Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2006

0256. Καρδιά από Χρυσάφι [ΝΚ]

Αγοράζω δίσκους μουσικής από το 1970. Πολλές φορές μου έτυχε να αγοράσω ένα δίσκο μόνο και μόνο για ένα τραγούδι. Τις περισσότερες φορές αυτό, το ένα τραγούδι, ήταν και αυτό που τελικά μου άρεσε από όλο το δίσκο. Ακόμα ψάχνω κάποια μεμονωμένα τραγούδια και το μόνο σίγουρο είναι ότι μόλις τα βρω θα αγοράσω τον δίσκο που τα περιέχει.

Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μουσική που μου αρέσει είναι αυτή που ακουγότανε, και άκουγα, μέχρι τα 25 – 30 μου το πολύ. Όχι ότι δεν μου αρέσουν σύγχρονα τραγούδια ή δημιουργοί αλλά να, η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ίσως είμαι τυχερός, από οικονομική άποψη, που μου αρέσουν τα “παλιά”. Μπορώ και βρίσκω τα έργα που αγαπώ σε οικονομικές τιμές μιας και είναι “παλιά”.

Το ερώτημα που τίθεται είναι πόσες φορές πρέπει να πληρώσει κανείς ένα μουσικό έργο. Ήδη έχω αντικαταστήσει 120 από τα έργα που είχα σε βινίλιο. Μιλάμε για ένα ποσοστό της τάξης του 19% αν σκεφτεί κανείς ότι όταν ξεκίνησα να αγοράζω CD είχα ήδη δημιουργήσει μια δισκοθήκη με 634 άλμπουμ βινιλίου. Και φυσικά όταν αλλάξει το είδος που “τυπώνεται” η μουσική, που θα αλλάξει, άντε πάλι από την αρχή.

Μια γενική παρατήρηση είναι ότι αν ψάχνεις ένα παλιό άλμπουμ θα το βρεις! Αρκεί να εξακολουθήσεις να το ψάχνεις, επισκεπτόμενος π.χ. τα 2 -3 μεγάλα δισκοπωλεία του κέντρου, και να είσαι και λίγο τυχερός. Τελευταίο παράδειγμα το πρώτο άλμπουμ της Rickie Lee Jones το οποίο το έχω σε βινίλιο και το έψαχνα χρόνια σε CD. Τελικά το βρήκα προσφάτως, στα Metropolis της Αθήνας, σε ένα και μοναδικό αντίτυπο. Το έψαχνα όμως σχεδόν την κάθε φορά που επισκεπτόμουνα δισκοπωλεία.

Το να αγοράσεις μουσική από το διαδίκτυο είναι μια άλλη ιστορία. Δεν μιλώ για “κατέβασμα” κομματιών αλλά για αγορά των CD, από το Amazon π.χ. Μιλάμε για τον παράδεισο στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με την δισκογραφία σε ξένη γλώσσα, Αγγλικά, Γαλλικά, Ιταλικά στην περίπτωσή μου. Έχω πολλές φορές μπει στον πειρασμό και το να ενδώσω είναι, πιστεύω, θέμα χρόνου. Λείπει βέβαια η μαγεία του “ψαχουλέματος” αλλά δεν μπορεί κανείς να τα έχει όλα.

 

Προσοχή χρειάζεται όταν αγοράζει κανείς συλλογές και το έχω ξαναγράψει [ στην εγγραφή 0249. Πάνος + Χάρης Κατσιμίχας]. Μιλώ για την περίπτωση να αγοράσει κανείς “επαναηχογραφημένη”, ή “Live”, μουσική σε εκτελέσεις συνηθέστατα υποδεέστερες των αρχικών. Όσο πιο δελεαστική είναι η προσφορά, μεγάλο πλήθος τραγουδιών σε χαμηλή τιμή, τόσο πιο επιφυλακτικοί πρέπει να είμαστε. Δυστυχώς σχετικές πληροφορίες ή αναγράφονται με μικρά γραμματάκια ή δεν υπάρχουν καν στην συσκευασία. Ένας από τους δίσκους, λοιπόν, που αγόρασα για ένα και μόνο κομμάτι είναι και το “Harvest”, του κ. Neil Young, για το τραγούδι “Heart of Gold”. Πρώτα σε βινίλιο και μετά σε CD κατά τα γνωστά. Αυτό το τραγούδι ακούγεται και στην παρούσα τελευταία εγγραφή για το 2006. Και μιας και το έτος αλλάζει:

 

 

Θερμές ευχές σε όλους για ένα καλό έτος με υγεία, ευτυχία, προκοπή και ευδοκία.

29/12/2006

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2006

0255. Ζωή [ΝΚ]

Η ζωή είναι ένα πλέγμα σχέσεων. Σχέσεων με έμψυχα, άψυχα και τον εαυτό μας. Μια συσχέτιση. Μια συνδιαλλαγή. Μια αλληλεξάρτηση. Μια ατέλειωτη σειρά γνωριμιών. Διαδικασιών προσέγγισης. Άντλησης. Λήθης. Απόρριψης. Επιθυμιών και απογοητεύσεων. Ένα αέναο παιχνίδι δοκιμής και λάθους.
Είμαστε καλά όταν οι σχέσεις μας πάνε καλά. Αρρωσταίνουμε όταν πάσχουν. Όταν δεν ευδοκιμούν. Όταν χωλαίνουν. Επιλέγουμε και μας επιλέγουν. Πράττουμε και πράττουν. Προσεγγίζουμε και προσεγγιζόμαστε. Απομακρυνόμαστε και απομακρύνονται. Εκπέμπουμε και εκπέμπουν. Λαμβάνουμε και λαμβάνουν.
Οι σχέσεις μας. Το περιτύλιγμα της ζωής μας. Η ζωή μας η ίδια. Οι μόνιμες σχέσεις. Οι πρόσκαιρες. Οι χρεοκοπημένες. Οι ασύμφορες. Οι κερδοφόρες. Οι ολάνθιστες. Οι νόμιμες και οι παράνομες. Οι παλιές και οι καινούργιες. Οι αδιάφορες και οι άλλες.
Σχέσεις. Παντού σχέσεις. Εξαρτήσεις. Επιθυμίες. Λόγια. Πράξεις. Της ευτυχίας κυνηγητό. Της ηδονής και της αγάπης. Της αναγνώρισης. Της επιβράβευσης. Σχέσεις. Κι εμείς το κέντρο. Το απόκεντρο μερικές φορές. Και πάντοτε η επιθυμία. Για τη μία σχέση, έστω τη φορά, που θα ανθίσει έξω και πέρα από τα συνηθισμένα. Θα ανατινάξει την καθημερινότητα. Θα φέρει την πλήρωση.

Η ζωή μας είναι οι σχέσεις μας.


Από τα χρόνια τα παλιά, και πάλι, η μουσική επιλογή. Συγκρότημα των Σκιών, “The Shadows” βαρβαριστί, λοιπόν και “The Rise and Fall of Flingel Bunt” από το1964.


27/12/2006

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2006

0254. O Tempora! O Mores! [ΝΚ]


Παραμονή Χριστουγέννων. Μόλις χθες. Σηκώθηκα σχετικά πρωί. Ετοίμασα τον διπλό Ελληνικό. Κατέβασα το ακουστικό του θυροτηλεφώνου. Ο ήχος του, απαίσιος, θα ξυπνούσε την οικογένεια που συνέχιζε τον ύπνο της. Αρκούσε το ανεπαίσθητο “τσκ” για να αντιληφθώ ότι έχω κόσμο στην πόρτα. Αράδιασα τα χρήματα που είχα ετοιμάσει για τα κάλαντα. Στρώθηκα στο γραφείο. Άνοιξα το μηχάνημα. Η ώρα περνούσε.

Σε μισή ώρα περίπου ακούστηκε το πρώτο “τσκ”. Σηκώθηκα. Στην θυροτηλεόραση αντίκρισα τρεις χαμογελαστές, παιδικές φατσούλες. Τρία αγόρια γύρω στα δέκα – έντεκα. Τους άνοιξα. Άνοιξα και την πόρτα του διαμερίσματος. “Στον δεύτερο!” τους φώναξα. Ανέβηκαν στον τρίτο. “Που είναι ο άνθρωπος που μας άνοιξε;” Τους άκουσα να λένε. “Παιδιά, στον δεύτερο!” επανέλαβα.
Κατηφορίσανε με τις σκάλες. Εμφανιστήκανε. Τρία θαρρετά, καλοβαλμένα παιδιά με τα τριγωνάκια τους. Και ήρθε η πρώτη έκπληξη. “Θέλετε να σας τα πούμε στα Ελληνικά ή στα Αγγλικά;” ρώτησε ο “αρχηγός”. Θαύμασα. Τόσο χρονών άνθρωπος τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα δεν τα είχα ακούσει στα Αγγλικά ο έρμος. Ούτε καν γνώριζα ότι υπάρχουν. “Να τα συνδυάσουμε” πρότεινα. “Και στα Ελληνικά και στα Αγγλικά”. “Ωραία από πού να αρχίσουμε;”. “Άντε, από τα Αγγλικά” είπα. Με έτρωγε βλέπετε η περιέργεια τον επαρχιώτη.

Και αρχίσανε. Με δυνατή, καθαρή φωνή και ωραία Αγγλικά [και ως προς όλα αυτά εύγε τους!]:

Last Christmas I gave you my heart
But the very next day you gave it away. . .

Έπαθα μια σύγχυση. Ένα πέρα δώθε. “Παιδιά, στα Ελληνικά, στα Ελληνικά!” τους είπα. Κανένα πρόβλημα. Τα είπανε ωραιότατα και Ελληνικότατα εισέπραξαν τα δέοντα και αναχώρησαν χαμογελαστά για άλλες πόρτες.

Γύρισα στο γραφείο μου. Οι Wham είχαν εισβάλλει στα Χριστούγεννα μου. Ο εξαμερικανισμός [ποια παγκοσμιοποίηση και μπούρδες] καλά κρατεί. Έτσι, λοιπόν, αλλάζουν τα ήθη και τα έθιμα; Συλλογίστηκα. Κάπως έτσι, θαρρώ. Από τις τρυφερές ηλικίες. Συνδέοντας ήχους και εικόνες με γιορτές και εποχές. Σήμερα το “Last Christmas” στην θέση των Ελληνικών Χριστουγεννιάτικων καλάντων μοιάζει με αστείο, αύριο όμως;
Από εδώ και πέρα η “βαλίτσα” πάει πολύ μακριά. Και είναι Χριστούγεννα, με ότι αυτό για τον καθένα σημαίνει. Ας σταματήσουμε εδώ, λοιπόν. Συνεπώς:

Καλημέρα, Καλά Χριστούγεννα, Χρόνια Πολλά!


Το τραγούδι που ακούγεται είναι το “What Child is This?”. Μεταγραφή από κασέτα σε CD που πραγματοποίησα τον Δεκέμβριο του 2002 για ένα συνάδελφο και, φυσικά, κράτησα αντίγραφο. Πρόκειται για απόδοση Χριστουγεννιάτικων τραγουδιών από ένα μικρό σύνολο κλασσικής μουσικής η οποία πραγματοποιήθηκε ειδικώς για το Museum of Fine Arts της Βοστόνης. Οι εκτελέσεις είναι, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικές και ξεφεύγουν κατά πολύ από την κρατούσα των ημερών τυποποίηση.

Η φωτογραφία του αγγέλου είναι δική μου από το περσινό Χριστουγεννιάτικο δέντρο και την καινούργια, τότε, Canon PowerShot A620.

25/12/2006

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2006

0253. Μούχρωμα [ΝΚ]

Η λέξη ξεπήδησε στο μυαλό μου. "Μούχρωμα". Το σούρουπο, το λυκόφως σκέφτηκα. Μα δεν ήμουν σίγουρος. Συμβουλεύτηκα ένα λεξικό. Είχα δίκιο. Από το αρχαίο επίθετο μορυχός (=αμυδρός) η καταγωγή της. Κι ας μην είναι ιδιαίτερα εύηχη σαν λέξη αποδίδει θαρρώ το νόημα για το οποίο χρησιμοποιείται. 

Και είναι το μούχρωμα η αγαπημένη μου χρονική της μέρας περίοδος. Κυρίως το καλοκαιράκι. Τότε που η νύχτα δίνει μάχη για να διώξει τη μέρα. Τότε που όλα ισορροπούν μεταξύ απερχόμενου φωτός και επερχόμενου σκότους. Όταν ο ήλιος έχει δύσει αλλά το φως του μαγικά ακόμα χρωματίζει. Τα βουνά, τις θάλασσες, τους δρόμους. Τότε. 
Πόσο κρατάει αυτή η μαγεία; Είκοσι λεπτά; Μισή ώρα; Όχι περισσότερο. Είναι ακριβώς η περίοδος που δεν θέλω να βρίσκομαι σε κλειστό χώρο. Θέλω να είμαι έξω. Να περπατώ. Να περπατώ και να αναθυμούμαι. Της ζωής μου τα πεπραγμένα. Της ζωής μου τα επερχόμενα. Τα λάθη, τις παραλήψεις, τις αποτυχίες μου. Και τα άλλα. Έρωτες, σχέσεις και πρόσωπα. Ξανθά κεφάλια. Μαύρα μάτια. Άσπρα χέρια. Συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν και άλλες που έμεινα μετέωρες. Του βίου μου τις εναλλακτικές διαδρομές. Τα καθοριστικά σημεία καμπής. Τα τολμήματά μου. Τις υποχωρήσεις μου. Με το μυαλό να φλέγεται. Να επιθυμεί. Να οργανώνει. Να περπατώ και να συλλογίζομαι. Η μέρα να κλείνει τους λογαριασμούς της και η νύχτα να ετοιμάζεται. Κι εγώ να περπατώ και να αναπολώ. Μέσα στο μούχρωμα. . .


Στο πνεύμα της έξαρσης που το μούχρωμα [μου] προκαλεί το κλασσικό “Sealed With a Kiss”, των Gary Geld and Peter Udell, με τον κ. Bobby Vinton.


22/12/2006

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2006

0252. “Έχω και Κότερο!” [ΝΚ]

Η γνωστή ατάκα του Κώστα Βουτσά, από την κλασσική Ελληνική κωμωδία Κορίτσια για φίλημα, “Έχω και κότερο! Πάμε μια βόλτα;” Μου έρχεται συχνά στο νου. Έρχεται βεβαίως παραλλαγμένη. Μετασχηματισμένη σε: “Έχω και ημερολόγιο! Θέλεις να το διαβάσεις;”. Και έρχεται με τη συχνότητα που ερχότανε και στα χείλη του ψεύτικου κ. Ράμογλου της ταινίας όταν εναγωνίως προσπαθούσε να πείσει την ξανθιά καλλονή για τα πλούτη και τα προσόντα του.

Γράφουμε και δημοσιοποιούμε γιατί επιθυμούμε να μοιραστούμε τις σκέψεις και τις εμπειρίες μας. Γιατί, καλώς ή κακώς, θεωρούμε ότι η προσπάθεια μας αυτή αξίζει τον κόπο να γίνει γνωστή. Γιατί πιστεύουμε ότι υπάρχουν συνάνθρωποι που θα αντλήσουν, μια μικρή έστω, ευχαρίστηση από τα κείμενά μας. Που θα επιστρέψουν για να διαβάσουν τα καινούργια. Που θα κάνουν πέντε παραπέρα σκέψεις. Που θα συμφωνήσουν ή θα διαφωνήσουν. Που θα βρουν κάτι χρήσιμο, χαριτωμένο ή ωφέλιμο. Γιατί έχουμε, τελικά, την ανθρώπινη ματαιοδοξία του να είμαστε αρεστοί σε γνωστούς και αγνώστους.

Και οι άγνωστοι είναι άγνωστοι. Οι γνωστοί όμως; Ιδού ο πειρασμός του “Έχω και ημερολόγιο! Θέλεις να το διαβάσεις;” που αναφύεται. Το έχω κάνει, ευσχήμως πιστεύω, με μερικούς γνωστούς και, ειλικρινά, δε μου άρεσε. Σε μία περίπτωση μάλιστα το είπα εν ψυχρώ και εν μέση οδώ, και το “ευσχήμως” πήγε περίπατο. Ήταν όμως ειδική περίπτωση. Κάποιες εγγραφές είχαν γεννηθεί από την μεταξύ μας σχέση. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα. Πόσο αποδεκτό είναι όταν, γενικώς, εμπνέεσαι από κάποιους ανθρώπους και προκύπτουν κείμενα και κινήσεις οι εμπνέοντες να τα αγνοούν;

Είναι δυνατόν, λοιπόν, να επαφίεσαι στην τύχη και μόνο για το ποιοι θα σε επισκεφθούν και θα διαβάσουν τα κείμενα σου; Κομμάτι άχαρο δεν είναι; Και πώς να γνωστοποιήσεις, να προσκαλέσεις, να διαβαστείς; Κι αν το πεις μια φορά, φτάνει; Κακά τα ψέματα μερικές εγγραφές γεννιούνται από και για συγκεκριμένα άτομα και είναι επιθυμητό, και νόμιμο, να το γνωρίζουν. Όμως ο βίος είναι πολύπλοκη και χαοτική κατάσταση. Σχέσεις γεννιούνται και πεθαίνουν. Άνθρωποι ανταμώνουν και χάνονται. Πορείες ζωής τέμνονται, παραλληλίζονται και αποκλίνουν.

Μένει ο πειρασμός: “Έχω και ημερολόγιο! Θέλεις να το διαβάσεις;”. Και μου έρχεται στα χείλη. Και το απωθώ. Δε θέλω να το λέω. Όσο μπορώ το αποφεύγω. Και αναρωτιέμαι. Πόσοι και ποιοι από τους γνωστούς και εμπλεκόμενους γνωρίζουν και έρχονται και διαβάζουν; Και πόσα και τι αντιλαμβάνονται; Τι αποκομίζουν; Μένω με την απορία. Και συνεχίζω. Σκέφτομαι. Αναπολώ. Ελπίζω. Δημοσιοποιώ. Για όσο κρατήσει. Για όσο δύναμαι και επιθυμώ. Και ας μην τα διαβάζουν μερικοί – μερικοί. Κι ας γλίχομαι [άλλως: σφοδρώς επιθυμώ]!


Εξαιρετικά αφιερωμένο σε όσους θα ήθελα να έχουν πρόσβαση στο ημερολόγιο μου και για λόγους, α ή β ή γ, δεν έχουν το τραγούδι του Σταμάτη Σπανουδάκη “Μια Ζωή σου Χάρισα” με τον Γιάννη Πάριο. 




Ο εικονιζόμενος πίνακας, “Le secret” του 1876, είναι έργο του William Bouguereau.

20/12/2006

Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2006

0251. Ο Αλχημιστής [ΝΚ]

Είχε πάθος με τις λέξεις. Δεν ήταν φιλόλογος. Δεν ήταν το επάγγελμά του. Φλογερός ερασιτέχνης ήτανε. Με ένταση και συνέχεια. Έψαχνε τις λέξεις. Και από εκεί τις προτάσεις. Τις φράσεις. Το λόγο. Γραπτό και προφορικό. Αναζητούσε τη φράση που δίνει τη χαρά. Την άλλη, που ανασταίνει τον έρωτα. Αυτή που αναζωογονεί. Εκείνη που γαληνεύει. Που παίρνει τον πόνο. Την τρίτη που πυργώνει την ελπίδα. Την ευδοκία. Τον ενδιέφερε η διάρκεια. Η βεβαιότητα του αποτελέσματος. Ήθελε λέξεις και φράσεις να λειτουργούν. Παντού και πάντοτε. Τα προσωρινά αποτελέσματα τον αφήνανε αδιάφορο. Είχε χάσει τον ύπνο του. Διάβαζε και ερανιζότανε. Άκουγε και πρόσεχε. Τον συνεπαίρνανε λέξεις. Τον συνεπαίρνανε περικοπές. Έγινε ευρετής πανέμορφων λέξεων. Συνέταξε σύντομα κείμενα απίστευτης ομορφιάς και καθαρότητας. Κείμενα προσευχές. Πάντοτε για το καλό. Το κακό ούτε καν περνούσε από το μυαλό του. Έβγαινε στο δρόμο και δοκίμαζε τα ευρήματα και τις αντοχές του. Πλησίαζε τους διαβάτες. Τους μιλούσε. Μια λέξη μόνο ή μια πρόταση. Παρατηρούσε τις αντιδράσεις του. Διόρθωνε την πορεία του. Κρατούσε σημειώσεις. Έψαχνε. Γύρευε. Ψυχανεμιζότανε. Ένας αλχημιστής ήτανε. Ένας αλχημιστής από τα παλιά ταγμένος στο έργο του. Μια φλεγόμενη ψυχή.


Το τι θα άκουγε ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ένα ζήτημα. Δύσκολο να πει κανείς ή να μαντέψει. Ας κάνουμε, όμως, την υπόθεση ότι “Η Μπαλάντα του Ούρι”, από το άλμπουμ “Αθανασία” [1976] του Μάνου Χατζιδάκι, δεν θα τον άφηνε αδιάφορο και ότι οι νότες του κάτι θα είχαν να συνεισφέρουν στην αναζήτηση του. . .


18/12/2006

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2006

0250. Ίρις [ΝΚ]

Είναι κάποια τραγούδια που τα αγαπήσαμε πολύ. Πολύ και από μόνα τους. Από ένα άκουσμα σε μια στιγμή ιδιαίτερη. Από ένα άκουσμα σε χρόνο ανύποπτο, σε τόπο απροσδιόριστο. Τραγούδια που μαζί τους ταξιδέψαμε. Ξαγρυπνήσαμε. Συνδέσαμε με πρόσωπα εφηβικών ερώτων. Ακριβά τραγούδια που με λαχτάρα αναζητήσαμε το όνομά τους. Για να τα αποκτήσουμε. Να τα κατά βούληση ακούμε. Σε εποχές δύσκολες. Δίχως διαδίκτυο. Δίχως την αφθονία της πληροφόρησης και των μέσων που σήμερα μας κατακλύζει. Η σωτηρία ερχόταν, συνήθως, από το ραδιόφωνο ή τους καλούς φίλους. Ήταν η εποχή των “πειρατικών” ραδιοφωνικών σταθμών. Μια εποχή που τα καλά τραγούδια, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει, ήταν μετρημένα και γνωστά. Είχαν διάρκεια, είχαν ταυτότητα. Ήταν η εποχή που η αγορά ενός δίσκου αποτελούσε ένα μικρό γεγονός. Ένα γεγονός που συγκέντρωνε συμμαθητές και φίλους για ακούσουν το δίσκο, να χαρούν, να σχολιάσουν. Η εποχή του ηρωικού, φθαρτού, βινίλιου. Θυμάμαι με νοσταλγία το πρώτο άκουσμα του δίσκου “Το Περιβόλι του Τρελού”, του Διονύση Σαββόπουλου βεβαίως, στην αυλή του σπιτιού ενός συμμαθητή και φίλου. Από εκείνη την εποχή, λοιπόν, το αγαπημένο τραγούδι “Θέμα Ι” από την ταινία “Τα χρώματα της Ίριδος” [1974] του Νίκου Παναγιωτόπουλου σε μουσική Σταμάτη Σπανουδάκη.

Καλή ακρόαση, καλό Σαββατοκύριακο.


15/12/2006

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2006

0249. Πάνος + Χάρης Κατσιμίχας [ΝΚ]

Αγόρασα προχθές το καινούργιο άλμπουμ των αδελφών Κατσιμίχα. Ονομασία; “ The Best + The Rest - Μουσική ανθολογία”. Το άλμπουμ αποτελείτε από τρία [3] CD το καθένα από τα οποία περιέχει δεκαεπτά [17] τραγούδια. Το είδα στα δισκοπωλεία και άστραψε το μάτι μου! “Ωραία!” σκέφτηκα, “Ευκαιρία να αποκτήσουμε τα καλλίτερά τους!”. Πάντοτε μου αρέσανε αυτά τα αδέλφια. Είχα αξιωθεί να αγοράσω μόνο ένα δίσκο τους [ΑΠΡΙΛΗ ΨΕΥΤΗ] και αυτόν σε βινίλιο. Έσπευσα, λοιπόν, να αποκτήσω το άλμπουμ. Και απογοητεύτηκα! Συνοδευτικό των 3 CD ένα νέτο – σκέτο φτωχό και απογοητευτικό τετρασέλιδο, κι εκεί, στην τέταρτη παράγραφο, η έκπληξη:
“Όλα τα κομμάτια ξαναγράφτηκαν στο στούντιο από την αρχή, με βάση τις αυθεντικές παρτιτούρες”. . .
Τόμπολα, εγώ!
Στις εξωτερικές όψεις του άλμπουμ όμως η παραμικρή πληροφορία ότι πρόκειται για επανεκτελέσεις.
Δεν θα έπρεπε να υπάρχει αυτή η πληροφορία, έστω και με μικρά γραμματάκια;
Πάντα προσέχω το συγκεκριμένο σημείο στους δίσκους που αγοράζω. Την έχω πάθει αρκετές φορές, και εκνευρίζομαι αφάνταστα όταν συμβαίνει. Δεν εξετάζω το αν οι καινούργιες εκτελέσεις είναι καλλίτερες ή χειρότερες, που συνήθως είναι χειρότερες, αλλά το γεγονός ότι σου πλασάρουν άλλο από αυτό που θεωρείς ότι αγοράζεις. Αν το γνώριζα, λοιπόν, πολύ θα το σκεφτόμουνα το να αγοράσω.
Για το συγκεκριμένο έργο ο κανόνας μοιάζει, αρχικά τουλάχιστον και πάντοτε για μένα, να επαληθεύεται. Δεν μου αρέσουν οι επανεκτελέσεις τους. Το “Ρίτα-Ριτάκι” για παράδειγμα μου ακούγεται απονευρωμένο με άτονα φωνητικά. Το εξαιρετικό, στην αρχική του εκτέλεση πάντα, “Τα Χίλια Γράμματα” μοιάζει να έχει χάσει τον ρυθμό και την οξύτητά του. Το “Αμοργιανό μου Πέρασμα”, από την άλλη, που δεν το είχα ξανακούσει μου φάνηκε εκπληκτικό.
Θα ακούσω, φυσικά, προσεκτικά αρκετές φορές τα τραγούδια αλλά η μαγεία του ότι απέκτησα τα καλλίτερα, κατά την δική τους κρίση, τραγούδια τους πάει, πέταξε. Και είναι κρίμα. . .


Ακούγεται το “Αμοργιανό μου Πέρασμα” με Χάρη + Πάνο Κατσιμίχα βεβαίως, βεβαίως. . .


13/12/2006

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2006

0248. Δις Ετησίως [ΝΚ]

Η σχέση τους απέκτησε την τυπικότητα της αυστηρότητας των μαθηματικών. Κατάλαβε ότι δεν είχε πλέον κανένα νόημα να συνεχίσει. Δεν ήθελε να το πει. Ούτε να το δείξει. Συνέχισε να ακολουθεί το διαμορφωμένο πρωτόκολλο. Τίποτα σπουδαίο. Δυο μηνύματα το χρόνο. Φωνητικά ή γραπτά. Ένας μικρός πόνος στην καρδιά. Αυτό. Σε ανάμνηση του ότι υπήρξε. Προς τιμήν όσων ονειρεύτηκε. Με μαθηματική ακρίβεια. Δις ετησίως.


Από το μακρινό 1958 το αισθαντικό “Να πιω απ’ το ποτήρι σου” των Ανδρέα Χατζηαποστόλου – Τάκη Σωτήρχου με τη Νάντια Κωνσταντοπούλου.


11/12/2006

Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2006

0247. Οι Αταίριαστοι [ΝΚ]

Στην καθημερινή διαδρομή προς το γραφείο. Τα πρωινά. Στο λεωφορείο και το metro.
Εκείνη σχετικά ψηλή. Κοντά στα τριάντα. Ξανθοβαμμένη. Λεπτή, καλοβαλμένη, συμπαθητική. Εκείνος σχετικά κοντός. Κοντά στα τριάντα. Ξανθωπός. Ατημέλητος προς το λέτσος, γεματούτσικος, με ύφος μπλαζέ και ματάκια κουμπότρυπες.
Εκείνη είναι τρυφερή. Τον κοιτάζει στα μάτια. Στέκονται στις κυλιόμενες κλίμακες και του χαϊδεύει τα μαλλιά. Εκείνος είναι σκληρός, αποστασιοποιημένος. Τους παρατηρώ. “Δεν ταιριάζουν!” αμέσως μου έρχεται στο μυαλό. “Δεν ταιριάζουν καθόλου” μονολογώ. Πως είναι δυνατό να το βλέπει έτσι ξεκάθαρα ένας άγνωστος, ένας τρίτος, και οι ίδιοι να μην το αντιλαμβάνονται; Δεν είναι μόνο η εμφάνιση. Εκεί η ασυμμετρία είναι η μικρότερη δυνατή. Είναι όλα τα άλλα. Είναι η στάση του σώματος. Είναι οι ματιές που ανταλλάσσουν. Το πώς ο ένας στον άλλο μιλά. Η κοπέλα λιώνει κι αυτός σφυρίζει αδιάφορα. Μοιάζει σα να της κάνει χάρη που τη συναναστρέφεται. Τα μυστήρια του έρωτα. Του έρωτα που σκοτίζει και τυφλώνει. Που, αν θέλει, όλα τα κάνει εύκολα και προσιτά. “Δεν ταιριάζουν!” σκέφτομαι και λέω. Και το πιστεύω. Όμως; Πόσο βέβαιο είναι αυτό; Και τι νόημα έχει να το πεις, να το γνωστοποιήσεις; Θα κάνει τον κύκλο του. Θα καταλήξει. Η διαίσθηση, εξ’ άλλου, δεν είναι πάντοτε ο καλύτερος σύμβουλος. Θα έχουν ανθρώπους δικούς τους να τους πουν. Να προβληματιστούν, να επισημάνουν. Εγώ απλώς παρατηρώ. Και σκέφτομαι: “Δεν ταιριάζουν!”.
Όμως, όρκο δεν παίρνω!. . .

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2006

0246. Ένα και Μία [ΝΚ]


Το ένα:

ΝΤΡΙΝ

Απόψε ζω για ένα ντρίν
Για μία καλησπέρα
Μικρές φωνούλες σιγανές
Στις άκρες τω συρμάτω
 
11.11.75

Και η μία:

0096. Ημέρες Γιορτής [ΝΚ]

Η γιορτή, ονομαστική είτε γενεθλίων, αποτελεί μια καλή ευκαιρία για να ανανεώσει κανείς, εφαπτομενικά, κάποιες σχέσεις του που πάσχουν. Κυρίως στις ονομαστικές γιορτές δίνεται η δυνατότητα να επικοινωνήσεις και να αναθερμάνεις δίχως να έχεις να δικαιολογηθείς. Δείχνεις στον άλλο ότι τον θυμήθηκες, τον σκέφτηκες, τον αναζήτησες και να! Επικοινώνησες!

Από την άλλη αυτές ακριβώς οι μέρες σου δίνουν την δυνατότητα να γνωστοποιήσεις στον άλλον ότι τον ξέχασες, ότι δεν τον υπολογίζεις ή ότι τον έχεις γραμμένο. Όση χαρά, λοιπόν, σου δίνουν αυτοί που σε θυμούνται, και ξαναπιάνουν το νήμα της σχέσης, τόση απογοήτευση σου δίνουν αυτοί που σε προσπερνάνε. Και υπάρχουν και οι καινούργιες σχέσεις που τέτοιες μέρες με την επικοινωνία [την όποια και όπως] ριζώνουν και δένουν.

Κάθε τέτοια ημέρα, λοιπόν, τρέφω μικρές ελπίδες. Ελπίδες για ένα ντριν, ένα μήνυμα στο κινητό, πέντε λέξεις στο ηλεκτρονικό μου γραμματοκιβώτιο. Συνηθέστατα απογοητεύομαι. Μοιάζει με μερικούς ανθρώπους να είναι πολύ δύσκολο να βρεθούμε και πάλι. Δεν νοιάζονται και δεν επιθυμούν. Όσα μοιραστήκαμε ξεχάστηκαν και πάνε. Είναι δικαίωμά τους απόλυτα σεβαστό. Τα ίδια εξ’ άλλου πράττω και εγώ. Πιθανότατα κάποιους τους απογοήτευσα, τους πίκρανα λίγο. Έτσι είναι και έτσι πάει η ζωή μας. Με τσιμπήματα απογοήτευσης, με σκιρτήματα χαράς, με ελπίδες που διαψεύδονται, με μικρά θαύματα που σκάνε μέσα στην καθημερινότητα και μας κάνουν ευχαριστημένους.

Αφτά!

07/12/2005

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2006

0245. Ρητά [ΝΚ]

http://photos1.blogger.com/x/blogger/2691/893/1600/574903/Constitution.jpgΑνέκαθεν είχα μια αδυναμία στις σύντομες φράσεις που έχουν κάτι να πουν. Στα ρητά, τα γνωμικά, τα αποφθέγματα, τις παροιμίες αν θέλετε έτσι να τις ονομάσουμε. Αδυναμία στον καίριο, σύντομο και περιεκτικό λόγο. Στο λόγο που επακριβώς αποδίδει το ζητούμενο με την μέγιστη οικονομία. Στο λόγο που δεν σπαταλιέται στην περίφραση, δεν υπεκφεύγει και δεν ωραιοποιεί.
Είμαι μανιώδης, θα έλεγα, συλλέκτης τέτοιων φράσεων. Με γοητεύει η δυνατότητα της καίριας έκφρασης που παρέχουν. Η μαγεία του επί της ουσίας συγκερασμού. Μια συνήθεια που πλέον έχει περάσει στον τρόπο που σκέφτομαι. Στον τρόπο που βλέπω, περιγράφω και βιώνω. Μικρές, μαγικές φράσεις που αποδίδουν την ουσία. Τον παράδεισό μου τον βρήκα στα λεχθέντα από τους Προσωκρατικούς. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που το αγαπημένο μου βιβλίο είναι το "Αείζωον Πυρ / Προσωκρατικοί" [Εκδότης Μιχαήλ Μπαχαράκης, ISBN 960-7016-13-0]. Με γοητεύει η ακρίβεια της έκφρασης και το πώς οι Προσωκρατικοί αντιμετώπιζαν τα των Θεών και ανθρώπων. Τελικά ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε. Συναρπαστική, βεβαίως, είναι και η ακρίβεια και περιεκτικότητα της Ελληνικής γλώσσας.
Ιδού, λοιπόν, πέντε από τα αγαπημένα μου, "Δημοκρίτεια" αποφθέγματα:

1. Ετεή δε ουδέν ίδμεν∙ εν βυθώ γαρ η αλήθεια.
2. Πολυνοΐην, ου πολυμαθίην ασκέειν χρη.
3. Ο αντιλογεόμενος και πολλά λεσχηνευόμενος αφυής ες μάθησιν.
4. Χρόνος ου διδάσκει φρονείν.
5. Σμικρά όρεξις πενίην ισοσθενέα πλούτω ποιέει.


Από το άλμπουμ "Γράμματα στον Μακρυγιάννη", των Ηλία Ανδριόπουλου, Μάνου Ελευθερίου και Μιχάλη Μπουρμπούλη, το αγαπημένο "Αυτές οι Ξένες Αγκαλιές" με την Άλκηστις Πρωτοψάλτη.


04/12/2006

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2006

0244. Ατενώς [ΝΚ]

Βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Ανάμεσά τους η λεωφόρος. Το φανάρι κόκκινο. Την κοίταξε. Τον κοίταξε. Κοιταζόντουσαν. Ατενώς. Άναψε πράσινο. Ξεκίνησαν και κοιταζόντουσαν. Εκείνος λοξοδρόμησε. Εκείνη το ίδιο. Σταμάτησε ο ένας μπροστά στον άλλο. Υπνωτισμένοι. Πήρε τα χέρια της στα χέρια του. "Δε θέλω να βγεις απ’ τη ζωή μου" της είπε. "Δε γνωρίζω τι μου συμβαίνει" απάντησε. Κοιταζόντουσαν. Τα χέρια της στα χέρια του. Άναψε κόκκινο. Έμειναν στη μέση της λεωφόρου. "Πρέπει να φύγω" ψιθύρισε εκείνη. "Ποτέ!" της απάντησε. "Πρέπει!" ψέλλισε. "Λυπήσου με!" της είπε. "Σε δύο ώρες, εδώ" κατάφερε εκείνη να αρθρώσει. "Ποτέ! " της απάντησε και πάλι. Άναψε πράσινο. "Μαζί. Για πάντα!" της είπε. "Μαζί!" αναστέναξε εκείνη. Κίνησαν. Το χέρι της στο χέρι του και να κοιτάζονται. Ατενώς.


29/11/2006

Τι άλλο;

Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2006

0243. Ποτέ [ΝΚ]



Το τραγούδι που ακούγεται είναι “Ο Τάκης” από το “Τσάι Γιασεμιού” [του 1985] σε μουσική Λάκη Παπαδόπουλου, στίχους Μαριανίνας Κριεζή και ερμηνεία από την Αρλέτα.


29/11/2006

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2006

0242. Σημεία των Καιρών [ΝΚ]

Πολύ μου αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν “κουλτούρα”. Πρώτα - πρώτα μου αρέσουν γιατί, όπως αποδυκνείεται, έχω κι εγώ! Μετά μου αρέσουν γιατί είναι ήρεμοι άνθρωποι. Λεπτοί. Ισορροπημένοι. Γνωρίζουν επακριβώς και πότε και πώς “να την κάνουν”. Και μάλιστα με στυλ και ύφος καλλιεργημένου ανθρώπου. Αεράτα. Δίχως αναλύσεις, εξηγήσεις και υπεκφυγές. Τσεκουράτα! Όπως ταιριάζει σε ανθρώπους που έχουν διαβάσει πέντε βιβλία και θα διαβάσουν και άλλα τόσα. Σε ανθρώπους ταξιδεμένους. Του κόσμου. Που έχουν συμμετάσχει και σε 1, 2, 5, 6 συνέδρια και τους έχουν καλέσει και σε 7, 8, 9 10 δεξιώσεις. Έτσι!

Εμείς οι της “κουλτούρας”, λοιπόν, τις πάμε τις σχέσεις μας μέχρι εκεί που πηγαίνουν. Δεν τις ζορίζουμε. Δεν τις παραφορτώνουμε. Δεν τις παραμορφώνουμε. Τις αφήνουμε γλυκά - γλυκά “να τσουλάνε”. Μέχρι εκεί που έχουν λαδάκι να κάψουνε. Μέχρι εκεί που τα ανήσυχα, ζωηρά, σπινθηροβόλα πνεύματά μας αρέσκονται να επικοινωνούν και να αναστενάζουν. Οι συναντήσεις μας είναι πάντοτε υψηλοτάτου επιπέδου. Μιλάμε όλο για βιβλία, κινηματογράφο, τέχνη, τέτοια. Συνήθως συμφωνούμε. Αλληλοθαυμαζόμαστε. Αλληλοσυγχαιρόμαστε. Επιμελώς στις γιορτές μας ανταλλάσσουμε βιβλία, δίσκους, μικροτεχνήματα. Άντε και κανένα κουλτουριάρικο αξεσουάρ. Ποτέ κάλτσες ή παρόμοιες σαχλαμάρες.

Είμαστε πολυάσχολοι. Κατανοούμε, μέχρι αηδίας, τη σιωπή του απέναντι. Έξι μήνες σιωπής, ας πούμε, δε σημαίνουν τίποτα. Δεν αποτελούν εμπόδιο. Σηκώνουμε το τηλέφωνο μπουμπουνίζουμε τα “Χρόνια Πολλά” μας και δεν τρέχει τίποτα. Τυπικά, ωραία, ισορροπημένα. Υπάρχει κατανόηση. Υπάρχει ήθος. Όλα μας τα διαζύγια συναινετικά. Δε φτάνει που χαθήκαμε, θα χαλάσουμε και τις καρδιές μας; Να το ψάξουμε; Γιατί να το ψάξουμε; Ο βίος, οι δυσκολίες του, οι υποχρεώσεις λόγω θέσεως και βαθμού; Λίγα είναι; Όχι βέβαια!

Το είπαμε. Οι σχέσεις μας κρατάνε όσο κρατήσουν. Το ευχαριστιόμαστε όσο το ευχαριστιόμαστε. Γιατί να το κουράζουμε; Γιατί να το ψειρίζουμε; Μακριά κι αγαπημένοι! Δεν είναι καλύτερα έτσι; Και ποιος γνωρίζει; Έχει ο καιρός γυρίσματα. Μπορεί να τμηθούν και πάλι οι τροχιές μας. Να σμίξουμε και πάλι σε επίπεδα υψηλότατα. Να το ματαξανακαταευχαριστηθούμε! Και τότε 6, 16, 26, 256 μήνες άκρας σιωπής δεν θα σημαίνουν απολύτως τίποτα.                                                                 

Έτσι δεν είναι;


Το τραγούδι που ακούγεται είναι το αγαπημένο Days [1968] με το συγκρότημα The Kinks.


27/11/2006

Σάββατο, 25 Νοεμβρίου 2006

0241. “Ωραίος άνθρωπος!” [ΝΚ]

Κάθομαι στο «σαλόνι» του 5ου ορόφου του νοσοκομείου. Έχει προηγηθεί ένα από τα αναρίθμητα και ανεπανάληπτα “Περάστε έξω’’ [από τον θάλαμο] που όποιος, τελικά, γουστάρει μπορεί να επιβάλλει στους άλλους. Δίπλα μου κάθεται ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που περιμένει να επισκεφθεί κάποιο οφθαλμίατρο. Τους προσεγγίζει ένας ασπρομάλλης κύριος, στα 65 με 70 του, με μπλε μπουφανάκι και κίνηση σχεδόν χορευτική που παραπέμπει σε ηλικίες πολύ πιο κάτω από τη δική του.
“Είδα το γιατρό!’’ τους ανακοινώνει πανευτυχής.
Προφανώς γνωρίζονται. Πιθανότατα έχουν τον ίδιο γιατρό.
“Είναι πολύ καλός!’’ τους λέει ενθουσιασμένος.
“Και όταν τον ρώτησα: Γιατρέ τιι;’’ συνεχίζει
“Μου απάντησε: Ό,τι θέλεις!’’.
“Ωραίος άνθρωπος!’’. “Ωραίος άνθρωπος!’’ επαναλαμβάνει και το προσωπάκι του αστράφτει από χαρά. Τα ματάκια του λάμπουν. Το λέει και το πιστεύει. “Ωραίος άνθρωπος!’’ μονολογεί και απομακρύνεται προς το ασανσέρ με τα νεανικά, χορευτικά του βήματα.
Δε γνωρίζω αν ο γιατρός είναι “Ωραίος άνθρωπος!’’. Μάλλον όχι θα έλεγα. Αλλά εκεί έχουμε καταντήσει. Να θεωρούμε “Ωραίο άνθρωπος’’ όποιον μας επιτρέπει να επιλέξουμε το πόσο θα χαρατσωθούμε. Αετός ο γιατρός. Βασίζεται στο “φιλότιμο’’ του Έλληνα. Γνωρίζει πολύ καλά ότι σε θέματα υγείας δεν χωράνε αστεία. Γνωρίζει επίσης πόσο πολύτιμη και ακριβή γίνεται η υγεία όσο μεγαλώνουμε. Τραβάει, λοιπόν, ένα “Ό,τι θέλεις!” και κοιμάται ήσυχος. Γνωρίζει ότι 99,9% ο κάθε γεράκος, η κάθε γριούλα θα κάνει ότι μπορεί για να ανταποκριθεί με αξιοπρέπεια. Θα στερηθεί για να “πληρώσει” τον γιατρό που θα τον κάνει καλά. Και δε λέει “Τίποτα παππούλη. Τίποτα γιαγιάκα. Πληρώνομαι γι’ αυτό που κάνω από το ταμείο υγείας σου”. Αστεία με την τσέπη δε γίνονται. Φταίει ο γιατρός [που, ευσχήμως, τα ζητάει], φταίνε οι ασθενείς [που τα δίνουν], φταίει το κράτος [που το επιτρέπει, το συντηρεί, το διαιωνίζει]. Ένα κράτος αποδεδειγμένα ανίκανο να χειριστεί [και] τα ζητήματα υγείας, να δημιουργήσει αξιοπρεπείς υποδομές, να πληρώσει ικανοποιητικούς μισθούς και να εξαλείψει το “φακελάκι”.
Και άλλο ένα περιστατικό. Την μητέρα, ή η πεθερά ίσως, της Λαρίσας την φέρανε στο διπλανό κρεβάτι. Η Λαρίσα κλαίει. Είναι ξανθιά, μεγαλόσωμη, επιβλητική. Αλλοδαπή. Μιλάει σωστά Ελληνικά με ξενική, ωστόσο, προφορά. Ηλικίας γύρω στα 45. Η ασθενής της στα 88. Φανερά καταβεβλημένη.
Με πρόσωπο κατακόκκινο από το κλάμα η Λαρίσα έχει πέσει πάνω της. Πρόσωπο με πρόσωπο. Και.
Και με ένα τσιμπιδάκι της αφαιρεί τις τρίχες από το πηγούνι!
Θεέ και κύριε! Η γυναίκα πεθαίνει και η άλλη την “καλλωπίζει”!. Το κλάμα κλάμα και η αποτρίχωση αποτρίχωση. Μετά το πηγούνι επιμελώς θα περάσει και στα φρύδια.
Λίγο αργότερα, σαφώς πιο ήρεμη, η Λαρίσα θα καθίσει στο “σαλόνι” και, με πραγματική απόλαυση, θα μασουλίσει 3 – 4 κομμάτια . . . παστό ψάρι. Ρέγκα ίσως. Όταν τελειώσει θα σκουπίσει προσεκτικά το δάπεδο με μία χαρτοπετσέτα.
Έτσι είναι οι θάλαμοι και τα “σαλόνια” των νοσοκομείων. Τόποι όπου μπορείς να σκεφτείς και τόποι για να συναντήσεις το ασυνήθιστο και κάποτε το παράταιρο. . .


Ειδικά αφιερωμένο στον χειρουργό οφθαλμίατρο, τον “Ωραίο άνθρωπο’’, το τραγούδι που ακούγεται. Το τραγούδι, βεβαίως, “Είμαι πολύ Ωραίος’’ σε μουσική Λυκούργου Μαρκέα και στίχους Γιάννη Λογοθέτη με ερμηνευτή τον Θέμη Ανδρεάδη.


25/11/2006