριότητα. Η έννοια της αρετής έπρεπε τώρα να επαναπροσδιοριστεί ως οποιαδήποτε ιδιότητα συντελούσε στην επιβίωση της ομάδας. Αυτή, πιστεύω, ήταν η αρχή του πολιτισμού – δηλαδή, της ύπαρξής μας ως ευγενών πολιτών. Τότε όμως ξεκίνησε και η βαθιά και συνεχής σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό – ανάμεσα στα ατομικιστικά ένστικτα που είναι τόσο βαθιά ριζωμένα στο μακροχρόνιο κυνηγετικό στάδιο της ανθρώπινης ιστορίας, και στα πιο αδύναμα κοινωνικά ένστικτα που αναπτύχθηκαν μέσω μιας μόλις πρόσφατα καθιερωμένης μόνιμης ζωής.

Χαριτωμένος, ο Θεός να τον συγχωρήσει, ο κύριος Durant. Σαν μεγάλος και σαν αυτόπτης τα λέει. Οφείλω να ομολογήσω ότι πραγματικά υπάρχουν, ακόμη και σήμερα, κάποιες περιπτώσεις που και το “εξημέρωσε” ή/και το “κατοικίδιο” ισχύουν. Αλλά γενικώς; Δύσκολο μου μοιάζει. . .


Ακούγεται ένα τραγούδι που μου χαρίστηκε από φίλη αγαπητή και πολύ, και εμένα, μου αρέσει. “Φρόνιμα Κούκλα Μου”, στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου, μουσική: Χριστόφορος Κροκίδης, με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.


07/12/2007

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

0404. Θέατρο

Το βασάνισε μέσα του πολύ. Το σκέφτηκε. Το στάθμισε. Μέρα και νύχτα. Ηθελημένα και αθέλητα. Ήρθαν εποχές που του είχε γίνει έμμονη ιδέα. Στο τέλος το αποφάσισε, τουλάχιστον για λογαριασμό του. Αυτή η ιστορία ήταν μια ιστορία που αν, και εφόσον, ξεκινούσε με τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν θα είχε αίσιο τέλος.
Λοιπόν, αποστασιοποιήθηκε. Έγινε εξαιρετικά τυπικός. Κλείδωνε το στόμα. Απόστρεφε το βλέμμα. Πρακτικά άφαντος. Κόνταινε την διάρκεια των απαραίτητων ή και τυχαίων συναντήσεων. Απόφευγε τα δύσκολα θέματα. Τις δύσκολες ερωτήσεις. Τις δύσκολες απαντήσεις. Άλλαξε τον προσανατολισμό του.
Τα κατάφερνε. Παρουσίαζε ένα πρόσωπο αυστηρά τυπικό. Σχεδόν αδιάφορο. Καμάρωνε τον εαυτό του. Θαύμαζε τις ικανότητες του. Όλους τους είχε πείσει. Κανένας και ποτέ δεν υποψιάστηκε τα όσα τόσο αποτελεσματικά έκρυβε. “Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο” σκεφτότανε. Και συνέχιζε.
Πέρασε ο πρώτος μήνας, ήρθε ο δεύτερος. Ζύγωσε ο τρίτος και πέρασε. Αυτός σταθερός. Αποστασιοποιημένος. Τυπικός, ψυχρός, ωραίος. Για τους άλλους. Έτσι το έβλεπε.
Για τον εαυτό του κολακευότανε να πιστεύει ότι μέσα στην καρδιά του υπήρχε πάντα μια φλόγα που καίει. Μια πολύτιμη φλόγα, προφυλαγμένη και έτοιμη να δώσει τη μεγάλη φωτιά. Να πυρπολήσει την ύπαρξη του. Και συνέχιζε.
Ο χρόνος περνούσε. Οι συνθήκες άλλαξαν. Ήρθε η στιγμή που περίμενε. Έκανε μουδιασμένος το πρώτο βήμα. Περίμενε να θεριέψει η φλόγα, να τον πυρπολήσει. Δεν έγινε τίποτα.
Έσκυψε μέσα του. Αναζήτησε τη φλόγα. Την πολύτιμη, προφυλαγμένη φλόγα. Τίποτα. Δεν βρήκε τίποτα. Τόσο καλά προσποιήθηκε τον αδιάφορο που έπεισε ακόμα και τον εαυτό του.
Και έκλαψε. Για μια ιστορία που δεν μπορούσε πια να ξεκινήσει. Για μια φλόγα που της έκλεψε το οξυγόνο. 

Από τον αγαπημένο Dean Martin το τραγούδι που ακούγεται, το “Just In Time”.


05/12/2007

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

0403. Πολύτιμοι Λίθοι

Στάθηκε μπροστά της:
- Γεια σας, είμαι ο Αδάμαντας Χρυσολωράς της είπε και έτεινε το χέρι του.
Εκείνη αιφνιδιάστηκε. Άπλωσε το δικό της. Το τράβηξε σχεδόν αμέσως και είπε:
- Και λοιπόν;
- Δεν έχει λοιπόν. Σκέφτηκα ότι είναι κρίμα οι πολύτιμοι λίθοι να συνυπάρχουν μόνο στα κοσμήματα και τα κουτιά των καρφωτών. Σας λένε Ρουμπίνι, με λένε Αδάμαντα το πράγμα μιλάει από μόνο του. Οφείλουμε να γνωριστούμε. Το χρωστάμε στους νονούς μας!
- Για μια στιγμή, και πέρα από όλα τα άλλα. Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι με λένε Ρουμπίνη;
- Ελάτε τώρα. Προφανώς δεν σημειώσατε την ταπεινή μου παρουσία αλλά εχθές, τέτοια ώρα περίπου, ταξιδεύατε με μια φίλη σας στο μετρό κι εγώ καθόμουν στο απέναντι κάθισμα. Λοιπόν, η φίλη σας “Ρουμπίνη μου” σας ανέβαζε, “Ρουμπίνη μου” σας κατέβαζε. Σχεδόν ζήλεψα.
- Τι ζηλέψατε;
- Αυτό το κτητικό, το “μου”.
- Σαν να βιαζόσαστε κύριε. . .
- Αδάμαντας, σας το είπα ήδη.
- Λοιπόν κύριε Αδάμαντα, αν έτσι σας λένε πραγματικά, βιαζόσαστε πολύ
- Τι δε με πιστεύετε; Ορίστε η ταυτότητα μου.
- Παρακαλώ, ας μην το φτάσουμε μέχρι εκεί. Σας πιστεύω.
- Λοιπόν; Τι θα λέγατε να συναντιόμαστε αύριο την ίδια ώρα στο ίδιο σημείο και να πηγαίναμε για καφέ και συζήτηση.
- Ειλικρινά με φέρνετε σε πολύ δύσκολη θέση. . .
- Δεν θα έπρεπε. Δε ζητάω κάτι δύσκολο ή παράλογο. Είναι κάτι που, πιστέψτε με, μεταξύ πολύτιμων λίθων συνηθίζεται.
- Ας είναι. Αύριο, λοιπόν.
- Αύριο!
Δώσανε τα χέρια, χωρίσανε.

Λίγο πιο κάτω η “Ρουμπίνη” τηλεφώνησε, με το κινητό της, στη φίλη της:
- Έλα, η Αγλαΐα είμαι. Θυμάσαι που εχθές στο μετρό με αποκαλούσες συνέχεια “Ρουμπίνη μου” μιμούμενη το πώς η Αγγέλα αποκαλεί τη Ρουμπίνη;
- Και βέβαια το θυμάμαι.
- Τον νεαρό που καθόταν στο απέναντι κάθισμα τον θυμάσαι;
- Φυσικά. Κούκλος ήτανε!
- Λοιπόν, τον κούκλο τον λένε Αδάμαντα και αύριο έχω ραντεβού μαζί του. Ας είναι καλά η Ρουμπίνη, βοήθησε πολύ και ας μην το ξέρει. . .

Μισή ώρα μετά ο “Αδάμαντας” έστειλε στον Αδάμαντα Χρυσολωρά το πιο κάτω μήνυμα:
“Είμαι ευτυχής. Έκλεισα ραντεβού με Ρουμπίνη. Χρησιμοποίησα το ονοματεπώνυμό σου. Τα λέμε. Μπάμπης”. . .
------------------------------------------------------------------------------------------------
Ακούγεται το τραγούδι “Dizzy” με τον Tommy Roe.


03/12/2007

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

0402. Αλοΐσιους, Το Ζωτικό Ψέμα

Αυτά κι αν ήταν ορνιθοσκαλίσματα. Βασανίστηκα, πρώτα για να καταφέρω να διαβάσω τι έλεγε το κείμενο και μετά για να βάλω τα πράγματα σε μια λογική σειρά ακολουθώντας τις παραπομπές του συγγραφέα. Τώρα που διαβάζω το κείμενο που ακολουθεί έχω την αίσθηση ότι κάτι κατάφερα και ότι, τελικώς, άξιζε τον κόπο. Ιδού, λοιπόν, “τακτοποιημένο”, από τεχνική άποψη και μόνο, το κείμενο του κ. Αλοΐσιου Φλοπ:

Θα κάνει, λέω, μια έκρηξη το μυαλό μου και θα ξεχυθούν από τα χέρια μου οι λέξεις και θα γίνουν λόγια αυτά που με βασανίζουν να περάσουν στο χαρτί να τα δούνε μάτια και να βουρκώσουνε και να τα ακούσουνε ψυχές να στενοχωρηθούνε. Μια έκρηξη θα γίνει, μια μεγάλη έκρηξη, και μια δίνη θα με συνεπάρει. Θα με ανεβάσει ψηλά για να δω από εκεί τον κόσμο και την ανοησία του. Σπαταλημένες νύχτες, μυτερές στιγμές, μάτια κλαμένα πίσω από κλειστά παράθυρα. Μια έκρηξη μουγκή, θαρρείς για να μην ακούσει άλλος κανένας μόνο να δούνε τα γραφτά μου, αυτά τα κακοσκαλισμένα, και να πούνε κοιτά τι έκρηξη στα ξαφνικά μπορεί να πάθει ο άνθρωπος. Και που να γνωρίζουν ότι καθόλου ξαφνικά δεν είναι και ότι χρόνια τώρα μαζεύω σπυράκι – σπυράκι ότι θα ανατιναχτεί. Θα μηδενιστούν όλα και από την αρχή θα αρχίσω. Και συ να μη ξέρεις τίποτα μονάχα να κάθεσαι να τρως και να κοιμάσαι σαν όλους τους άλλους. Σαν όλους τους άλλους να αγνοείς. Λες και δεν είσαι εσύ που με βασανίζεις, δεν είσαι εσύ που υπάρχεις. Δεν είσαι εσύ που αγαπήθηκες. Τα έστειλα τα μηνύματα κι εσύ τίποτα δεν κατάλαβες ή καμώνεσαι την ανίδεη για να γλυτώσεις. Εξακολουθείς να πηγαινοέρχεσαι σπίτι – γραφείο, γραφείο - σπίτι. Και πώς να συγχωρήσω τον εαυτό μου που είχα την απαίτηση να ψυχανεμιστείς και να καταλάβεις. Κάτι λίγα χαλικάκια έσπειρα στο δρόμο σου. Τα κόκκινα μηνύματά μου, όπως έλεγα. Με τρόπο, σύνεση και μέτρο. Αυτό ήταν όλο. Ούτε ένα χαλικάκι δεν τόλμησα να πετάξω στο παράθυρο σου. Μονάχα τα άπλωνα στο δρόμο σου και πρόσμενα να ακολουθήσεις. Να ανταμώσουμε. Αυτό ποθούσα και έλιωνα για τη στιγμή που θα φαινόσουνα κι θ’ άνοιγα τα χέρια να σε αγκαλιάσω. Ποτέ σου δεν τα είδες τα χαλικάκιά μας. Ποτέ δεν κατάλαβες. Μονάχα να τα πατάς ήξερες, να προσπερνάς, να πηγαίνεις αλλού. Μεγάλο το σφάλμα μου το αθροισμένο που δεν σε άρπαξα να σε καθίσω απέναντι να σου πω τα μύρια όσα. Τι φοβήθηκα και δεν το έκανα; Μου έχει μείνει η απορία. Μονάχα να σπέρνω γνώριζα. Να σπέρνω και να ελπίζω. Άλλο τίποτα. Ποτέ δε θέρισα. Δενότανε η γλώσσα μου μπροστά σου και ξεστράτιζαν τα μάτια μου. Άλλα ήθελα να πω. Άλλα να κάνω. Και μου έμειναν οι αρχινισμένες προσπάθειες και το άσχημο τέλος. Γεμάτο το σεντούκι των αναμνήσεων και τα χέρια αδειανά. Άδεια και η αγκαλιά μου και συ να πηγαίνεις και να έρχεσαι. Απασχολημένη, απορροφημένη από την γκρίζα καθημερινότητα, με υποχρεώσεις που ποτέ δεν τελειώνουν. Έτσι ζούμε ο ένας δίπλα στον άλλο, ο ένας μακριά απ’ τον άλλο. Δεν είναι επιλογή μου η ζωή σου και μπορεί να μην είναι και επιλογή σου η δική μου. Έτσι στρώσαμε σε χρόνο ανύποπτο και κανένας δε μπορεί να μας δώσει πίσω τις χαμένες προοπτικές και τα αν μας. Περνάνε οι στιγμές, οι ώρες, οι μέρες. “Χανόμαστε”, θέλω να σου πω. Δεν το λέω. Μονάχα τα εύκολα. Καλημέρα, γεια σου, αντίο. Και όσο περνά ο καιρός, έτσι ανωφέλευτα, σκέψεις διάφορες γεννιούνται στο μυαλό μου. Σκέψεις βασανιστικές. Μήπως τελικά όλο αυτό δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο ένα στόλισμα του νου; Ένας τρόπος να εμπνέομαι και να γράφω και όχι ένας τρόπος να ζω; Δοκιμάζομαι, κι ας λέω ότι για τίποτα πια δε χρειάζεται ν’ αποφασίσω. Βασανίζομαι κι έχει αρχίσει η αμφιβολία να μου τρώει τα σωθικά. Όμως, ακόμα αντιστέκομαι στη φριχτή υποψία και αρνούμαι να παραδεχτώ ότι στάθηκες της ζωής μου το ζωτικό ψέμα. Και υποφέρω. 


Από το άλμπουμ “Οικογενειακή Υπόθεση” του Αντώνη Βαρδή ακούμε τον Γιάννη Βαρδή στο τραγούδι “’Ισως”.


30/11/2007

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

0401. Τσαϊκόφσκι, 6η Συμφωνία “Παθητική”

Δίσκους αγοράζω εδώ και περίπου σαράντα χρόνια, από το 1970. Ξεκίνησα από αυτούς των 33 και 45 στροφών (ανά λεπτό), τους λεγόμενους βινιλίου, και συνεχίζω με τους δίσκους ακτίνας (βαρβαριστί Compact Disk). Κάποιοι από τους δίσκους, που εδώ και τόσα χρόνια έχω συγκεντρώσει, έχουν ιδιαίτερη αξία για εμένα.

Ή, ακριβέστερα, κάποιες μουσικές των δίσκων αυτών έχουν ιδιαίτερη αξία. Για παράδειγμα η 6η Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, η επιλεγόμενη Παθητική (δηλαδή του Πάθους), με την Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα της, τότε, Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών [ΕΣΣΔ] και Διευθυντή Ορχήστρας τον Yevgeni (ή και Evgeni) Svetlanov.

Ήταν το πρώτο έργο κλασσικής μουσικής που απέκτησα και άκουσα με προσοχή. Γοητεύτηκα. Βρήκα ότι είχε πράγματα να μου πει. Με έκανε να αισθάνομαι, να ονειρεύομαι. Το αγάπησα. Αγάπησα τη μουσική του Τσαϊκόφσκι και τον Svetlanov. Απέκτησα και τις Συμφωνίες 3, 4 και 5 με τους ίδιους συντελεστές. Την 4η και 5η σε δίσκους βινιλίου, και αργότερα και σε CD, την 3η, πρόσφατα, σε CD.

Οι δίσκοι βινιλίου ήταν με την ετικέτα της κρατικής MELODIYA και ήταν σχετικά φθηνοί. Θυμούμαι μάλιστα ότι υπήρχε ένα κατάστημα που πουλούσε αποκλειστικά δίσκους της MELODIYA στην οδό Χαλκοκονδύλη, μεταξύ πλατείας Κάνιγγος και Πατησίων. Την 6η πάντως την βρήκα με την ετικέτα της αμερικάνικης VOXBOX [CDX 5117] σε διπλό CD μαζί με την 5η και ένα απόσπασμα από την UNDINE.

Δεν έχει νόημα θαρρώ να αναφέρω στοιχεία για τους συντελεστές ή τα έργα. Η χρήση των συνδέσμων και λίγο ψάξιμο στο διαδίκτυο εξυπηρετούν μια χαρά. Θέλω μόνο να επαναλάβω το ότι προσωπικά θεωρώ τη συγκεκριμένη εκτέλεση της 6ης εξαιρετική και την συνιστώ θερμώς, έστω και σαν εισαγωγικό έργο στον θαυμαστό κόσμο της κλασσικής μουσικής.

Ακούγεται ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της 6ης από το πρώτο μέρος, Adagio. Allegro non troppo. Γνωρίζω ότι δεν είναι και το πιο σωστό αυτό που έκανα, αλλά το πρώτο μέρος έχει διάρκεια 18 λεπτά και 42 δευτερόλεπτα και συνεπώς, ακόμα και για mp3, θα ήταν δύσκολο να ακουστεί ολόκληρο. Το απόσπασμα διαρκεί 4 λεπτά και 29 δευτερόλεπτα και είναι, πάντα κατά την άποψη μου, θεσπέσιο. . .


28/11/2007